Σήμερα, η ανάβαση στις πυραμίδες της Γκίζας απαγορεύεται αυστηρά. Πριν από περίπου έναν αιώνα, όμως, αποτελούσε μία από τις πιο εντυπωσιακές εμπειρίες για τους τολμηρούς ταξιδιώτες που έφταναν στην Αίγυπτο.
- Τον 19ο αιώνα, η Αίγυπτος έγινε κέντρο του δυτικού ενδιαφέροντος, με επιστήμονες να μελετούν το παρελθόν της και καλλιτέχνες να εμπνέονται από τον εξωτισμό της, ειδικά μετά την αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών από τον Σαμπολιόν το 1822.
- Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η βελτίωση των μεταφορών και οι οργανωμένες περιηγήσεις, όπως αυτές του Τόμας Κουκ από το 1869, μετέτρεψαν το ταξίδι στην Αίγυπτο σε μια πιο προσβάσιμη τουριστική εμπειρία.
- Η ανάβαση στη Μεγάλη Πυραμίδα, που διαρκούσε περίπου μία ώρα, απαιτούσε τη συνδρομή τριών ντόπιων οδηγών για την κάλυψη των 206 ανώμαλων βαθμίδων, με τελικό έπαθλο την πανοραμική θέα από την κορυφή.
- Η εξάπλωση της φωτογραφίας επέτρεψε την τεκμηρίωση της εμπειρίας, με τις εικόνες της ανάβασης να μετατρέπονται σταδιακά από επιστημονικά τεκμήρια σε εμπορικά αναμνηστικά, διαμορφώνοντας τη δυτική αντίληψη για την αρχαία Αίγυπτο.
Ιστορικές φωτογραφίες δείχνουν ταξιδιώτες να ανεβαίνουν στους τεράστιους λίθους με τη βοήθεια Αιγυπτίων οδηγών. Άλλες εικόνες τούς καταγράφουν στην κορυφή, να ξεκουράζονται έπειτα από μια δύσκολη ανάβαση που σήμερα θα ήταν σχεδόν αδιανόητη.
Η Αίγυπτος στη δυτική φαντασία
Τα μνημεία της Αρχαίας Αιγύπτου προσέλκυαν ταξιδιώτες ήδη από την αρχαιότητα. Ο Ηρόδοτος ταξίδεψε στη χώρα περίπου στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του στην ιστορία, στα έθιμα και στα μνημεία της.
Από τα τέλη του 18ου αιώνα και κυρίως κατά τον 19ο, η Αίγυπτος απέκτησε ξεχωριστή θέση στη δυτική φαντασία. Ζωγράφοι και συγγραφείς αναζητούσαν τον εξωτισμό της Ανατολής, ενώ λόγιοι, αρχαιολόγοι και επιστήμονες επιχειρούσαν να μελετήσουν το αρχαίο παρελθόν της χώρας.
Καθοριστική ήταν η έκδοση της «Description de l’Égypte», του πολύτομου και πλούσια εικονογραφημένου έργου που προέκυψε από την εκστρατεία του Ναπολέοντα και κυκλοφόρησε από το 1809 έως το 1829. Το έργο κατέγραψε συστηματικά μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους κατά μήκος του Νείλου.
Το 1822, ο Ζαν-Φρανσουά Σαμπολιόν αποκρυπτογράφησε τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για τον αρχαίο πολιτισμό. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, η χώρα των πυραμίδων είχε γίνει ταυτόχρονα πεδίο επιστημονικής έρευνας και ένα εξιδανικευμένο τοπίο που ενέπνεε τη δυτική τέχνη και λογοτεχνία.
Η ανάπτυξη του οργανωμένου τουρισμού
Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η βελτίωση των μεταφορών και η εμφάνιση οργανωμένων περιηγήσεων έκαναν το ταξίδι στην Αίγυπτο ευκολότερο και πιο προβλέψιμο για όσους είχαν την οικονομική δυνατότητα να το πραγματοποιήσουν.
Το 1869, ο Βρετανός επιχειρηματίας Τόμας Κουκ συνόδευσε την πρώτη οργανωμένη ομάδα του στην Αίγυπτο και στην Παλαιστίνη, σε ένα μεγάλο ταξίδι που περιλάμβανε και περιήγηση στον Νείλο. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η εταιρεία του ανέπτυξε οργανωμένες διαδρομές με ατμόπλοια στον ποταμό.
Το ταξίδι στην Ανατολή, το οποίο για τους Ρομαντικούς θεωρούνταν ένα είδος πνευματικής και εξερευνητικής περιπλάνησης, άρχισε σταδιακά να μετατρέπεται σε οργανωμένη τουριστική εμπειρία. Οι επισκέπτες έφταναν στην Αίγυπτο για να δουν τις πυραμίδες, τη Μεγάλη Σφίγγα και τα σημαντικά μνημεία κατά μήκος του Νείλου.
Πέρα από τις επισκέψεις στους αρχαιολογικούς χώρους και τις αναμνηστικές φωτογραφίες, ορισμένοι ταξιδιώτες επέλεγαν να ανεβούν στη Μεγάλη Πυραμίδα του Χέοπα.
Πώς γινόταν η ανάβαση
Με βάση τις διαστάσεις της αρχικής βάσης και τη γωνία κλίσης των σωζόμενων λίθων της επένδυσης, οι αρχαιολόγοι υπολογίζουν ότι η Μεγάλη Πυραμίδα έφτανε αρχικά τα 146,5 μέτρα. Σήμερα είναι χαμηλότερη, καθώς δεν σώζεται το ανώτερο τμήμα της και έχει χαθεί το μεγαλύτερο μέρος της εξωτερικής επένδυσης.
