Η απώλεια βάρους αποτελεί διαχρονικά έναν από τους πιο συνηθισμένους στόχους που βάζει ένας άνθρωπος.
Στον χώρο της διατροφής, οι ειδικοί επιλέγουν διαφορετικές προσεγγίσεις αναλόγως με τη φύση του ατόμου και, κατά καιρούς, αυτές αποκτούν ιδιαίτερη δημοτικότητα.
Ανάμεσά τους, η διαλειμματική νηστεία η οποία τα τελευταία χρόνια ξεχωρίζει ως μία από τις πιο γνωστές μεθόδους για τον έλεγχο του σωματικού βάρους.
Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει στο κατά πόσο η αποχή από το φαγητό για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους προσφέρει κάποιο ουσιαστικό πλεονέκτημα έναντι μιας συμβατικής διατροφής. Σύμφωνα με τον βιοχημικό και ειδικό σε θέματα διατροφής Layne Norton, τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι, όσον αφορά την απώλεια σωματικού λίπους, οι δύο προσεγγίσεις δεν παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές.
Στο επεισόδιο «Overrated/Underrated: Fat Loss Edition» του podcast του, ο Norton χαρακτηρίζει τη διαλειμματική νηστεία υπερεκτιμημένη μέθοδο απώλειας λίπους. «Έχουμε πολλές μελέτες που εξετάζουν αυτό το ζήτημα και όλες οι αυστηρά ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές δείχνουν ότι η απώλεια λίπους είναι παρόμοια», υποστηρίζει.
Η βασική παράμετρος, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι οι ώρες κατά τις οποίες κάποιος απέχει από το φαγητό, αλλά η δυνατότητα διατήρησης ενός θερμιδικού ελλείμματος.
Τι συμβαίνει με τις πιο ακραίες μορφές νηστείας
Ο Norton αναφέρεται και στις πιο περιοριστικές μορφές διαλειμματικής νηστείας, όπως η κατανάλωση ενός γεύματος την ημέρα και η νηστεία μέρα παρά μέρα. Οι συγκεκριμένες πρακτικές έχουν μελετηθεί ως προς την απώλεια βάρους και σωματικού λίπους, τη διατήρηση της μάζας, αλλά και τους δείκτες αυτοφαγίας.
Χαρακτηριστική είναι κλινική δοκιμή ερευνητών του Centre for Nutrition, Exercise and Metabolism του University of Bath στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία δημοσιεύθηκε στο Science Translational Medicine το 2021.
Στη μελέτη, που διήρκεσε τρεις εβδομάδες και συμμετείχαν υγιείς και αδύνατοι ενήλικες, συγκρίθηκαν διαφορετικές μορφές νηστείας μέρα παρά μέρα με καθημερινό θερμιδικό περιορισμό αντίστοιχου μεγέθους.
Και οι δύο προσεγγίσεις οδήγησαν σε παρόμοια απώλεια βάρους, όμως όσοι ακολουθούσαν καθημερινό θερμιδικό περιορισμό έχασαν περισσότερο σωματικό λίπος και λιγότερη μάζα σε σχέση με όσους έκαναν νηστεία μέρα παρά μέρα
Για τον Norton, το εύρημα αυτό είναι σημαντικό, καθώς στις πιο ακραίες μορφές νηστείας «φαίνεται ότι υπάρχει πράγματι αρνητική επίδραση στην μάζα». Αντίθετα, δεν εντοπίστηκαν διαφορές στους δείκτες αυτοφαγίας που εξετάστηκαν.
Η αυξημένη πείνα μπορεί να δυσκολέψει την τήρηση της νηστείας
Ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τη μακροχρόνια τήρηση της διαλειμματικής νηστείας είναι το αίσθημα της πείνας. «Υπάρχει κάτι που παρατηρείται αρκετά συστηματικά στην επιστημονική βιβλιογραφία: οι άνθρωποι που ακολουθούν δίαιτες για μεγάλα χρονικά διαστήματα αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα πείνας σε σύγκριση με εκείνους που ακολουθούν διατροφές χωρίς νηστεία», υποστηρίζει ο Norton.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η νηστεία δεν μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο. Για ορισμένους ανθρώπους, μπορεί να κάνει τη διατροφή πιο απλή, βοηθώντας τους να περιορίσουν την ποσότητα του φαγητού χωρίς να χρειάζεται να ελέγχουν διαρκώς τις μερίδες. Το ζητούμενο είναι η συγκεκριμένη προσέγγιση να μπορεί να ενταχθεί σε ένα διατροφικό πλάνο που μπορεί να τηρηθεί στην πράξη.
«Αν η νηστεία σε βοηθά να ελέγχεις τις θερμίδες, να καλύπτεις την πρόσληψη πρωτεΐνης σου, να προπονείσαι σκληρά και να τηρείς τη διατροφή σου, τότε προχώρα με τη νηστεία», αναφέρει ο Norton.
Όπως αναφέρει και το clarin.com, η διαλειμματική νηστεία μπορεί να συμβάλει στην απώλεια βάρους, εφόσον βοηθά στη διατήρηση θερμιδικού ελλείμματος και στην τήρηση του διατροφικού πλάνου. Όπως καταλήγει ο Norton: «Το να έχεις ξεκάθαρο ένα πράγμα: το κλειδί δεν βρίσκεται στη νηστεία. Το κλειδί είναι να βρεις μια διατροφική δομή που πραγματικά μπορείς να ακολουθήσεις».