Οι αλλαγές που αναδιαμόρφωσαν τον γαστρονομικό χάρτη τα τελευταία χρόνια, η άνοδος τεσσάρων αθηναϊκών εστιατορίων, η Σαντορίνη και η επιτυχία του Έκτορα Μποτρίνι.
- Η Σπονδή και το Delta έχασαν το δεύτερο αστέρι τους, αφήνοντας την Αθήνα χωρίς εστιατόριο στην κορυφαία κατηγορία. Ταυτόχρονα, το Varoulko Seaside του Λευτέρη Λαζάρου, μετά από είκοσι χρόνια, έχασε τη διάκρισή του, αποτυπώνοντας τις πρόσφατες ανακατατάξεις.
- Τέσσερα αθηναϊκά εστιατόρια, τα Aleria, SENSE, Simul και see|ds, κατέκτησαν για πρώτη φορά ένα αστέρι Michelin. Η αναβάθμισή τους από την κατηγορία των προτεινόμενων σηματοδοτεί την ανάδειξη νέων γαστρονομικών δυνάμεων στην πρωτεύουσα.
- Η Σαντορίνη εισέρχεται δυναμικά στον οδηγό Michelin, αποκτώντας πέντε αστέρια σε τέσσερα εστιατόρια. Το Lycabettus στην Οία κατέκτησε απευθείας δύο αστέρια, αποτελώντας πλέον το μοναδικό διάστερο εστιατόριο στην Ελλάδα και αλλάζοντας τις ισορροπίες.
- Ο Έκτορας Μποτρίνι συνδέει το όνομά του με τρία βραβευμένα εστιατόρια σε Αθήνα και Σαντορίνη. Παράλληλα, η Θεσσαλονίκη συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στον οδηγό, με 20 διευθύνσεις να λαμβάνουν διακρίσεις Bib Gourmand ή να προτείνονται.
Τα τελευταία χρόνια η γαστρονομία βρίσκεται όλο και περισσότερο στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, με την ελληνική εστιατορική σκηνή να έχει αλλάξει σημαντικά. Η παραδοσιακή κουζίνα επανασυστήνεται μέσα από σύγχρονες τεχνικές, νέοι σεφ πειραματίζονται με εγχώριες πρώτες ύλες και εστιατόρια επενδύουν σε ολοκληρωμένες γευστικές εμπειρίες, διεκδικώντας μια θέση στον διεθνή γαστρονομικό χάρτη. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται και στον οδηγό Michelin, όπου οι ανακατατάξεις των τελευταίων ετών έχουν προκαλέσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εστιατόρια με μακρά ιστορία έχασαν αστέρια, άλλα που βρίσκονταν στις απλές συστάσεις των επιθεωρητών ανέβηκαν κατηγορία, ενώ νέοι προορισμοί απέκτησαν για πρώτη φορά διεθνή αναγνώριση.
Η πιο πρόσφατη ανακοίνωση, στις 20 Οκτωβρίου 2026, ήρθε να επιβεβαιώσει αυτές τις αλλαγές. Η νέα έκδοση του οδηγού Michelin, που καλύπτει πλέον την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη Σαντορίνη, περιλαμβάνει 62 εστιατόρια. Η πρωτεύουσα χάνει τη μοναδική της διάκριση δύο αστεριών, η Σαντορίνη κάνει εντυπωσιακή είσοδο με συνολικά πέντε αστέρια, τέσσερα αθηναϊκά εστιατόρια κατακτούν για πρώτη φορά αστέρι Michelin και ο Έκτορας Μποτρίνι συνδέει το όνομά του με τρεις βραβευμένες γαστρονομικές διευθύνσεις.
Τα εστιατόρια που έχασαν τη θέση τους στην κορυφή
Η πορεία της ελληνικής υψηλής γαστρονομίας δεν χαρακτηρίζεται μόνο από νέες διακρίσεις. Τα τελευταία χρόνια ορισμένα από τα πιο αναγνωρισμένα εστιατόρια της χώρας είδαν τη θέση τους στον οδηγό Michelin να αλλάζει, αποδεικνύοντας πόσο απαιτητική είναι η διατήρηση ενός αστεριού.
Η Σπονδή στο Παγκράτι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχοντας αποκτήσει το πρώτο της αστέρι το 2002 και το δεύτερο το 2008, καθιερώθηκε ως μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της γαλλικής υψηλής γαστρονομίας στην Ελλάδα. Για περισσότερο από μία δεκαετία διατηρήθηκε στην κατηγορία των δύο αστεριών, μέχρι το 2022, όταν υποχώρησε στο ένα. Παρά την απώλεια, παραμένει σταθερά ανάμεσα στα βραβευμένα εστιατόρια της Αθήνας.
