Πριν τις κούκλες Labubu, υπήρχαν τα Cabbage Patch Kids ή αλλιώς Λαχανόπαιδα, τα οποία προκάλεσαν φρενίτιδα και σχεδόν... εξέγερση τη δεκαετία του '80.
Το 1983 οι κούκλες Cabbage Patch Kids έγιναν το απόλυτο χριστουγεννιάτικο παιχνίδι, προκαλώντας πανικό, τραυματισμούς και μια πρωτοφανή εμπορική υστερία.
Η εταιρεία παραγωγής τους, δεν προετοιμάστηκε σωστά για τη μαζική ζήτηση στις γιορτές, γεγονός που οδήγησε σε «εξέγερση» από τους φανατισμένους καταναλωτές. Τα πράγματα σε πολλά καταστήματα ξέφυγαν και έγιναν βίαια, καθώς δεν υπήρχαν αρκετές κούκλες για όλους. Η φρενίτιδα που σημειώθηκε τότε, συχνά αναφέρεται ως προάγγελος των σκηνών καταναλωτικού χάους που σήμερα συνδέουμε με την Black Friday.
Η τρέλα των Χριστουγέννων
Στην Αμερική του 1983, τα Cabbage Patch Kids δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι. Ήταν το «πρέπει» των γιορτών. Σε πολυκατάστημα της Πενσυλβάνια, η ζήτηση οδήγησε σε εικόνες πανικού: μια γυναίκα έσπασε το πόδι της, άλλοι τραυματίστηκαν, ενώ ο διευθυντής χρειάστηκε να πάρει μπαστούνι του μπέιζμπολ για να επιβάλει την τάξη.
Το κόστος του να μην αποκτήσει κανείς το «απόλυτο παιχνίδι της χρονιάς» ήταν υπερβολικό για κάποιους αγχωμένους γονείς. Όταν μια μητέρα, η Patti Colachino κατάφερε να φτάσει στον πάγκο των παιχνιδιών, οι κούκλες είχαν ήδη εξαντληθεί. «Τι να πούμε τώρα στη μικρή μας ανήμερα των Χριστουγέννων; Τι υποτίθεται ότι θα της πούμε; Ήσουν καλή, αλλά ο Άη Βασίλης δεν είχε αρκετές;» είπε.
Οι σκηνές αυτές χαρακτηρίστηκαν από τον παρουσιαστή ειδήσεων του BBC John Humphrys ως «το πιο πρόσφατο τρομακτικό παράδειγμα της υπερβολικής καταναλωτικής υστερίας πριν τα Χριστούγεννα που πλήττει την Αμερική».
Η υστερία πέρασε τον Ατλαντικό. Στο Λονδίνο, οι κούκλες άρχισαν να εξαφανίζονται από τα ράφια, ενώ αεροσυνοδοί από το Ντάλας άρπαξαν τις τελευταίες εννέα στο Harrods. Μία από αυτές, η Barbara Ericson, είπε στην Daily Mirror: «Είναι τρέλα, αλλά μόλις οι φίλες μας έμαθαν ότι θα πηγαίναμε στην Αγγλία, μας ζήτησαν όλες να τους πάρουμε από μία». Άλλη μια ακραία περίπτωση, ήταν αυτή ενός Αμερικανού ταχυδρόμου, ο οποίος πέταξε μέχρι την Αγγλία μόνο για να αγοράσει μία και να επιστρέψει αμέσως πίσω.
Οι κούκλες συνοδεύονταν από μια ευφάνταστη ιδέα που γοήτευσε τον κόσμο. Η διαφήμιση έλεγε πως η κάθε μία ήταν σχεδιασμένη από υπολογιστή ώστε να έχει ελαφρώς διαφορετικό πρόσωπο, ενώ είχε δικό της προφίλ χαρακτήρα, πιστοποιητικό γέννησης και ένα έντυπο υιοθεσίας που συμπλήρωνε ο νέος «γονιός». Κάθε κούκλα έφερε την υπογραφή του 28χρονου δημιουργού τους και πρώην φοιτητή τέχνης, Xavier Roberts, στο πίσω μέρος, σαν να ήταν πραγματικό έργο τέχνης. Ο ίδιος, δεν τις έβλεπε απλά ως κούκλες, αλλά ως έργα τέχνης.
