Σε θρίλερ εξελίσσεται η υπόθεση απαγωγής της Νάνσι Γκάθρι, η οποία έχει συγκλονίσει τις ΗΠΑ τις τελευταίες μέρες.
Η Νάνσι Γκάθρι είναι η 84χρονη μητέρα της γνωστής παρουσιάστριας του NBC Σαβάνα Γκάθρι (συμπαρουσιάστριας του Today show). Εξαφανίστηκε από το σπίτι της στο Tucson της Αριζόνα τη νύχτα της 31ης Ιανουαρίου 2026.
Οι αρχές θεωρούν ότι πρόκειται για απαγωγή και όχι απλή εξαφάνιση, καθώς βρέθηκαν κηλίδες αίματος στο σπίτι και σημάδια παραβίασης, ενώ βίντεο από την κάμερα της εξώπορτας δείχνει έναν ένοπλο, μασκοφόρο (με μάσκα του σκι και γάντια) να προσπαθεί να παρέμβει στην κάμερα εκείνο το βράδυ.
Έχουν εμφανιστεί σημειώματα λύτρων μάλιστα ζητούσαν 6 εκατομμύρια δολάρια σε Bitcoin, με προθεσμία που έληξε χθες στις 9 Φεβρουαρίου. Η οικογένεια έχει πει ότι είναι πρόθυμοι να πληρώσει για να την πάρουν πίσω ζωντανή, αλλά ζητούν πρώτα αποδείξεις ότι είναι ζωντανή. Συγκεκριμένα, η Σαβάνα Γκάθρι έχει δημοσιεύσει συγκινητικά βίντεο στο Instagram, εκλιπαρώντας για την ασφάλεια της μητέρας της και ζητώντας βοήθεια από το κοινό. Να σημειωθεί ότι η 84χρονη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας.
Το FBI έχει δώσει στη δημοσιότητα φωτογραφίες και βίντεο του υπόπτου, ενώ στις 10 Φεβρουαρίου συνέλαβαν προσωρινά έναν άνδρα για ανάκριση σε τροχαίο έλεγχο νότια του Tucson (περιοχή Rio Rico, κοντά στα σύνορα με Μεξικό). Έκαναν έρευνα σε σπίτι και αυτοκίνητο, αλλά τελικά τον άφησαν ελεύθερο χωρίς κατηγορίες (μέχρι στιγμής), ενώ λέγεται πως δεν είναι μέλος της οικογένειας. Η υπόθεση παραμένει σε πλήρη εξέλιξη, με το FBI να προσφέρει ανταμοιβή για πληροφορίες.
Απαγωγές για λύτρα που είχαν συγκλονίσει τις ΗΠΑ
Η υπόθεση της Nancy Guthrie θυμίζει -παρόλο που είναι εξαιρετικά σπάνια στις ΗΠΑ σήμερα- παλιότερες απαγωγές συγγενών διάσημων ή πλούσιων προσώπων για λύτρα. Τέτοια εγκλήματα ήταν πιο συχνά σε προηγούμενες δεκαετίες, αλλά εξακολουθούν να συγκλονίζουν όταν συμβαίνουν, ειδικά όταν αφορούν ηλικιωμένους.
Βάιολετ (Βι) Ρίπκεν
Η 74χρονη μητέρα του θρύλου του baseball Καλ Ρίπκεν Τζούνιορ, απήχθη από το γκαράζ του σπιτιού της στο Maryland το πρωί της 24ης Ιουλίου 2012. Όταν την πλησίασε ένας ένοπλος άνδρας. Την απείλησε με όπλο, της έδεσε τα μάτια και τα χέρια και την ανάγκασε να μπει στο δικό της αυτοκίνητο. Την κράτησε δεμένη στο πίσω κάθισμα για περίπου 23-24 ώρες, ενώ οδηγούσε τριγύρω στην περιοχή της Βαλτιμόρης χωρίς ξεκάθαρο σκοπό. Δεν υπήρξε απαίτηση λύτρων, ούτε αναφέρθηκε ποτέ το όνομα Ρίπκεν ή το baseball από τον απαγωγέα. Η Βάιολετ αργότερα είπε σε γείτονα ότι ο δράστης της έδινε φαγητό και τσιγάρα, και ισχυρίστηκε ότι ήθελε μόνο το αυτοκίνητο και χρήματα, αλλά την κράτησε μαζί του.
