Η απαγωγή της Έλιζαμπεθ Σμαρτ παραμένει μία από τις πιο γνωστές υποθέσεις παγκοσμίως, μια ιστορία που σόκαρε, κυκλοφόρησε σε όλο τον κόσμο και τώρα έγινε ντοκιμαντέρ.
Στις 5 Ιουνίου 2002, η 14χρονη τότε Ελίζαμπεθ Αν Σμαρτ απήχθη απήχθη από τον Μπράιαν Ντέιβιντ Μίτσελ από το σπίτι της στη γειτονιά Federal Heights του Σολτ Λέικ Σίτι, στη Γιούτα. Κρατήθηκε όμηρος από τον Μίτσελ και τη σύζυγό του, Γουάντα Μπάρζι, στα περίχωρα του Σολτ Λέικ Σίτι και αργότερα στην κομητεία Σαν Ντιέγκο στην Καλιφόρνια. Η ομηρία της διήρκεσε περίπου εννέα μήνες πριν τελικά εντοπιστεί στο Σάντι, περίπου 29 χιλιόμετρα από το σπίτι της.
Η συγκλονιστική ιστορία της, επιστρέφει στο προσκήνιο με το νέο ντοκιμαντέρ του Netflix με τίτλο «Kidnapped: Elizabeth Smart», στο οποίο μιλά η ίδια για την απαγωγή της, την πορεία της προς την επούλωση των ψυχολογικών τραυμάτων της και τη ζωή που έχτισε δύο δεκαετίες μετά τα όσα αδιανόητα έζησε.
«Ελπίζω ότι οι άνθρωποι που θα δουν αυτό [το ντοκιμαντέρ] θα καταλάβουν ότι ακόμα και μετά από φρικτά γεγονότα, μπορείς να έχεις μια υπέροχη ζωή», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Αυτό που την «ταρακούνησε» και τη συγκίνησε βλέποντας το ντοκιμαντέρ, ήταν οι συνεντεύξεις της οικογένειας της, οι οποίες της έδωσαν μια οπτική για την απαγωγή που δεν είχε κατανοήσει πλήρως πριν: «Θυμάμαι όταν γύρισα, σκέφτηκα, ‘Λοιπόν, για σας δεν ήταν τόσο άσχημα. Ήσασταν όλοι μαζί, ενώ εγώ ήμουν μόνη.’ Τώρα, ως γονέας... αυτό που πέρασαν ήταν φρικτό. Το να τους ακούω 20 χρόνια μετά με έκανε να λυγίσω», λέει στο Skip Intro.
Η νύχτα που απήχθη η Ελίζαμπεθ Σμαρτ
Μέσα στα πιο ανατριχιαστικά σημεία του ντοκιμαντέρ είναι οι λεπτομέρειες της νύχτας που η Ελίζαμπεθ Σμαρτ απήχθη. Η μικρότερη αδερφή της, Μέρι Καθριν, βρισκόταν επίσης στο υπνοδωμάτιο και ήταν η μόνη αυτόπτης μάρτυρας της απαγωγής. «Εκείνη τη νύχτα με την Ελίζαμπεθ προσευχηθήκαμε και κοιμηθήκαμε», λέει στο φιλμ. «Το επόμενο που θυμάμαι ήταν ένας άνδρας στο υπνοδωμάτιό μας να λέει στην Ελίζαμπεθ ότι αν φώναζε, θα την σκότωνε. Παρέλυσα».
Η Ελίζαμπεθ Σμαρτ θυμάται ότι ξύπνησε και με ένα μαχαίρι στον λαιμό της. «Ήμουν τρομοκρατημένη», λέει. «Θα με έβλαπτε; Θα με σκότωνε; Ήλπιζα ότι οι γονείς μου θα ξυπνούσαν, αλλά κανείς δεν ήρθε».
Η Μέρι Καθριν ήταν σε σοκ, αλλά τελικά βρήκε το θάρρος να πάει στο δωμάτιο των γονιών τους και να τους πει ότι κάποιος είχε αρπάξει την αδερφή της. Αρχικά, οι γονείς τους δεν την πίστεψαν και νόμιζαν πως η μικρή τους κόρη, είχε δει εφιάλτη. Στη συνέχεια όμως, βρήκαν σκισμένη μια σίτα, που υποδείκνυε ότι κάποιος είχε παραβιάσει το σπίτι. Η Σμαρτ λέει ότι ένας άνδρας που ονομαζόταν Εμάνουελ Ντέιβιντ Ισαάια -αργότερα ταυτοποιήθηκε με το πραγματικό του όνομα, Μπράιαν Ντέιβιντ Μίτσελ- την άρπαξε λέγοντάς της να ηρεμήσει και ότι δεν θα τη βίαζε ούτε θα τη σκότωνε.