Την ίδια χρονιά που η Σπονδή έχανε το δεύτερο αστέρι της, ένα άλλο αθηναϊκό εστιατόριο πραγματοποιούσε εντυπωσιακή είσοδο στην κορυφή. Το Delta, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, απέκτησε απευθείας δύο αστέρια Michelin, μαζί με ένα Πράσινο Αστέρι για τις πρακτικές βιωσιμότητας. Η κουζίνα του, με έμφαση στη δημιουργικότητα, στις σύγχρονες τεχνικές και στην αξιοποίηση της ελληνικής παραγωγής, του εξασφάλισε μια ξεχωριστή θέση στην εγχώρια γαστρονομία.
Η επιτυχία αυτή, ωστόσο, δεν διατηρήθηκε αμετάβλητη. Στη νέα αξιολόγηση το Delta έχασε το ένα από τα δύο αστέρια του, αφήνοντας την Αθήνα χωρίς εστιατόριο στην ανώτερη αυτή κατηγορία. Η αλλαγή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς το μοναδικό διάστερο εστιατόριο της χώρας βρίσκεται πλέον στη Σαντορίνη.
Μια διαφορετική, αλλά εξίσου ηχηρή απώλεια αφορά το Varoulko Seaside του Λευτέρη Λαζάρου. Το εστιατόριο στο Μικρολίμανο, που συνέβαλε στην καθιέρωση της δημιουργικής ελληνικής θαλασσινής κουζίνας, είχε αποκτήσει αστέρι Michelin το 2002. Έπειτα από περισσότερα από είκοσι χρόνια αναγνώρισης, το 2024 έχασε τη διάκριση και μετακινήθηκε στην κατηγορία των προτεινόμενων εστιατορίων, όπου παραμένει και στη νέα επιλογή.
Οι τρεις αυτές περιπτώσεις αποτυπώνουν διαφορετικές διαδρομές, με κοινό στοιχείο τη μεταβολή της αξιολόγησης. Άλλωστε, τα αστέρια Michelin δεν απονέμονται ισόβια, αλλά επανεξετάζονται με βάση την ποιότητα της κουζίνας, την τεχνική, την αρμονία των γεύσεων, την προσωπικότητα των δημιουργών και τη συνέπεια.
Από τα προτεινόμενα στα αστέρια: Τέσσερις νέες γαστρονομικές επιτυχίες
Την ίδια στιγμή που γνωστά εστιατόρια υποχωρούν στην κατάταξη, τέσσερις αθηναϊκές διευθύνσεις πραγματοποιούν την αντίστροφη διαδρομή. Τα Aleria, SENSE, Simul και see|ds, που στην προηγούμενη αξιολόγηση βρίσκονταν στην κατηγορία των προτεινόμενων, αποκτούν για πρώτη φορά ένα αστέρι Michelin.
Η περίπτωση του Aleria έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για ένα εστιατόριο με πολυετή παρουσία στην αθηναϊκή γαστρονομία. Στο Μεταξουργείο, μέσα σε ένα ανακαινισμένο νεοκλασικό κτίριο, ο σεφ Γκίκας Ξενάκης έχει αναπτύξει μια προσωπική προσέγγιση της ελληνικής κουζίνας. Γνώριμες γεύσεις αποκτούν διαφορετική μορφή, με τα εποχικά προϊόντα και τη δημιουργική αξιοποίηση της παράδοσης να βρίσκονται στο επίκεντρο. Το πρώτο αστέρι έρχεται να προστεθεί σε μια διαδρομή που είχε ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον των επιθεωρητών Michelin.
Στο Κολωνάκι, το Simul του Νίκου Θωμά ξεχωρίζει για τη διάθεση πειραματισμού. Ελληνικά προϊόντα συναντούν γαστρονομικές επιρροές από διαφορετικές χώρες, δημιουργώντας συνδυασμούς που απομακρύνονται από τις συμβατικές προσεγγίσεις. Η κουζίνα του βασίζεται στην εποχικότητα, χωρίς να περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη μαγειρική παράδοση.
Διαφορετική γαστρονομική εμπειρία προσφέρει το SENSE, όπου ο Αλέξανδρος Χαραλαμπόπουλος αναζητά έμπνευση σε συνταγές και γεύσεις της ελληνικής καθημερινότητας. Με φόντο την Ακρόπολη, παρουσιάζει πιάτα που συνδυάζουν αναμνήσεις, σύγχρονες τεχνικές και προσεγμένη αισθητική, δίνοντας νέα διάσταση σε παραδοσιακά υλικά.
