Δοκιμάσαμε το μενού της Ζιγκοάλα και μοιραζόμαστε μαζί σας τις εντυπώσεις μας.
Το νέο υβριδικό γαστρονομικό πρότζεκτ για το οποίο μιλούν όλοι παίζει έξυπνα με το concept του παλιού αθηναϊκού μαγειρείου, αλλά με έναν μεταμοντέρνο εστιατορικό τρόπο. Λέω υβριδικό γιατί η Ζιγκοάλα δεν είναι ούτε απλώς μαγειρείο αλλά ούτε απλώς εστιατόριο: κινείται ανάμεσα στα δύο με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο και έχει γίνει φαινόμενο.
Είτε αρέσει σε κάποιον η αισθητική της Ζιγκοάλα είτε όχι, το μόνο βέβαιο είναι ότι συζητιέται πολύ, όχι μονάχα ανάμεσα στους φασαίους που αγαπούν τη νοσταλγία μιας νεο-ρετρό αισθητικής, ούτε μεταξύ των χρηστών του Instagram και του TikTok που έχουν παρελάσει από τα μεταπολεμικά μωσαϊκά της για να την ποστάρουν ως το νέο τοπόσημο της urban culture — αλλά παντού: Στις παρέες, στα inbox, στα γραφεία, στους γαστρονομικούς κύκλους, η Ζιγκοάλα τρεντάρει.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Μελετήσαμε το στυλ της, την επισκεφθήκαμε, δοκιμάσαμε το μενού της και μοιραζόμαστε μαζί σας τις εντυπώσεις μας, αλλά και τους λόγους για τους οποίους θεωρούμε ότι έχει γίνει talk of the town.
Μιλά σε μια γλώσσα που θυμίζει Ελλάδα του '80
Τα πιο ωραία λαϊκά, τα σπίτια με μωσαϊκά, η ρετσίνα σε γυάλινες νταμιτζάνες με πλαστικό πλέγμα που μεθούσαν τις παρέες στα καφενεία των αθηναϊκών συνοικισμών, οι μπρουτάλ κουζίνες παλιών αυθεντικών φαγάδικων γύρω από τη Βαρβάκειο Αγορά που σερβίριζαν, τις πρώτες πρωινές ώρες, μετά τα μπουζούκια, πατσά, πηχτή και σούπα από αρνίσιο κεφαλάκι, οι χοντρές κούτες Νουνού που έρχονταν με τα ΚΤΕΛ από το χωριό (φορτωμένες με παραπούλια, σπανακόπιτες, τραχανά, χυλοπίτες-τουτουμάκια και σπιτικό χυμό ντομάτας σε μπουκάλια της μπύρας, που είχαν πρώτα βράσει στα καζάνια για να αποστειρωθούν), τα οικογενειακά τραπέζια που κατέληγαν είτε σε καυγά είτε σε κυκλωτικούς χορούς με νησιώτικα, πλάι στο σύνθετο με τις πορσελάνες... Όσα δηλαδή θυμίζουν Ελλάδα του '80, αλλά μέσα από μια μεταμοντέρνα νέα οπτική, έχουν γίνει ξανά σημαία της φασαίικης αισθητικής που αρέσει πολύ στους Millennials, τους σημερινούς 40άρηδες και 30άρηδες, τη γενιά δηλαδή όσων γεννήθηκαν μεταξύ 1980 και 1994.
Η Ζιγκοάλα, με αυτή τη ρετρό γραμματοσειρά στην φωτεινή επιγραφή της, με την αντίστοιχη διακόσμηση και τα signature πιάτα της, όπως η φασολάδα και ο ξινόχοντρος με την προβατίνα, έχει γίνει τώρα το απόλυτο τοπόσημο της φασαιϊκότητας στην Αθήνα. Όλοι σχολιάζουν στα σόσιαλ ότι πάνε ή θέλουν να πάνε αφενός γιατί έχει ωραίο φαγητό (ή έχουν ακούσει ότι έχει ωραίο φαγητό) και αφετέρου γιατί τους αρέσει η «φάση». Και πράγματι, η επίσκεψη εδώ τα έχει και τα δύο. Και τρως καλά και σου ξυπνά το αίσθημα ότι πας πίσω στο χρόνο: κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '80, με τις επιδείξεις τάπερ της Tupperware και τις μασημένες κασέτες των ραδιοκασετόφωνων.