Έφτασαν σε μια σκηνή στο δάσος, και η σύζυγός του, Γουάντα Μπάρζι-που αυτοαποκαλούνταν Εφζιμπά-εμφανίστηκε ντυμένη με ένα μακρύ τουνίκ φόρεμα και ένα μαντήλι στα μαλλιά. Αγκάλιασε τη Σμαρτ, της έπλυνε τα πόδια, και της έδωσε ένα παρόμοιο ένδυμα να φορέσει.
Η Ελίζαμπεθ Σμαρτ λέει ότι η κακοποίηση ξεκίνησε αμέσως μετά: «Θυμάμαι να νιώθω ότι η καταδίκη μου πλησίαζε. Έκλαιγα. Φοβόμουν. Αυτά είναι τα ακριβή του λόγια: 'Σε σφραγίζω σε μένα ως γυναίκα μου ενώπιον του Θεού και των αγγέλων του ως μάρτυρες.’» Όταν εκείνη φώναξε «όχι», της είπε ότι αν φώναζε ξανά έτσι, θα την σκότωνε και την απείλησε ότι θα της έκλεινε το στόμα με ταινία. Στη συνέχεια, λέει η Σμαρτ, τη βίασε, προκαλώντας της τεράστιο πόνο, και της είπε ότι ο Θεός τον διέταξε να απαγάγει επτά νεαρά κορίτσια και ότι είχε βάλει στο μάτι τη μικρή της αδερφή και την ξαδέρφη της.
Η ζωή στην αιχμαλωσία
Η Σμαρτ μιλάει για το πώς ο Μίτσελ τη βίαζε πολλές φορές την ημέρα στο κατασκηνωτικό χώρο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2002. Στη συνέχεια, ο βασανιστής της προσευχόταν για 45 λεπτά.
«Χρησιμοποιούσε τον Θεό για να δικαιολογήσει ό,τι έκανε», λέει. «Αλλά πάνω από όλα, αγαπούσε την εξουσία. Του άρεσε να νιώθει ότι είχε τον έλεγχο».
Η Σμαρτ λέει ότι η γυναίκα του στεκόταν και παρακολουθούσε τα καθημερινά της μαρτύρια. Ο Μίτσελ άφηνε νυστική την Σμαρτ όταν πίστευε ότι δεν τον υπάκουε και της έβαζε λουρί στο λαιμό για να την πάει σε μια κοντινή πηγή για νερό. Την ανάγκασε να πιει μπύρα μέχρι να κάνει εμετό: «Με άφησε με το πρόσωπο στον δικό μου εμετό».
Ο Μίτσελ ήξερε ότι γινόταν αναζήτηση για τη Σμαρτ και την κορόιδευε δείχνοντάς της εφημερίδες και αφίσες που είχε βρει, λέγοντας ότι όλο το Σολτ Λέικ Σίτι την έψαχνε, αλλά ότι δεν θα επέτρεπε να την ανακαλύψουν. Μάλιστα, της έδειχνε το μαχαίρι που θα χρησιμοποιούσε αν κάποιος προσπαθούσε να φτάσει ως εκεί.
Πώς διασώθηκε η Ελίζαμπεθ Σμαρτ
Η μικρότερη αδελφή της, υπήρξε η μόνη μάρτυρας της απαγωγής και η μαρτυρία της οδήγησε στον εντοπισμό του δράστη. Η Ελίζαμπεθ την αποκαλεί «ηρωίδα» και λέει ότι συνεχίζει να τη θαυμάζει για τη δύναμη και την πορεία της.
Στις αρχές, είχε πει στην αστυνομία ότι η φωνή του απαγωγέα της ήταν οικεία, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού. Περίπου τέσσερις μήνες μετά την απαγωγή, στη Μέρι Κάθριν ήρθε μια αναλαμπή ότι ο Εμμάνουελ, ένας άνδρας που κάποτε έκανε δουλειές στο σπίτι της οικογένειας, ήταν αυτός που είχε πάρει την αδερφή της.
