Πίσω από τη συμπεριφορά τους μπορεί να κρύβεται η ανάγκη για επιβεβαίωση και μια «δίψα για αναγνώριση».
- Η ανάγκη για συνεχή προσοχή συνδέεται με ναρκισσιστικές τάσεις και δίψα για αναγνώριση. Οι ρίζες της εντοπίζονται συχνά στην παιδική ηλικία, όταν το άτομο δεν είχε την ευκαιρία να ακουστεί και να εκφραστεί ελεύθερα.
- Το άτομο που μονοπωλεί τη συζήτηση συνήθως δεν αντιλαμβάνεται τη συμπεριφορά του, θεωρώντας την αυθόρμητη. Ο συνομιλητής του, ωστόσο, μετατρέπεται σε «καθρέφτη», νιώθοντας ότι ασφυκτιά και δεν μπορεί να συμμετάσχει ουσιαστικά.
- Σε προσωπικές σχέσεις, η διαχείριση απαιτεί έγκαιρη και ήρεμη παρέμβαση. Αντί για ευθείες κατηγορίες, προτείνεται η χρήση χιούμορ ή η περιγραφή των προσωπικών συναισθημάτων για να μην προκληθεί αμυντική στάση.
- Η ανοχή σε τέτοιες μονόπλευρες συζητήσεις αποτελεί αφορμή για αυτοεξέταση. Είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε γιατί επιτρέπουμε αυτή τη συμπεριφορά και τι μας εμποδίζει να διεκδικήσουμε τον χώρο μας στον διάλογο.
Όλοι έχουμε βρεθεί κάποια στιγμή σε ένα τραπέζι με φίλους, σε μια επαγγελματική συνάντηση, σε ένα οικογενειακό γεύμα ή ακόμη και σε μια απλή τηλεφωνική συνομιλία, νιώθοντας ότι ασφυκτιούμε απέναντι σε κάποιον που δεν σταματά να μιλά για τον εαυτό του. Σε μια ισορροπημένη σχέση, ο λόγος πρέπει να εναλλάσσεται. Όταν ένας από τους συνομιλητές μονοπωλεί τη συζήτηση, παύει να υπάρχει πραγματική ανταλλαγή απόψεων.
«Ένας άνθρωπος που μιλά μόνο για τον εαυτό του δεν ζητά κάτι από τον άλλον, τον κατακλύζει», επισημαίνει εξαρχής η ψυχολόγος Βαλεντίν Ερβέ. Όλοι έχουμε κατά καιρούς την ανάγκη να αφηγηθούμε όσα μας συμβαίνουν. Όταν, όμως, αυτό γίνεται διαρκώς, η συμπεριφορά μας μπορεί να γίνει εξαντλητική για τους γύρω μας. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να διαχειριστούμε έναν άνθρωπο που μιλά μόνο για τον εαυτό του;
Μια ναρκισσιστική τάση που υπάρχει σε όλους μας
Καταρχάς, αυτή η ανάγκη να βρίσκεται κάποιος διαρκώς στο επίκεντρο συνδέεται με μια ναρκισσιστική τάση που υπάρχει σε όλους μας. Μετά από ένα υπέροχο ταξίδι, μια ασθένεια ή μια προσωπική επιτυχία, ο καθένας μπορεί να παρασυρθεί και να μιλά περισσότερο απ' όσο χρειάζεται για τις εμπειρίες του.
Σε ορισμένους, ωστόσο, αυτό γίνεται σχεδόν συστηματικά. Πίσω από τη συμπεριφορά τους μπορεί να κρύβεται η ανάγκη για επιβεβαίωση και μια «δίψα για αναγνώριση». Η υπερβολική ανάγκη να νιώθουν ασφαλείς και αποδεκτοί ενδέχεται να έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία, ιδιαίτερα σε οικογένειες «όπου δεν άφηναν τα παιδιά να μιλήσουν». Ως ενήλικες, αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται ότι πρέπει οπωσδήποτε να ακουστούν.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουν κακές προθέσεις. Όπως εξηγεί η ψυχολόγος, ο άνθρωπος που μιλά συνεχώς για τον εαυτό του «δεν το αντιλαμβάνεται καθόλου. Δεν συνειδητοποιεί ότι μιλά μόνο για τον εαυτό του». Αντιθέτως, θεωρεί ότι είναι αυθόρμητος και ότι συμμετέχει σε μια φυσιολογική συζήτηση.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο συνομιλητής παύει να έχει ουσιαστική παρουσία στη συζήτηση. «Μιλάμε υπερβολικά για τον εαυτό μας όταν ο άλλος παύει να είναι συνομιλητής και μετατρέπεται, κατά κάποιον τρόπο, σε καθρέφτη», εξηγεί η ψυχολόγος. Το αποτέλεσμα είναι ότι «ο άνθρωπος που ακούει δεν έχει πια οξυγόνο, δεν μπορεί να παρακολουθήσει, νιώθει σαν να τον πνίγουν».
Για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι να φτάσουμε στα όριά μας. Όταν η συμπεριφορά επαναλαμβάνεται, είναι προτιμότερο να μιλήσουμε εγκαίρως και με ηρεμία, αντί να συσσωρεύουμε δυσαρέσκεια.
Ο τρόπος με τον οποίο θα εκφράσουμε τη δυσαρέσκειά μας εξαρτάται από τη σχέση μας με τον άλλον. Στην οικογένεια, στη συντροφική σχέση ή στις φιλίες, λίγο χιούμορ ή μια διακριτική παρατήρηση μπορεί να περάσει το μήνυμα χωρίς να προκαλέσει αμυντική αντίδραση. Καλό είναι να αποφεύγουμε τις ευθείες κατηγορίες, όπως «Μιλάς μόνο για τον εαυτό σου», οι οποίες συχνά κλείνουν τον δρόμο στον διάλογο.
Η ψυχολόγος προτείνει να περιγράφουμε το πώς αισθανόμαστε: «Όταν σου μιλάω για κάτι σημαντικό για μένα και εσύ αρχίζεις αμέσως να μου αφηγείσαι κάτι που συνέβη σε εσένα, μερικές φορές νιώθω ότι δεν υπάρχει πραγματικά χώρος για όσα σου λέω». Στον χώρο εργασίας, αντίθετα, είναι προτιμότερο να μένουμε στα συγκεκριμένα γεγονότα και να επαναφέρουμε ευγενικά τη συζήτηση στο θέμα της, χωρίς να επιδιώκουμε σύγκρουση. Στόχος είναι απλώς να βοηθήσουμε τον άλλον να αντιληφθεί τη συμπεριφορά του.
Τέλος, το να υπομένουμε διαρκώς τέτοιες μονόπλευρες συζητήσεις μπορεί να αποτελέσει αφορμή να εξετάσουμε και τη δική μας στάση. Αξίζει να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει μέσα μας όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν τέτοιο άνθρωπο: «Γιατί του αφήνω τόσο χώρο; Τι είναι αυτό που με εμποδίζει να τον σταματήσω;». Η επίγνωση των δικών μας δυσκολιών και αναστολών είναι συχνά το πρώτο βήμα για να μάθουμε να διεκδικούμε τη θέση μας και να αποκαταστήσουμε έναν διάλογο ισότιμο και για τις δύο πλευρές.