Η εξαφάνισή της αναφέρθηκε στην αστυνομία μετά από 12 ώρες. Τελικά, την επόμενη μέρα (25 Ιουλίου), ένα ζευγάρι την εντόπισε δεμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου της, παρκαρισμένου κοντά στο σπίτι της, σώα και αβλαβής, αλλά σοκαρισμένη. Ο απαγωγέας είχε εξαφανιστεί.
Η υπόθεση παραμένει άλυτη μέχρι σήμερα. Ο Cal Ripken Jr. πρόσφερε $100.000 ανταμοιβή για πληροφορίες, αλλά κανείς δεν συνελήφθη. Περιγράφεται ως λευκός άνδρας 35-45 ετών, περίπου 1,78 μ. ύψος. Η Βι Ρίπκεν πέθανε το 2021 σε ηλικία 82 ετών, χωρίς να μάθει ποτέ ποιος ήταν ο δράστης.
Χέντβιχ (Χέντι) Μπράουν
Η 88χρονη Χέντβιχ «Χέντι» Μπράουν απήχθη από την κουζίνα του σπιτιού της στο Ίστ Τρόι του Ουισκόνσιν στις 4 Φεβρουαρίου 2003, ενώ φορούσε τις πιτζάμες της, και κρατήθηκε αλυσοδεμένη για πέντε ημέρες μέσα σε ένα μικρό ρυμουλκούμενο τροχόσπιτο πίσω από το σπίτι του δράστη. Ο 87χρονος τυφλός σύζυγός της κοιμόταν σε άλλο δωμάτιο όταν την πήραν, σύμφωνα με την αστυνομία.
Ο απαγωγέας, ο 45χρονος Ράινιερ Ράβεσταϊν, παλιός οικογενειακός φίλος, ζήτησε τρία εκατομμύρια δολάρια από τον εγγονό της, Ρόμπερτ Μαν, ο οποίος έχει κατασκευαστική επιχείρηση. Η Μπράουν μίλησε τηλεφωνικά με τον εγγονό της, αλλά υπό την καθοδήγηση του απαγωγέα της. Λίγες ημέρες αργότερα έφτασε και γράμμα με τις απαιτήσεις για τα λύτρα, όμως ο απαγωγέας δεν επικοινώνησε ξανά. Η αστυνομία εντόπισε τη γυναίκα και συνέλαβε τον Ράβεσταϊν έπειτα από έλεγχο ρουτίνας. Η Μπράουν είχε υποστεί κρυοπαγήματα και θρόμβο αίματος λόγω των αλυσίδων, αλλά βρέθηκε σε σχετικά καλή κατάσταση. Η οικογένεια αποδίδει την επιβίωσή της στη δύναμη και την αντοχή της.
Φρανκ Σινάτρα Τζούνιορ
Η απαγωγή του Φρανκ Σινάτρα Τζούνιορ συνέβη στις 8 Δεκεμβρίου 1963, όταν ήταν μόλις 19 ετών και έκανε τα πρώτα του βήματα στη μουσική. Την ώρα που βρισκόταν στο καμαρίνι του μαζί με τον συνεργάτη του, τον μουσικό Τζον Φος στο Harrah’s Club Lodge στη λίμνη Τάχο, δύο άνδρες -ο Μπάρι Κίναν και ο Τζο Άμσλερ, πρώην συμμαθητές του- εισέβαλαν προσποιούμενοι ότι παραδίδουν δέμα, ακινητοποίησαν τον Φος και άρπαξαν τον Σινάτρα με σκοπό να ζητήσουν λύτρα από τον πατέρα του, τον θρυλικό Φρανκ Σινάτρα.
