Σε αντίθεση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ένα υποστηρικτικό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να προσφέρει ανακούφιση τη στιγμή που χρειάζεται.
- Η χρήση chatbot μπορεί αρχικά να μειώσει το άγχος, αλλά η εντατική και εξαρτημένη χρήση συνδέεται με αυξημένη μοναξιά και συναισθηματική προσκόλληση, πλήττοντας κυρίως τα πιο ευάλωτα άτομα με λιγότερες κοινωνικές επαφές.
- Σε έρευνα του MIT Media Lab, φοιτητές που χρησιμοποίησαν το ChatGPT για συγγραφή εκθέσεων εμφάνισαν την ασθενέστερη νευρωνική συνδεσιμότητα στον εγκέφαλο, συγκριτικά με όσους χρησιμοποίησαν μηχανή αναζήτησης ή βασίστηκαν μόνο στη σκέψη τους.
- Ένα τεστ μνήμης που ακολούθησε την έρευνα αποκάλυψε ένα φαινόμενο «γνωστικού χρέους», καθώς η πλειοψηφία των χρηστών ΑΙ αδυνατούσε να θυμηθεί τι είχε γράψει, αν και η μελέτη δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί πλήρως.
- Η γνωστική βλάβη προκύπτει όταν ανατίθεται όλη η νοητική εργασία στην ΑΙ. Αντίθετα, η χρήση της ως εργαλείο μετά την ατομική σκέψη οδηγεί σε ισχυρότερη εγκεφαλική ενεργοποίηση και καλύτερη ανάκληση μνήμης.
Η καθημερινή χρήση chatbot τεχνητής νοημοσύνης φαίνεται να επηρεάζει τον ανθρώπινο εγκέφαλο με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους, έναν συναισθηματικό και έναν γνωστικό, σύμφωνα με νέες επιστημονικές έρευνες που έρχονται να ρίξουν φως σε ένα ζήτημα το οποίο απασχολεί όλο και περισσότερο ειδικούς ψυχικής υγείας.
Tα ευρήματα δεν είναι μονοσήμαντα
Στο συναισθηματικό επίπεδο, τα ευρήματα δεν είναι μονοσήμαντα. Για πολλούς χρήστες, οι συνομιλίες με ένα chatbot φαίνεται πράγματι να βοηθούν. Έρευνες έχουν δείξει ότι η χρήση τους μπορεί να μειώσει το άγχος και το αίσθημα μοναξιάς, ενισχύοντας παράλληλα την αίσθηση κοινωνικής στήριξης.
Σε αντίθεση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία η επιστημονική βιβλιογραφία συνδέει σταθερά με χειρότερη ψυχική υγεία, ένα υποστηρικτικό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να προσφέρει ανακούφιση τη στιγμή που χρειάζεται, ακριβώς επειδή είναι άμεσα διαθέσιμο, δεν κρίνει και βρίσκεται πάντα εκεί.
Η εικόνα, ωστόσο, αλλάζει δραματικά όταν η χρήση γίνεται εντατική και συναισθηματικά εξαρτημένη. Τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη, που πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του ΜΙΤ και της OpenAI, διαπίστωσε ότι, ενώ ορισμένα χαρακτηριστικά μείωναν ελαφρώς το αίσθημα μοναξιάς, η εντατική καθημερινή χρήση συνδεόταν αντίθετα με μεγαλύτερη μοναξιά, αυξημένη συναισθηματική εξάρτηση και λιγότερη πραγματική κοινωνικοποίηση.
Το πρόβλημα αυτό φαίνεται να πλήττει περισσότερο ακριβώς τους ανθρώπους που είναι πιο ευάλωτοι απέναντί του, δηλαδή όσους έχουν λιγότερες ανθρώπινες σχέσεις, ισχυρότερη τάση συναισθηματικής προσκόλλησης ή αυξημένο κοινωνικό άγχος. Είναι, με άλλα λόγια, ακριβώς εκείνοι που στρέφονται περισσότερο σε ένα «συνοδό» τεχνητής νοημοσύνης, οι πιο επιρρεπείς στο να τραυματιστούν από αυτόν.
Στο γνωστικό επίπεδο, τα ευρήματα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακά. Στη μελέτη «Ο εγκέφαλός σου στο ChatGPT», ερευνητές του MIT Media Lab, με επικεφαλής τη Ναταλίγια Κόσμινα, στρατολόγησαν 54 φοιτητές ηλικίας 18 έως 39 ετών από πέντε πανεπιστήμια της περιοχής της Βοστώνης, ζητώντας τους να γράφουν εκθέσεις 20 λεπτών επί τέσσερις μήνες, φορώντας ειδικά κράνη με 32 ηλεκτρόδια για την καταγραφή εγκεφαλικής δραστηριότητας. Μία ομάδα χρησιμοποιούσε το ChatGPT, μία μηχανή αναζήτησης και μία δεν χρησιμοποιούσε κανένα εργαλείο, βασιζόμενη αποκλειστικά στη δική της σκέψη.