Η «φάση» αυτή που έχει η Ζιγκοάλα δεν είναι ακριβώς νοσταλγία, αλλά ένα παιχνίδι, μια χιουμοριστική κατά κάποιο τρόπο αναδρομή σε εκείνη τη μακρινή πια εποχή που φαίνεται εξωτική στη νέα ψηφιακή μας εξωστρέφεια.
Μπαίνεις στην τεράστια σάλα του εστιατορίου το 2026 και βρίσκεσαι ξαφνικά στο 1985. Kι αυτό είναι το concept. Παλιά τεύχη περιοδικών εκείνης της εποχής δεσπόζουν στο ακάουντ του εστιατορίου στο Instagram, τελάρα γεμάτα με λαχανικά βρίσκονται μπροστά από τα ψυγεία με τα φυσικά κρασιά, παλιοί ξύλινοι καλόγεροι σε υποδέχονται πλάι στην πόρτα, μεγάλες ανοξείδωτες κατσαρόλες αχνίζουν στην ανοιχτή κουζίνα, οι ρετρό καρέκλες αίθουσας συνεστιάσεων το βράδυ τοποθετούνται αναποδογυρισμένες πάνω στα τραπέζια, ενώ η τοιχογραφία που απεικονίζει μια λίμνη σε (σκοπίμως) κιτσάτη eighties ταπετσαρία σού κλείνει πονηρά το μάτι. Η Ζιγκοάλα αρέσει τόσο γιατί έχει κάτι οικείο, από παλιά.
Ο κόσμος πάει (και ξαναπάει) για τραχανά και γιδίσια συκωτάκια στη Ζιγκοάλα, γιατί είναι λες και ανοίγοντας την πόρτα της κάνει ένα flashback στα 80ies. Όχι στη ντίσκο και τους Duran Duran, αλλά στον Καζαντζίδη.
Πώς είναι το φαγητό στη Ζιγκοάλα – Η δική μας εμπειρία
Από γαστρονομικής άποψης η Ζιγκοάλα παίζει αυθεντικά με τον δικό της τρόπο. Και αυτό αρέσει. Γύρω μου, τόσο στα τραπέζια όσο και στην μπάρα μπροστά από την ανοιχτή κουζίνα, ο κόσμος τρώει λιχούδικα τα πιάτα, απολαμβάνοντάς τα.
Φασολάδες με ταραμά, ρίζες και χόρτα με τσαντιλοτύρι και μέλι, λαβράκια ωμά με σαλάτες λωτού, γλώσσες μοσχαρίσιες, παλαιστινιακά κοτόπουλα και προβατίνες με ξινόχοντρο, περνούν και ξαναπερνούν από μπροστά μας για να προσγειωθούν στα γειτονικά τραπέζια και να καταναλωθούν με κέφι, ενώ από τα ηχεία παίζουν ελαφρολαϊκά, ρεμπέτικα και νέο κύμα.
Instagrammers, δικηγόροι, γνωστοί σεφ, foodies, αρχιτέκτονες, ηθοποιοί και σκηνοθέτες, χορογράφοι, μεταμοντέρνες περσόνες της digital εποχής, συγγραφείς, influencers και micro- influencers, παρελαύνουν από την πανύψηλη σάλα της Ζιγκοάλα και την ταγκάρουν. Αν δεν πέρασες από τη Ζιγκοάλα αυτή τη σεζόν δεν είσαι στη... μόδα.
Ο χώρος είναι ευχάριστος, φωτεινός και πιο αλέγκρος από όσο φαίνεται στο Instagram. Υπάρχει μια περιρρέουσα αίσθηση χαράς. Κατά τη δική μου επίσκεψη δεν σηκώθηκε κανένας βέβαια να σύρει το χορό, όπως στο βίντεο που ποστάρισε πριν λίγες εβδομάδες ο ιδρυτής της Ζιγκοάλα, ο Κωνσταντίνος Δαγριτζίκος (six d.o.g.s), με ένα απίθανο γλέντι που στήθηκε από πελάτες γύρω από τα τραπέζια του μαγαζιού για να καταλήξει στο πεζοδρόμιο της Λυκούργου. Παρόλα αυτά και χωρίς χορό υπήρχε κέφι, γινόταν κατάσταση, αυτό που λένε «φασούλα».