Οι εκτεθειμένοι λίθοι σχημάτιζαν μεγάλα και ακανόνιστα σκαλοπάτια. Σε ταξιδιωτική περιγραφή του 1896 αναφέρεται ότι η πυραμίδα ανεβαινόταν από μια διαδρομή περίπου 206 τέτοιων βαθμίδων, με ύψος που μπορούσε να κυμαίνεται από περίπου 60 εκατοστά έως περισσότερο από ένα μέτρο.
Η ανάβαση γινόταν συνήθως με τη βοήθεια τριών ντόπιων οδηγών. Ο ένας κρατούσε το δεξί χέρι του επισκέπτη και ο δεύτερος το αριστερό, ενώ ο τρίτος τον έσπρωχνε από πίσω ή του πρόσφερε το γόνατό του ως στήριγμα, όταν αυτό ήταν απαραίτητο.
Σύμφωνα με την ίδια περιγραφή, η ανάβαση διαρκούσε περίπου μία ώρα και περιλάμβανε στάση για ξεκούραση περίπου στη μέση της διαδρομής. Η επίπεδη επιφάνεια στην κορυφή είχε τότε διαστάσεις περίπου εννέα επί εννέα μέτρα.
Από εκεί, οι ταξιδιώτες μπορούσαν να αντικρίσουν την κοιλάδα και το Δέλτα του Νείλου, τις συστάδες με τους φοίνικες και την απέραντη έρημο. Υπάρχει μάλιστα φωτογραφία της 17ης Φεβρουαρίου 1938 στην οποία επισκέπτες εμφανίζονται να κάνουν ηλιοθεραπεία και να πίνουν τσάι στην κορυφή της Μεγάλης Πυραμίδας.
Η φωτογραφία κατέγραψε μια διαφορετική εποχή
Η ανάπτυξη του τουρισμού συνέπεσε με την εξάπλωση της φωτογραφίας, η οποία στα μέσα του 19ου αιώνα αποτελούσε ακόμη σχετικά νέο μέσο.
Οι πρώτοι φωτογράφοι που ταξίδεψαν στην Αίγυπτο ενδιαφέρονταν κυρίως για την ακριβή καταγραφή των αρχαιολογικών χώρων, των μνημείων και του τοπίου. Πολλοί ήταν δημοσιογράφοι, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, αρχαιολόγοι ή επίδοξοι γεωγράφοι και εθνογράφοι, οι οποίοι αντιμετώπιζαν τη φωτογραφία ως εργαλείο τεκμηρίωσης.
Με την επέκταση των ταξιδιών κατά τη δεκαετία του 1860, φωτογράφοι άρχισαν να ανοίγουν επαγγελματικά στούντιο στη Μέση Ανατολή. Η μόνιμη παρουσία τους κοντά στους αρχαιολογικούς χώρους τούς επέτρεψε να δημιουργούν καθαρότερες και λεπτομερέστερες εικόνες με γυάλινες φωτογραφικές πλάκες.
Με την εμφάνιση του οργανωμένου τουρισμού, οι φωτογραφίες των πυραμίδων, της Σφίγγας και των μνημείων του Νείλου άρχισαν να πωλούνται και ως εμπορικά αναμνηστικά. Οι εικόνες αυτές μετέφεραν τη γοητεία της Αιγύπτου στην Ευρώπη και συνέβαλαν στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο η Δύση φανταζόταν τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό.
Οι φωτογραφίες της ανάβασης αποτελούν σήμερα πολύτιμα τεκμήρια αυτής της εποχής. Εικόνες του Φελίξ Μπονφίλ και του Πασκάλ Σεμπά, που χρονολογούνται από τις δεκαετίες του 1860 και του 1870, δείχνουν καθαρά Αιγύπτιους άνδρες να βοηθούν τουρίστες να κινηθούν πάνω στους μεγάλους λίθους της πυραμίδας.
Η ανακάλυψη του Τουταγχαμών
Το διεθνές ενδιαφέρον για την Αρχαία Αίγυπτο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο το 1922, όταν η ομάδα του Χάουαρντ Κάρτερ εντόπισε τον σχεδόν άθικτο τάφο του Τουταγχαμών στην Κοιλάδα των Βασιλέων.
Η ανακάλυψη προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση και ο νεαρός φαραώ έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της αρχαίας ιστορίας. Αιγυπτιακά μοτίβα, όπως οι σκαραβαίοι, τα ιερογλυφικά, οι λωτοί και οι πυραμίδες, εμφανίστηκαν στη μόδα, στα κοσμήματα, στην αρχιτεκτονική, στα έπιπλα, στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Η Αίγυπτος βρέθηκε για ακόμη μία φορά στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, προσελκύοντας ταξιδιώτες που ήθελαν να γνωρίσουν από κοντά τα μνημεία και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της.
Γιατί απαγορεύεται σήμερα
Η σημερινή πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η αιγυπτιακή νομοθεσία για την προστασία των αρχαιοτήτων προβλέπει ποινές για όποιον εισέρχεται παράνομα σε αρχαιολογικό χώρο ή σκαρφαλώνει σε μνημείο.
Οι παλιές φωτογραφίες παραμένουν, έτσι, τεκμήρια μιας εποχής κατά την οποία η Μεγάλη Πυραμίδα δεν αντιμετωπιζόταν μόνο ως ανεκτίμητο κατάλοιπο ενός αρχαίου πολιτισμού, αλλά και ως προορισμός εξερεύνησης για τους πιο τολμηρούς ταξιδιώτες.