Οι απαγωγείς ήταν ερασιτέχνες και το σχέδιό τους είχε πολλά κενά. Ο Κίναν, που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και εξάρτηση από παυσίπονα, είχε οργανώσει την απαγωγή πιστεύοντας ότι θα εξασφάλιζε μια «εύκολη» οικονομική λύση. Μετά την αποχώρησή τους, ο Τζον Φος κατάφερε να λυθεί και ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία, δίνοντας την πρώτη περιγραφή των δραστών. Στο μεταξύ, οι απαγωγείς μετέφεραν τον Σινάτρα Τζούνιορ στο Λος Άντζελες και απαίτησαν λύτρα. Ο Φρανκ Σινάτρα φοβούμενος για τη ζωή του γιου του, πλήρωσε τα 240.000 δολάρια που ζητήθηκαν. Λίγο αργότερα, οι απαγωγείς πανικοβλήθηκαν και άφησαν τον Τζούνιορ ελεύθερο σε μια περιοχή του Bel Air.
Η υπόθεση έγινε τεράστιο εθνικό θέμα, όχι μόνο λόγω της φήμης του πατέρα του θύματος, αλλά και επειδή συνέβη λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι, σε μια ήδη φορτισμένη Αμερική. Οι δράστες συνελήφθησαν σύντομα και καταδικάστηκαν, ενώ η απαγωγή έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο παράξενες και κακοσχεδιασμένες απαγωγές στις ΗΠΑ.
Τζον Πολ Γκέτι Γ'
Η απαγωγή του Τζον Πολ Γκέτι Γ', εγγονού του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία του πετρελαίου Ζαν Πολ Γκετί, έγινε στις 10 Ιουλίου 1973 στη Ρώμη, όταν ο 16χρονος νεαρός απήχθη από εγκληματίες που συνδέονταν με την ’Ndrangheta, μία από τις ισχυρότερες μαφιόζικες οργανώσεις της Ιταλίας. Οι απαγωγείς ζήτησαν αρχικά 17 εκατομμύρια δολάρια σε λύτρα, αλλά η οικογένεια πίστεψε ότι ο νεαρός Τζον Πολ είχε σκηνοθετήσει την απαγωγή για να αποσπάσει χρήματα. Ο παππούς του, γνωστός για την ακραία του φειδώ, αρνήθηκε να πληρώσει, δηλώνοντας ότι δεν θα ενέδιδε επειδή είχε «πολλά εγγόνια».
Η υπόθεση πήρε δραματική τροπή όταν οι απαγωγείς έστειλαν σε εφημερίδα ένα κομμένο αυτί του νεαρού, αποδεικνύοντας ότι η απειλή ήταν πραγματική. Υπό την πίεση της κοινής γνώμης και μπροστά στον κίνδυνο για τη ζωή του παιδιού, ο Ζαν Πολ Γκετί συμφώνησε να πληρώσει μέρος του ποσού - μόνο όσο μπορούσε να δικαιολογήσει ως φορολογική δαπάνη - ενώ ο πατέρας του Τζον Πολ δανείστηκε το υπόλοιπο. Ο νεαρός αφέθηκε ελεύθερος τον Δεκέμβριο του 1973, μετά από πέντε μήνες αιχμαλωσίας, εμφανώς εξαντλημένος και τραυματισμένος.
Η υπόθεση έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο σοκαριστικές απαγωγές υψηλού προφίλ, αποκαλύπτοντας τόσο τη σκληρότητα του οργανωμένου εγκλήματος όσο και την ψυχρότητα της οικογένειας Γκετί. Η εμπειρία σημάδεψε βαθιά τον Τζον Πολ Γκέτι Γ', ο οποίος αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας και εξάρτησης αργότερα στη ζωή του.
Πάτι Χερστ
Η απαγωγή της Πάτι Χερστ το 1974 αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές και αμφιλεγόμενες υποθέσεις στην αμερικανική εγκληματολογία, λόγω της μετατροπής του θύματος σε συμμέτοχο και της έντονης δημοσιότητας που έλαβε. Στις 4 Φεβρουαρίου 1974, η 19χρονη Πατρίσια Κάμπελ Χερστ, εγγονή του μεγιστάνα των ΜΜΕ, Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ, απήχθη από το διαμέρισμά της στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας από μέλη της Symbionese Liberation Army (SLA), μιας μικρής αριστερής ριζοσπαστικής ομάδας.