Η μητέρα τους, Λόις, είχε γνωρίσει τον Μίτσελ στο κέντρο του Σολτ Λέικ Σίτι τον Νοέμβριο του 2001, όταν της ζήτησε χρήματα και εκείνη του έδωσε 5 δολάρια. Στη συνέχεια τον κάλεσε να εργαστεί για μια μέρα στη στέγη του σπιτιού τους και στο καθάρισμα των φύλλων. Ο Μίτσελ τα πήγε καλά με τους γονείς της Σμαρτ, οι οποίοι τον προσκάλεσαν ξανά για δουλειές στο σπίτι, αλλά δεν τον ξαναείδαν ποτέ.
Η οικογένεια Σμαρτ προώθησε έντονα την υπόθεση δημοσίως και σε κάποια στιγμή δημοσίευσε μόνη της το σκίτσο του Μίτσελ, πιστεύοντας ότι οι ερευνητές δεν κινούνταν αρκετά γρήγορα. Μετά τη δημοσιοποίηση του σκίτσου, οι Σμαρτ δέχτηκαν ένα τηλεφώνημα από έναν άνδρα που είπε ότι ο Εμμάνουελ ίσως ήταν ο γαμπρός του. Στο ντοκιμαντέρ, ο θείος της Σμαρτ, Τομ, παίζει μια ηχογράφηση αυτής της συνομιλίας, στην οποία ο καλών περιγράφει τον γαμπρό του, τον Μπράιαν Ντέιβιντ Μίτσελ, λέγοντας ότι ζει σε μια σκηνή τύπου teepee στα βουνά.
Η αστυνομία διερεύνησε την πληροφορία και ανακάλυψε ότι ο Μίτσελ είχε συλληφθεί για κλοπή μπίρας τον Σεπτέμβριο του 2002, την περίοδο που η Σμαρτ ήταν ήδη απαχθείσα.
Στις 12 Μαρτίου 2003, κάποιος κάλεσε το 911 για να αναφέρει ότι είδε άτομα να περπατούν κατά μήκος ενός αυτοκινητόδρομου στη Σάντι της Γιούτα, κοντά στο Σολτ Λέικ Σίτι, ντυμένα με μακριές λευκές ρόμπες και πέπλα, ακριβώς όπως στις εικόνες που είχαν προβληθεί στο America’s Most Wanted. Η Σμαρτ και οι απαγωγείς της μόλις είχαν κατέβει από λεωφορείο που ερχόταν από την Καλιφόρνια.
Καθώς η εξαφάνισή της τραβούσε όλο και περισσότερη δημοσιότητα, ο Μίτσελ προσπάθησε να τη μεταφέρει στο Σαν Ντιέγκο για να αποφύγουν τη σύλληψη. Όμως η Σμαρτ τον έπεισε να επιστρέψουν στο Σολτ Λέικ Σίτι, λέγοντάς του ότι ο Θεός της είχε μιλήσει, χρησιμοποιώντας τη δική του «διεστραμμένη» γλώσσα, όπως λέει ο σκηνοθέτης Μπένεντικτ Σάντερσον. Εκείνος εντυπωσιάζεται από το γεγονός ότι η Σμαρτ, μόλις 14 ετών τότε, είχε την ψυχραιμία και την ικανότητα να το κάνει αυτό, αποκτώντας μεγαλύτερο ρόλο στη διάσωσή της απ’ ό,τι είχε αρχικά αντιληφθεί.
Οι αστυνομικοί έφτασαν αμέσως στο Σάντι και πήραν στην άκρη το νεότερο κορίτσι της ομάδας, της έδειξαν μια φωτογραφία της Ελίζαμπεθ Σμαρτ σε ένα φυλλάδιο και τη ρώτησαν αν ήταν εκείνη. Εκείνη απάντησε: «Συ λέγεις».
Τι συνέβη στους απαγωγείς
Ο Μπράιαν Ντέιβιντ Μίτσελ κρίθηκε ένοχος για απαγωγή και μεταφορά ανηλίκου μέσω πολιτειακών συνόρων για σεξουαλική δραστηριότητα. Καταδικάστηκε το 2010 σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης.
Η συνεργός του, Γουάντα Μπάρζι, ομολόγησε για τα ίδια αδικήματα, καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης και αποφυλακίστηκε το 2018, πριν συλληφθεί ξανά το 2025 για παραβίαση των όρων της. Η Σμαρτ δηλώνει ότι η αποφυλάκιση της Μπάρζι την απογοήτευσε, αλλά της έδωσε και βαθύτερη κατανόηση για τον φόβο που βιώνουν άλλα θύματα.