«Γνωστικό χρέος»: Η νέα ανησυχία
Η συνδεσιμότητα του εγκεφάλου αποδείχθηκε αντιστρόφως ανάλογη με τον βαθμό εξωτερικής υποστήριξης. Η ομάδα που δεν χρησιμοποίησε κανένα εργαλείο εμφάνισε τα ισχυρότερα και πιο εκτεταμένα νευρωνικά δίκτυα, η ομάδα της μηχανής αναζήτησης βρέθηκε σε ενδιάμεσο επίπεδο, ενώ η ομάδα του ChatGPT κατέγραψε την ασθενέστερη εγκεφαλική σύζευξη από όλες.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό ήταν το τεστ μνήμης που ακολούθησε. Στην πρώτη συνεδρία, το 83% όσων είχαν χρησιμοποιήσει το εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης δεν μπόρεσαν να παραθέσουν καμία φράση από το κείμενο που μόλις είχαν γράψει, ενώ κανείς δεν κατάφερε να αποδώσει σωστά κάποιο απόσπασμα. Μέχρι την τρίτη συνεδρία, ένας στους τρεις εξακολουθούσε να μην μπορεί να θυμηθεί με ακρίβεια όσα είχε γράψει. Οι ερευνητές ονόμασαν αυτό το συσσωρευτικό φαινόμενο «γνωστικό χρέος».
Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, δύο σημαντικές επιφυλάξεις: η μελέτη είναι ακόμη σε μορφή prepublication και δεν έχει ολοκληρώσει την επιστημονική κριτική αξιολόγηση, ενώ μόλις 18 από τους 54 συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν τη φάση εναλλαγής εργαλείων που παρήγαγε το πιο συζητημένο εύρημα της έρευνας.
Το συμπέρασμα, πάντως, δεν είναι απλώς ότι η τεχνητή νοημοσύνη «μας κάνει πιο χαζούς». Η λεπτομέρεια που πραγματικά έχει σημασία είναι διαφορετική. Η βλάβη προέκυπτε όταν οι συμμετέχοντες ανέθεταν ολόκληρη τη νοητική εργασία στο εργαλείο. Όσοι είχαν χρησιμοποιήσει πρώτα την τεχνητή νοημοσύνη και κλήθηκαν στη συνέχεια να γράψουν μόνοι τους, εξακολουθούσαν να εμφανίζουν χαμηλή γνωστική δέσμευση.
Αντίθετα, όσοι έγραψαν πρώτα χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό τους και κατέφυγαν στην τεχνητή νοημοσύνη μόνο εκ των υστέρων, εμφάνισαν καλύτερη ανάκληση μνήμης και ισχυρότερη εγκεφαλική ενεργοποίηση, συγκρίσιμη με εκείνη της ομάδας που χρησιμοποίησε απλή μηχανή αναζήτησης.
Aντίθετα αποτελέσματα ανάλογα με τη σειρά χρήσης του
Το ίδιο εργαλείο, δηλαδή, μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς αντίθετα αποτελέσματα ανάλογα με τη σειρά χρήσης του. Το μυστικό, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι απλό: σκέψου πρώτα μόνος σου και μετά κατέφυγε στο εργαλείο.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στις δύο κατηγορίες ευρημάτων. Η ενεργή, στοχευμένη χρήση, όπου ο χρήστης παραμένει σε εγρήγορση και ελέγχει τα αποτελέσματα, φαίνεται να ωφελεί. Η παθητική, εξαρτημένη χρήση, όπου η τεχνητή νοημοσύνη υποκαθιστά τη σκέψη ή την ανθρώπινη επαφή, φαίνεται να βλάπτει. Δεν έχει τόσο σημασία η ποσότητα χρήσης, όσο ο ρόλος που της επιτρέπουμε να καταλάβει στη ζωή μας.
Οι ειδικοί συνιστούν να αντιμετωπίζουμε την τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο και όχι ως σχέση, να ενεργοποιούμε πρώτα τη δική μας σκέψη πριν καταφύγουμε σε αυτήν, να ελέγχουμε πάντα τα αποτελέσματά της, και σε περίπτωση συναισθηματικής δυσκολίας, να μην τη θεωρούμε υποκατάστατο επαγγελματικής βοήθειας.