Δεν υπόσχεται γρήγορα αποτελέσματα, ούτε δραστικές μεταμορφώσεις. Αντίθετα, προσφέρει μια σταδιακή, βιώσιμη προσέγγιση που ευνοεί την καρδιά, τον εγκέφαλο και το περιβάλλον.
Ύστερα από δεκαετίες διατροφικών τάσεων και αντικρουόμενων συμβουλών, η επιστήμη φαίνεται να έχει καταλήξει σε ένα σχετικά σταθερό συμπέρασμα: Αν υπάρχει μια δίαιτα που υπερέχει συστηματικά σε όλα τα επίπεδα υγείας, αυτή είναι η μεσογειακή.
Πλούσια σε φυτικές ίνες, λαχανικά, όσπρια, φρούτα, ξηρούς καρπούς και ψάρι, με περιορισμένη κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών, συνδυάζει καρδιαγγειακή προστασία, μεταβολικά οφέλη και θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα - χωρίς να θυσιάζει τη γεύση. «Δεν είναι μόνο υγιεινή, είναι και εξαιρετικά νόστιμη», αναφέρει ο Luigi Fontana, από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ.
Την καθιέρωσαν ως επιστημονικό σημείο αναφοράς
Σε αντίθεση με πολλές σύγχρονες διατροφικές τάσεις, η μεσογειακή δίαιτα δεν βασίζεται σε υποσχέσεις γρήγορης απώλειας βάρους ή σε αυστηρούς αποκλεισμούς τροφίμων. Υποστηρίζεται από δεκαετίες ερευνών, με τα πιο ισχυρά δεδομένα να προκύπτουν τον 21ο αιώνα μέσα από τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, οι οποίες την καθιέρωσαν ως επιστημονικό σημείο αναφοράς.
Η ιστορία της ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του 1940, όταν ο Αμερικανός φυσιολόγος Ancel Keys παρατήρησε ότι πληθυσμοί της νότιας Ευρώπης εμφάνιζαν χαμηλότερα ποσοστά καρδιοπαθειών. Ο ίδιος υποστήριξε πως ο περιορισμός των κορεσμένων λιπαρών -που βρίσκονται κυρίως στο κρέας και στα γαλακτοκομικά- μειώνει τη χοληστερόλη που φράζει τις αρτηρίες.
Μαζί με τη σύζυγό του Margaret, διατροφολόγο, συνέκριναν διατροφικές συνήθειες και καρδιακή υγεία σε επτά χώρες, καταγράφοντας σαφή συσχέτιση ανάμεσα στο μεσογειακό πρότυπο και στη μειωμένη καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Η μελέτη τους, ωστόσο, δεν λάμβανε υπόψη κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, αφήνοντας ανοιχτά ερωτήματα.
Η καθοριστική επιβεβαίωση ήρθε το 1999, όταν ερευνητές χώρισαν τυχαία άτομα που είχαν υποστεί καρδιακή προσβολή σε δύο ομάδες: μία που ακολούθησε μεσογειακή δίαιτα και μία χαμηλών λιπαρών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι υιοθέτησαν το μεσογειακό μοντέλο είχαν σημαντικά μειωμένο κίνδυνο νέου εμφράγματος ή εγκεφαλικού, παρέχοντας τις πρώτες ισχυρές αποδείξεις αιτιώδους σχέσης.
Έκτοτε, πλήθος μελετών έχει συνδέσει τη μεσογειακή διατροφή με χαμηλότερα ποσοστά καρδιοπαθειών, διαβήτη τύπου 2, ορισμένων μορφών καρκίνου και γνωστικής έκπτωσης. Παράλληλα, φαίνεται να συμβάλλει στη διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και στη μείωση της χρόνιας φλεγμονής, ενός βασικού μηχανισμού πίσω από πολλές εκφυλιστικές νόσους.
Το διατροφικό αυτό πρότυπο δίνει έμφαση στο ελαιόλαδο ως κύρια πηγή λιπαρών, αντικαθιστώντας τα ζωικά λίπη, ενώ ενθαρρύνει την κατανάλωση εποχικών προϊόντων, ολικής άλεσης δημητριακών και ζυμωμένων τροφών. Το κόκκινο κρέας περιορίζεται, ενώ τα γεύματα συχνά συνοδεύονται από κοινωνική συναναστροφή - ένα στοιχείο που, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, ενισχύει έμμεσα την ευεξία.
Πέρα από τα ατομικά οφέλη, η μεσογειακή δίαιτα θεωρείται και φιλικότερη προς το περιβάλλον. Η χαμηλότερη κατανάλωση ζωικών προϊόντων μειώνει το αποτύπωμα άνθρακα, ενώ η έμφαση στα φυτικά τρόφιμα ευθυγραμμίζεται με τους παγκόσμιους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης. Σε έναν πλανήτη που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα υγειονομικές και κλιματικές κρίσεις, αυτός ο συνδυασμός θεωρείται καθοριστικός.
Οι ειδικοί επισημαίνουν πως η επιτυχία της μεσογειακής δίαιτας δεν οφείλεται σε κάποιο «μαγικό» συστατικό, αλλά στη συνολική φιλοσοφία της. Δεν πρόκειται για δίαιτα στέρησης, αλλά για έναν τρόπο ζωής που προωθεί τη μέτρια κατανάλωση, την ποικιλία και την απόλαυση του φαγητού. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους θεωρείται πιο εύκολα διατηρήσιμη μακροπρόθεσμα σε σχέση με αυστηρά διατροφικά σχήματα.
Σήμερα, καθώς η επιστημονική κοινότητα αναζητεί λύσεις που να βελτιώνουν τόσο τη δημόσια υγεία όσο και την ανθεκτικότητα των διατροφικών συστημάτων, η μεσογειακή δίαιτα ξεχωρίζει ως ένα σπάνιο παράδειγμα όπου η παράδοση συναντά την τεκμηριωμένη γνώση. Δεν υπόσχεται γρήγορα αποτελέσματα ούτε δραστικές μεταμορφώσεις. Αντίθετα, προσφέρει μια σταδιακή, βιώσιμη προσέγγιση που ευνοεί την καρδιά, τον εγκέφαλο και το περιβάλλον.
Όπως συνοψίζει ο Fontana, η αξία της βρίσκεται στην απλότητά της: πραγματικό φαγητό, φυτικές τροφές στο επίκεντρο, λιγότερο επεξεργασμένα προϊόντα και μια κουλτούρα που αντιμετωπίζει το γεύμα ως στιγμή σύνδεσης. Σε έναν κόσμο γεμάτο αντικρουόμενες συμβουλές, αυτή η ισορροπημένη συνταγή ίσως αποτελεί πράγματι «τη μία δίαιτα που είναι καλή για τα πάντα».