Το σέρβις ήταν άψογο, άμεσο, γρήγορο και ευγενικό. Η ανοιχτή κουζίνα με επικεφαλής τον σεφ Βασίλη Χαμάμ (Εστέτ, Mirlo) δουλεύει ρολόι. Το μενού είναι μικρό -γεγονός που εκτιμώ πολύ- με ωραίο χειροποίητο ψωμί και λάδι, πέντε ορεκτικά (δύο ωμοφαγικά με ψάρι, δύο vegan και ένα με μοσχαρίσια γλώσσα), τρεις σαλάτες, τέσσερα κυρίως πιάτα και ένα γλυκό.
Από όσα δοκίμασα με ενθουσίασε η εκπληκτική φασολάδα με πορτοκάλι. Πρόκειται για φασόλια γίγαντες σε σάλτσα πορτοκαλιού που σερβίρεται πάνω σε έναν υπέροχο γευστικό και ελαφρύ ταραμά, με πελαγίσιο λαβράκι (δεν χρησιμοποιούν καθόλου ψάρια ιχθυοτροφείου, μας είπαν οι ίδιοι).
Ξεκίνησα να την τρώω σεμνά με το πιρούνι, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβα γιατί ο νεαρός που καθόταν δίπλα μου την έτρωγε με το κουτάλι λιχούδικα. Είναι από αυτά τα πιάτα με την αναπάντεχη γεύση και νοστιμιά για τα οποία επιστρέφεις σε ένα μαγαζί. Ακόμα και μόνο αυτό το πιάτο να σου αρέσει, έχεις κλειδώσει μέσα σου τη Ζιγκοάλα με χαρά.
Υπέροχο επίσης το φίνο ωμοφαγικό πιάτο με την σφυρίδα, το καμένο μανταρίνι, τα flakes ωμoύ κάστανου και το λάδι καφέ.
Από τις σαλάτες δοκιμάσαμε αυτή με το μαρούλι, τη σως από κεφίρ με ταχίνι, ανατολίτικη πίτα, αμύγδαλο και ρόδι. Δροσερή και πλούσια σε γεύση, με την τραγανή πιτούλα της Μέσης Ανατολής να δίνει μια χαρακτηριστική νοστιμιά και έναν έθνικ χαρακτήρα.
Από την άλλη το signature κοτόπουλο της Ζιγκοάλα, το βρήκα γευστικό μεν αλλά άνισο και πιο μπρουταλιστικό σαν πιάτο σε σχέση με την ντελικάτη νοστιμιά της φασολάδας. Η ίδια τραγανή πίτα της σαλάτας, εδώ είχε χάσει τον κριτσανιστό της χαρακτήρα και όλο το σύνολο δεν μου προσέφερε κάτι καινούργιο, ούτε κάτι τόσο ξεχωριστό όπως άλλα πράγματα που δοκίμασα στη Ζιγκοάλα.
Από τα πιάτα ημέρας, δοκιμάσαμε και ένα πιάτο με καταβολές και από τη Μέση Ανατολή και τη Λεβαντίνικη κουζίνα: τα γίδινα συκωτάκια με ρύζι και μπαχαρικά. Πλούσια, πληθωρική γεύση, με τα κομμάτια από την τραγανή πέτσα του κοτόπουλου να δίνουν νοστιμιά στο ρύζι. Όμως αν δεν σας αρέσουν τα πολλά μπαχαρικά, αυτό το πιάτο δεν είναι για εσάς.
Τέλος, το ένα και μοναδικό γλυκό της κάρτας είναι ένα μήλο με καραμέλα και ναμελάκα αραβικού καφέ.
Σερβίρεται όπως του αρμόζει σε βαθύ πιάτο με κουτάλια για sharing με την παρέα.
Info: zigoala.gr | instagram.com/zigoalagr
Λυκούργου 9, Ομόνοια, τηλ: 2103246223
Τιμές: 35 με 40 ευρώ το άτομο κατά μέσο όρο.
- ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
- Η αντεπίθεση του street food -Πού γίνεται χαμός τώρα στην Αθήνα για πίτσα, burger, σουβλάκι -Τα viral μαγαζιά
- «Πλυτά»: Το νέο γαστρο-καφενείο στο Παγκράτι έγινε με σεφ των «Άκρα» και «Cookoovaya» -Δοκιμάσαμε το μενού
- Alouatou: Το viral micro-bakery της Ασκληπιού που το βράδυ μεταμορφώνεται σε μπιστρό