Πώς ξεκίνησαν όλα
Ο Roberts ξεκίνησε ως γλύπτης πηλού, αλλά στη συνέχεια άρχισε να φτιάχνει πρόσωπα παιδιών από μαλακό ύφασμα. Εμπνεύστηκε από το έργο της διστακτικής και ντροπαλής Appalachian λαϊκής καλλιτέχνιδας Martha Nelson Thomas, η οποία πουλούσε τις χαρακτηριστικές κούκλες της, τις Doll Babies, σε τοπικές εκθέσεις χειροτεχνίας. Αργότερα, η Thomas στράφηκε νομικά εναντίον του Roberts, και το 1984 κατέληξαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό για άγνωστο ποσό.
Το 1976, όταν άρχισε να φτιάχνει χειροποίητες κούκλες που ονόμασε αρχικά «Little People» («Μικροί Άνθρωποι»). Κάθε μία είχε διαφορετικό πρόσωπο, πιστοποιητικό γέννησης και έντυπο υιοθεσίας. Το «τέλος υιοθεσίας» των 40 δολαρίων ήταν μια έξυπνη εμπορική κίνηση που μετέτρεψε τις κούκλες σε συλλεκτικά αντικείμενα.
Δύο χρόνια μετά, ο «δαιμόνιος» Αμερικανός, άνοιξε το Babyland General Hospital, όπου «γιατροί» και «νοσοκόμες» βοηθούσαν τους επισκέπτες να «υιοθετήσουν» τα μωρά. Η εμπειρία ήταν σουρεαλιστική, αλλά γοήτευσε το κοινό και έθεσε τις βάσεις για την εμπορική έκρηξη. Στην αρχή, όπως είπε, η ιδέα ήταν πιο δημοφιλής σε ενήλικες «και μόνον αργότερα κέρδισε πραγματικά τα παιδιά».
Οι κούκλες κυκλοφόρησαν μαζικά αλλά ήταν και μοναδικές, με διαφορετικούς συνδυασμούς χρώματος μαλλιών και ματιών. Η κάθε μία είχε το δικό του παράξενο όνομα. Το κοινό τους χαρακτηριστικό, ήταν ότι στα οπίσθιά τους έφεραν όλα αντίγραφο της υπογραφής του Roberts.
Όπως είπε ο ίδιος στο BBC: «Ζω στα βουνά της αγροτικής Τζόρτζια και πάντα μας έλεγαν όταν μεγαλώναμε ότι προερχόμαστε από ένα... λάχανο. Οπότε, υποθέτω πως χρησιμοποίησα λιγάκι τη Μητέρα Φύση».
Η Coleco Industries ανέλαβε τη μαζική παραγωγή το 1982, μετονομάζοντας τις κούκλες σε Cabbage Patch Kids. Η επιτυχία ήταν άμεση και εκρηκτική: μέχρι το τέλος του 1983 είχαν «υιοθετηθεί» πάνω από 2,5 εκατομμύρια.
Η δημοτικότητα γέννησε ακόμη και μακάβρια αυτοκόλλητα-κάρτες, τους Garbage Pail Kids, με γκροτέσκες φιγούρες που ενθουσίασαν τα παιδιά και σόκαραν τους γονείς. Στο πίσω μέρος των καρτών υπήρχαν σατιρικές «άδειες συμπεριφοράς» που έδιναν στα παιδιά το «δικαίωμα» να κάνουν αντικοινωνικές πράξεις: από το να παραλείπουν τα μαθήματα μέχρι το να «λένε ψέματα όποτε το κρίνουν απαραίτητο». Οι κάρτες προκάλεσαν αντιδράσεις και τελικά άλλαξαν ύστερα από αγωγή για παραβίαση εμπορικού σήματος.
Ένα φαινόμενο που άλλαξε την αγορά
Όταν τον ρώτησαν από το BBC πόσα χρήματα είχε βγάλει από τις κούκλες, χαμογέλασε και παραδέχτηκε: «Πολλά. Πάρα πολλά... πράσινα».
Οι κούκλες Cabbage Patch Kids δεν ήταν απλώς παιχνίδια. Ήταν ένα φαινόμενο που άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο η βιομηχανία παιχνιδιών δημιουργεί και πουλάει «τρέλες».