Την τετράδα συμπληρώνει το see|ds στα Ιλίσια, με τον Δήμο Σαμουράκη να υπογράφει μια πρόταση που αντλεί στοιχεία από τη γαλλική κουζίνα και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή γαστρονομία. Η επαφή της ομάδας της κουζίνας με τους επισκέπτες αποτελεί μέρος της εμπειρίας, καθώς ορισμένα πιάτα ολοκληρώνονται ή παρουσιάζονται μπροστά τους.
Η άνοδος και των τεσσάρων εστιατορίων παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποδεικνύει ότι η κατηγορία των προτεινόμενων μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για υψηλότερες διακρίσεις. Ανάλογη πορεία είχε ακολουθήσει και το Makris Athens, το οποίο απέκτησε το πρώτο του αστέρι το 2024, με τον σεφ Πέτρο Δήμα να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις ελληνικές πρώτες ύλες και στην εποχικότητα.
Τα 16 εστιατόρια της Αθήνας που διατηρούν αστέρι Michelin
Παρά τις ανακατατάξεις, η Αθήνα εξακολουθεί να συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη παρουσία στον οδηγό Michelin, με 16 εστιατόρια να διαθέτουν από ένα αστέρι. Εκτός από τα τέσσερα νεοεισερχόμενα Aleria, SENSE, Simul και see|ds, τη διάκρισή τους διατηρούν τα Botrini’s, CTC Urban Gastronomy, Delta, Hervé, Hytra, Makris Athens, Patio, Pelagos, Soil, Σπονδή, The Zillers Rooftop Gastronomy και Tudor Hall. Πρόκειται για εστιατόρια με διαφορετικές γαστρονομικές ταυτότητες, που εκτείνονται από τη δημιουργική ελληνική και μεσογειακή κουζίνα μέχρι τις σύγχρονες γαλλικές επιρροές
Η Σαντορίνη αλλάζει τις ισορροπίες με το μοναδικό διάστερο εστιατόριο
Η επέκταση του οδηγού Michelin στη Σαντορίνη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της φετινής αξιολόγησης. Το νησί, που έχει συνδέσει τη διεθνή του φήμη με το μοναδικό φυσικό τοπίο και τον τουρισμό πολυτελείας, αποκτά πλέον ισχυρή παρουσία και στην υψηλή γαστρονομία, συγκεντρώνοντας πέντε αστέρια σε τέσσερα εστιατόρια.
Τη μεγαλύτερη διάκριση κατακτά το Lycabettus στην Οία, το οποίο εισέρχεται απευθείας στον οδηγό με δύο αστέρια Michelin. Στεγασμένο στο Andronis Luxury Suites, σε μια εντυπωσιακή τοποθεσία πάνω από την καλντέρα, το εστιατόριο παρουσιάζει μια δημιουργική κουζίνα που αξιοποιεί τοπικά προϊόντα και σύγχρονες τεχνικές, με τον σεφ Χρήστο Καραγιάννη στην ηγεσία της κουζίνας.
Η συγκεκριμένη βράβευση αλλάζει ουσιαστικά τον ελληνικό γαστρονομικό χάρτη. Μετά την υποχώρηση του Delta, το Lycabettus είναι πλέον το μοναδικό εστιατόριο στην Ελλάδα που διαθέτει δύο αστέρια Michelin.
Στην Οία, ένα αστέρι αποκτά και το Lauda, το οποίο έχει συνδέσει την ιστορία του με τη γαστρονομική παράδοση της Σαντορίνης. Η σημερινή του ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από τη συνάντηση των ελληνικών προϊόντων με τη γαλλική υψηλή κουζίνα, υπό τη γαστρονομική επιρροή του Emmanuel Renaut και με επικεφαλής της κουζίνας τον Ορέστη Σωτηρίου.
Την εικόνα συμπληρώνουν δύο ακόμη βραβευμένα εστιατόρια, το Botrini’s Santorini και το Selene, τα οποία έχουν τη γαστρονομική υπογραφή του Έκτορα Μποτρίνι.
Έκτορας Μποτρίνι: Η τριπλή παρουσία στον οδηγό Michelin
Ιδιαίτερη θέση στις φετινές διακρίσεις κατέχει ο Έκτορας Μποτρίνι, ο οποίος συνδέεται πλέον με τρία εστιατόρια που διαθέτουν από ένα αστέρι Michelin, επιτυγχάνοντας μια σημαντική διάκριση για την επαγγελματική του πορεία.
Η αρχή είχε γίνει με το Botrini’s στο Χαλάνδρι, που απέκτησε το πρώτο του αστέρι το 2014 και εξακολουθεί να το διατηρεί. Εκεί, ο σεφ έχει αναπτύξει μια προσωπική μαγειρική ταυτότητα, στην οποία οι ελληνικές και ιταλικές επιρροές συνδυάζονται με σύγχρονες τεχνικές και γευστικές αναφορές από την οικογενειακή του παράδοση.