Η ζωή της Ελίζαμπεθ Σμαρτ σήμερα
Μετά τη διάσωσή της, η Σμαρτ πάλεψε με έντονα αισθήματα ενοχής. «Φοβόμουν τους άντρες», λέει. «Ένιωθα πολλή ντροπή και αμηχανία για όσα είχαν συμβεί».
Παρά τις δυσκολίες, προχώρησε: γράφτηκε στο λύκειο λίγο μετά τη διάσωσή της και αργότερα απέκτησε πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Brigham Young. Σήμερα, στα 38 της, είναι παντρεμένη από το 2012 με τον Σκωτσέζο Μάθιου Γκίλμουρ και ζει με τα τρία παιδιά της στη Γιούτα. «Πάντα ονειρευόμουν να βρω κάποιον που να με αγαπά», λέει στο ντοκιμαντέρ. «Και αυτό το όνειρο έγινε πραγματικότητα».
Η Σμαρτ λέει ότι εκτιμά το γεγονός πως ο σύζυγός της δεν τη βλέπει μέσα από το πρίσμα του παρελθόντος της. Παρότι αναγνωρίζεται συχνά στη Γιούτα, εκτός πολιτείας η αναγνωρισιμότητα μειώνεται, κάτι που την κάνει να νιώθει πιο ελεύθερη.
Ως μητέρα, είναι ιδιαίτερα προσεκτική με την ασφάλεια των παιδιών της. Η εμπειρία της την έχει κάνει πιο συνειδητοποιημένη σχετικά με το ποιοι άνθρωποι βρίσκονται γύρω από τα παιδιά της και πού κινούνται.
Τα παιδιά της γνωρίζουν ότι απήχθη και ότι υπέφερε, αλλά δεν γνωρίζουν λεπτομέρειες. Η Σμαρτ προχωρά με προσοχή, αφήνοντας τα ίδια να αποφασίσουν πότε και πόσο θέλουν να μάθουν.
Το νέο της βιβλίο
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το τρίτο της βιβλίο, Detours, μια αυτοβιογραφία που περιγράφει την πορεία της από το τραύμα προς μια φυσιολογική ζωή. Για την ίδια, η καθημερινότητα με την οικογένειά της - από τα οικογενειακά δείπνα μέχρι τις εξορμήσεις στη φύση και τις προπονήσεις σκι των παιδιών της - αποτελεί προσωπική νίκη.
Στήριξη προς άλλους επιζήσαντες
Είναι ιδρύτρια του Elizabeth Smart Foundation, ενός οργανισμού που υποστηρίζει θύματα σεξουαλικής βίας. Έχει γράψει δύο απομνημονεύματα για την εμπειρία της και συμμετέχει ενεργά σε ομιλίες, με στόχο να συνδεθεί με άλλους επιζώντες και να τους διαβεβαιώσει ότι δεν είναι μόνοι: «Ήθελα οι επιζώντες να ξέρουν ότι δεν έχουν τίποτα για το οποίο πρέπει να ντρέπονται», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η ίδια πιστεύει ότι οι ιστορίες έχουν μεγαλύτερη επίδραση από τα στατιστικά στοιχεία και γι’ αυτό επέλεξε να συμμετάσχει στο ντοκιμαντέρ. Θέλει οι επιζώντες να νιώσουν ότι δεν είναι μόνοι και ότι η κοινότητά τους μπορεί να γίνει πηγή δύναμης.
Οι τελευταίες σκηνές της ταινίας αναδεικνύουν τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική της δύναμη. Οι θεατές ακούν τη φωνή της να περιγράφει πώς άντλησε εσωτερική δύναμη, ενώ την παρακολουθούν να τρέχει έξω, «στα ίδια βουνά όπου κρατήθηκε αιχμάλωτη», όπως λέει ο Σάντερσον. Η Σμαρτ έχει τον τελευταίο λόγο στο ντοκιμαντέρ: «Είμαι πιο δυνατή απ’ όσο νόμιζα», δηλώνει περήφανα.
Δείτε το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ:
Το ντοκιμαντέρ με τίτλο «Kidnapped: Elizabeth Smart» προβάλλεται στο Netflix, παρουσιάζοντας όχι μόνο την τραγική απαγωγή, αλλά και την αξιοσημείωτη δύναμη, ανθεκτικότητα και αισιοδοξία της γυναίκας που επέζησε και ξαναέχτισε τη ζωή της.