Αν ξυπνήσετε ένα πρωί, κοιτάξετε στον καθρέφτη και αναρωτηθείτε αν γεράσατε απότομα, μπορεί και να εικάζετε σωστά.
Σύμφωνα με μελέτη του 2024 που εξέτασε τις μοριακές αλλαγές που σχετίζονται με τη γήρανση, οι άνθρωποι βιώνουν δύο σημαντικά «άλματα» στη γήρανση: το πρώτο κατά μέσο όρο γύρω στα 44 έτη και το δεύτερο περίπου στα 60. «Δεν αλλάζουμε απλώς σταδιακά με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχουν κάποιες πραγματικά δραματικές αλλαγές», εξήγησε ο γενετιστής Μάικλ Σνάιντερ από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, τον Αύγουστο του 2024, όταν δημοσιεύτηκε η έρευνα. «Αποδεικνύεται ότι τα μέσα της δεκαετίας των 40 είναι μια εποχή δραματικών αλλαγών, όπως και οι αρχές της δεκαετίας των 60. Και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την κατηγορία μορίων που εξετάζετε».
Η γήρανση αποτελεί σύνθετη βιολογική διαδικασία και συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων ασθενειών. Για να κατανοήσουν καλύτερα τι ακριβώς αλλάζει στον οργανισμό με την πάροδο του χρόνου, ο Σνάιντερ και οι συνεργάτες του παρακολούθησαν 108 ενήλικες, οι οποίοι παρείχαν βιολογικά δείγματα κάθε λίγους μήνες επί σειρά ετών. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε ορισμένες παθήσεις, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ και τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο κίνδυνος εμφάνισης δεν αυξάνεται σταθερά αλλά παρουσιάζει απότομη άνοδο μετά από συγκεκριμένες ηλικίες.
Αυτό τους οδήγησε να εξετάσουν πιο προσεκτικά τους βιοδείκτες γήρανσης, προκειμένου να εντοπίσουν αντίστοιχες αλλαγές. Στο πλαίσιο της έρευνας αναλύθηκαν συνολικά 135.239 βιολογικά χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων RNA, πρωτεΐνες, λιπίδια και μικροβιώματα από το έντερο, το δέρμα, τη μύτη και τη στοματική κοιλότητα. Κάθε συμμετέχων παρείχε κατά μέσο όρο 47 δείγματα μέσα σε διάστημα 626 ημερών, και έτσι προέκυψαν περισσότερα από 246 δισεκατομμύρια δεδομένα προς ανάλυση.
Πώς γερνάει ο ανθρώπινος οργανισμός σε δύο ηλικιακές φάσεις
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου το 81% των μορίων που μελετήθηκαν παρουσίασε αξιοσημείωτες μεταβολές σε μία ή και στις δύο αυτές ηλικιακές φάσεις. Οι αλλαγές κορυφώθηκαν στα μέσα της δεκαετίας των 40 και ξανά στις αρχές της δεκαετίας των 60, με ελαφρώς διαφορετικά προφίλ. Η κορύφωση στα μέσα της δεκαετίας των 40 συνδέθηκε με αλλαγές σε μόρια που σχετίζονται με τον μεταβολισμό των λιπιδίων, της καφεΐνης και του αλκοόλ, καθώς και με καρδιαγγειακές παθήσεις και δυσλειτουργίες του δέρματος και των μυών. Αντίστοιχα, στις αρχές της δεκαετίας των 60 οι μεταβολές συνδέθηκαν με τον μεταβολισμό υδατανθράκων και καφεΐνης, τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και των νεφρών.
Παρότι η πρώτη κορύφωση συμπίπτει χρονικά με την περιεμμηνόπαυση ή την εμμηνόπαυση στις γυναίκες, οι επιστήμονες απέκλεισαν το ενδεχόμενο αυτό να αποτελεί τη βασική αιτία, καθώς σημαντικές μοριακές αλλαγές παρατηρήθηκαν και στους άνδρες της ίδιας ηλικίας.
Οι ερευνητές επισημαίνουν πάντως ότι το δείγμα της μελέτης ήταν περιορισμένο και τονίζουν την ανάγκη περαιτέρω έρευνας ώστε να κατανοηθεί καλύτερα ο τρόπος με τον οποίο αλλάζει το ανθρώπινο σώμα με το πέρασμα του χρόνου.