Στη Σαντορίνη, η επιτυχία αποκτά διπλή διάσταση. Το Botrini’s Santorini, στο Katikies Santorini στην Οία, κατακτά το πρώτο του αστέρι, με τον Μποτρίνι να έχει τη γαστρονομική καθοδήγηση και τον Γιώργο Σκοπελίτη την καθημερινή ευθύνη της κουζίνας. Στο μενού συναντώνται γεύσεις από την ελληνική και ιταλική παράδοση, με αναφορές ακόμη και στην κερκυραϊκή κουζίνα.
Το τρίτο αστέρι έρχεται από το ιστορικό Selene στα Φηρά. Σε έναν χώρο με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική ταυτότητα, ο Έκτορας Μποτρίνι συνεργάζεται με τον σεφ Θωμά Μπόσμο, παρουσιάζοντας μια σύγχρονη εκδοχή της ελληνικής κουζίνας, με έμφαση στα τοπικά προϊόντα και στη γαστρονομική κληρονομιά της Σαντορίνης.
Η επιτυχία αυτή έχει ξεχωριστή σημασία, καθώς αφορά τρία εστιατόρια με διαφορετικό χαρακτήρα, τα οποία καταφέρνουν να διακριθούν ταυτόχρονα στον απαιτητικό θεσμό της Michelin.
Θεσσαλονίκη: Η πρώτη αναγνώριση και οι νέες προοπτικές
Για πρώτη φορά ο οδηγός Michelin συμπεριλαμβάνει και τη Θεσσαλονίκη, αναγνωρίζοντας μια πόλη με βαθιά γαστρονομική παράδοση και έντονη εστιατορική δραστηριότητα. Παρότι κανένα εστιατόριο δεν απέκτησε αστέρι στην πρώτη αξιολόγηση, συνολικά 20 διευθύνσεις βρήκαν θέση στον οδηγό.
Πέντε εστιατόρια απέσπασαν τη διάκριση Bib Gourmand, η οποία αναγνωρίζει την ποιοτική κουζίνα σε καλή σχέση με την τιμή. Πρόκειται για τα Δέκα Τραπέζια, Menu με…νου, Συντροφή, Τα Τρία Γουρουνάκια και Το Μανιτάρι.
Άλλα δεκαπέντε εστιατόρια εντάχθηκαν στις προτάσεις των επιθεωρητών, ανάμεσά τους τα Χαρούπι, 7 Θάλασσες, Όλυμπος Νάουσα και Ακτή Ντοβίλ. Η συμμετοχή της Θεσσαλονίκης διευρύνει την εκπροσώπηση της ελληνικής γαστρονομίας, δίνοντας διεθνή προβολή σε μια πόλη όπου η μακεδονίτικη παράδοση, οι μικρασιατικές επιρροές και οι σύγχρονες δημιουργικές κουζίνες συνυπάρχουν.
Οι νέες προτάσεις και η επόμενη ημέρα της ελληνικής γαστρονομίας
Η νέα έκδοση περιλαμβάνει επίσης 32 προτεινόμενα εστιατόρια, από τα οποία τα 21 εμφανίζονται για πρώτη φορά στον οδηγό. Ανάμεσά τους βρίσκονται το Amphibian στην ταράτσα της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, με τη γαστρονομική καθοδήγηση του Τάσου Μαντή, το Ateno Greek Cuisine, το Iodio και το Sole Giaguaro.
Στην κατηγορία Bib Gourmand, η Αθήνα ενισχύει την παρουσία της με δύο νέες προσθήκες: το Upon του Γρηγόρη Κίκη στο Παλαιό Φάληρο και το Zohós στο Electra Palace Athens. Οι διακρίσεις αυτές αποτυπώνουν μια διαφορετική πλευρά της ελληνικής εστίασης, όπου η ποιότητα και η δημιουργικότητα δεν συνδέονται απαραίτητα με τα πολυτελή γευσιγνωστικά μενού.
Από την απώλεια ιστορικών αστεριών μέχρι την ανάδειξη νέων δημιουργών και τη δυναμική είσοδο της Σαντορίνης, η πορεία της Michelin στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αποτυπώνει έναν κλάδο που αλλάζει διαρκώς. Η Αθήνα εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυρήνα της υψηλής γαστρονομίας, όμως η διεύρυνση του οδηγού αποδεικνύει ότι σημαντικές γαστρονομικές εμπειρίες αναπτύσσονται πλέον και πέρα από τα όριά της. Η ελληνική κουζίνα αποκτά περισσότερες εκφράσεις και ισχυρότερη διεθνή παρουσία, με την παράδοση, την τοπική παραγωγή και τη δημιουργικότητα να διαμορφώνουν τη νέα της ταυτότητα.