Οι δράστες όρμησαν ένοπλοι, χτύπησαν τον αρραβωνιαστικό της Στίβεν Γουίντ και έναν γείτονα που προσπάθησε να επέμβει, έδεσαν τα μάτια της Χερστ και την έβαλαν στο πορτμπαγκάζ αυτοκινήτου. Η SLA, που είχε ήδη δολοφονήσει έναν διευθυντή σχολείου στο Όκλαντ, ήθελε να προκαλέσει επανάσταση κατά του «καπιταλιστικού κράτους» και χρησιμοποίησε την Χερστ ως «όμηρο» για να τραβήξει την προσοχή και να πιέσει για την απελευθέρωση συλληφθέντων μελών της.
Η υπόθεση εξελίχθηκε δραματικά: η SLA ζήτησε λύτρα σε τρόφιμα για τους φτωχούς (ο πατέρας της διέθεσε περίπου $2 εκατομμύρια σε τρόφιμα μέσω προγράμματος People in Need), αλλά αργότερα η Χερστ ανακοίνωσε μέσω ηχογραφημένων μηνυμάτων ότι εντάχθηκε εθελοντικά στην ομάδα, υιοθετώντας το ψευδώνυμο Tania. Στις 15 Απριλίου 1974 συμμετείχε σε ληστεία τράπεζας Hibernia στο Σαν Φρανσίσκο (καταγράφηκε από κάμερες ασφαλείας να κρατάει όπλο), ενώ αργότερα ενεπλάκη και σε άλλα εγκλήματα. Συνελήφθη τον Σεπτέμβριο 1975, δικάστηκε για ληστεία τράπεζας και καταδικάστηκε το 1976, αλλά ισχυρίστηκε ότι υπέστη πλύση εγκεφάλου και ότι έπασχε από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, μείωσε την ποινή της το 1979, ενώ ο Μπιλ Κλίντον της έδωσε πλήρη χάρη το 2001.
Τσάρλεϊ Ρος
Η απαγωγή του Τσάρλεϊ Ρος το 1874 θεωρείται η πρώτη απαγωγή για λύτρα που έγινε εθνικό θέμα στις ΗΠΑ και παραμένει άλυτη μέχρι σήμερα - ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αμερικανικής ιστορίας.
Στις 1 Ιουλίου 1874, ο 4χρονος Τσαρλς Μπρούστερ «Τσάρλεϊ» Ρος και ο 5χρονος αδερφός του, Γουόλτερ, απήχθησαν από την αυλή του σπιτιού τους στο Τζέρμανταουν της Φιλαδέλφειας. Δύο άγνωστοι άνδρες σε άμαξα είχαν προσεγγίσει τα παιδιά τις προηγούμενες μέρες, δίνοντάς τους γλυκά και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους. Την ημέρα της απαγωγής, τους έπεισαν να μπουν στην άμαξα για να αγοράσουν πυροτεχνήματα για την 4η Ιουλίου. Ο Γουόλτερ στάλθηκε μόνος σε μαγαζί, και όταν βγήκε, η άμαξα με τον Τσάρλεϊ είχε εξαφανιστεί. Ο πατέρας Κρίστιαν Ρος, πλούσιος έμπορος, έλαβε 23 γράμματα λύτρων (με κακή ορθογραφία) ζητώντας $20.000, ένα τεράστιο ποσό για την εποχή.
Η υπόθεση προκάλεσε μαζική εθνική αναζήτηση (πρώτη τέτοια καμπάνια για αγνοούμενο παιδί, με αφίσες, τραγούδια και εφημερίδες), αλλά ο Τσάρλεϊ δεν βρέθηκε ποτέ. Οι κύριοι ύποπτοι, οι Μπιλ Μόσερ και Τζο Ντάγκλας, σκοτώθηκαν σε ληστεία τον Δεκέμβριο 1874. Ο Ντάγκλας ομολόγησε στο θάνατό του ότι απήγαγε το παιδί, αλλά χωρίς αποδείξεις. Ο Γουίλιαμ Βέστερβελτ, ύποπτος συνεργός, καταδικάστηκε μόνο για συνωμοσία (6 χρόνια φυλάκιση). Η υπόθεση ενέπνευσε την προειδοποίηση «μην παίρνετε γλυκά από αγνώστους» και δείχνει πώς ξεκίνησαν οι απαγωγές για λύτρα ως «μοντέρνο» έγκλημα, με το παιδί να μην εντοπίζεται ποτέ και την υπόθεση να παραμένει ουσιαστικά άλυτη.