Η υφή της σπιτικής μαρμελάδας εξαρτάται από το είδος του φρούτου και από το βράσιμο. Αν ξεχαστούμε όμως και μας πήξει παραπάνω υπάρχει τρόπος να τη σώσουμε.
Φράουλες, βερίκοκα, κεράσια, ροδάκινα, μήλα, πορτοκάλια, αχλάδια, δαμάσκηνα και σύκα είναι μόνο μερικά από τα φρούτα που μας αρέσει να κάνουμε μαρμελάδα. Οι συνταγές τις περισσότερες φορές είναι παρόμοιες και η αναλογία κατά κανόνα είναι ένα προς ένα (ένα κιλό φρούτο, ένα κιλό ζάχαρη κ.ο.κ). Το βράσιμο όμως δεν είναι ίδιο σε όλες τις περιπτώσεις (η ένταση της φωτιάς και η διάρκεια βρασμού) γιατί κάθε φρούτο έχει διαφορετική περιεκτικότητα σε νερό και πηκτίνη και έτσι κάθε μαρμελάδα πήζει και δένει με άλλο τρόπο, στον δικό της ξεχωριστό χρόνο.
Τα μήλα, τα δαμάσκηνα και τα εσπεριδοειδή, ας πούμε, έχουν αρκετή πηκτίνη και υγρασία ταυτόχρονα ενώ τα κεράσια, τα σταφύλια, το καρπούζι και το πεπόνι περιέχουν ελάχιστη. Σε κάθε περίπτωση, για να είμαστε σίγουροι για το αποτέλεσμα ακολουθούμε τις οδηγίες της συνταγής μας και φυσικά κάνουμε τον έλεγχο με το πιατάκι. Επειδή όμως ακόμα και τα ελάχιστα λεπτά μπορούν να κάνουν τη διαφορά, αν για κάποιο λόγο το γλυκό ξεφύγει για λίγο από την προσοχή μας και η μαρμελάδα πήξει παραπάνω από όσο χρειάζεται θα πρέπει να την ξαναβράσουμε για να την διορθώσουμε.
Πώς αραιώνουμε την πηχτή μαρμελάδα
Αν η μαρμελάδα πήξει υπερβολικά θα το καταλάβουμε σίγουρα αφού κρυώσει εντελώς. Ευτυχώς υπάρχει τρόπος να την αραιώσουμε ξανά, όσο κι αν έχει πήξει. Για να τη διορθώσουμε λοιπόν τη βάζουμε ξανά στην κατσαρόλα σε μέτρια φωτιά (για μην καεί και κολλήσει) και προσθέτουμε ½ φλ. βραστό νερό (στο 1 κιλό μαρμελάδα). Στη συνέχεια, ανακατεύουμε ελαφρά μέχρι το νερό να ενωθεί με τη σφιχτή μαρμελάδα και δυναμώνουμε τη φωτιά (από μέτρια σε δυνατή). Αφήνουμε να πάρει μια βράση (για 1 λεπτό) και αποσύρουμε από το καυτό μάτι. Μεταφέρουμε σε αποστειρωμένα βάζα, κλείνουμε ερμητικά και αφήνουμε να κρυώσει καλά.