Το φημισμένο εστιατόριο Rules αγάπησαν ο Ντίκενς και ο Θάκερι και υπήρξε αγαπημένο στέκι του Τσάρλι Τσάπλιν, του Λόρενς Ολίβιε και της Άβα Γκάρντνερ.
- Ο ιδιοκτήτης του παλαιότερου εστιατορίου του Λονδίνου, Rules, δώρισε το ιστορικό κτίριο στον οργανισμό πολιτιστικής κληρονομιάς National Trust, εξασφαλίζοντας ότι η μακρά ιστορία του θα προστατευθεί από τις μελλοντικές αλλαγές και θα διαφυλαχθεί για πάντα.
- Η δωρεά, αξίας 11 εκατομμυρίων λιρών, αποτελεί την πρώτη είσοδο του National Trust στον χώρο της εστίασης. Ο οργανισμός αποκτά την ιδιοκτησία του κτιρίου, διευρύνοντας το χαρτοφυλάκιό του που ήδη περιλαμβάνει ιστορικές παμπ και ξενοδοχεία.
- Η καθημερινή λειτουργία του εστιατορίου δεν θα αλλάξει, καθώς η επιχείρηση ανήκει στον γενικό διευθυντή του. Οι πελάτες δεν θα δουν αλλαγές στο μενού, ούτε θα υπάρξουν προνόμια για τα μέλη του οργανισμού.
- Ο οργανισμός αποδέχθηκε την πρόταση έπειτα από ενδελεχή εξέταση, καθώς το κτίριο του επιτρέπει να αφηγηθεί μοναδικές ιστορίες της κοινωνικής ζωής του Λονδίνου, διατηρώντας την ξεχωριστή ατμόσφαιρα και την ιστορική του αξία.
Όταν ο Τόμας Ρουλ σέρβιρε το πρώτο του στρείδι στη Μέιντεν Λέιν του Κόβεντ Γκάρντεν, στο Λονδίνο, στον θρόνο της Αγγλίας καθόταν ο «τρελός» Γεώργιος Γ΄, πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Τζον Άνταμς και ο Ουίλιαμ Πιτ ο Νεότερος είχε μόλις σκαρφιστεί κάτι που ονόμασε φόρο εισοδήματος, για να χρηματοδοτήσει τους Ναπολεόντειους Πολέμους.
Το Rules βρίσκει μόνιμο προστάτη
Περισσότεροι από δύο αιώνες πέρασαν από τότε, και το Rules, το εστιατόριο που ίδρυσε ο Ρουλ το 1798 σε μια γειτονιά που έμελλε να γίνει η καρδιά των θεάτρων της βρετανικής πρωτεύουσας, έχει επιβιώσει από εννέα Βρετανούς μονάρχες και 45 πρωθυπουργούς. Σε 228 χρόνια έχει αλλάξει χέρια μόλις τρεις φορές. Το εσωτερικό του τετραώροφου κτιρίου, φορτωμένο με ιστορικές θεατρικές αφίσες, παλιές γελοιογραφίες και επίχρυσα κέρατα ελαφιών, έχει μείνει σχεδόν απαράλλακτο από τον 19ο αιώνα. Το ίδιο και ο χαρακτήρας του επίμονα κρεατοφαγικού μενού, με ριγιέτ κουνελιού, κότσι μοσχαριού και ψητή φραγκόκοτα.
Το Rules αγάπησαν ο Ντίκενς και ο Θάκερι, ενέπνευσε τον Γκράχαμ Γκριν και υπήρξε αγαπημένο στέκι του Τσάρλι Τσάπλιν, του Λόρενς Ολίβιε και της Άβα Γκάρντνερ. Ακόμη όμως και το παλαιότερο εστιατόριο του Λονδίνου δεν είναι άτρωτο στους ανέμους της αλλαγής. Αυτό οδήγησε τον Τζέι Πι Μέιχιου, που το αγόρασε το 1984, στο ίσως σημαντικότερο βήμα της μακράς ιστορίας του: δώρισε το ιστορικό κτίριο στο National Trust, τον μεγάλο βρετανικό οργανισμό προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, βέβαιος ότι θα «προστατεύσει αυτό το μέρος όπως δεν θα μπορούσε κανείς άλλος».
Πρώτη φορά εστιατόριο για το National Trust
«Με πολλά χρόνια σκληρής δουλειάς και μερικά εξαιρετικά χτυπήματα τύχης, το Rules έχει επιβιώσει από τα πάντα, από σχέδια ανάπλασης και αλλαγές στις γεύσεις μέχρι τους γερμανικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς του Β' Παγκοσμίου πολέμου», δήλωσε ο Μέιχιου.
Αναλαμβάνοντας το διατηρητέο ακίνητο στους αριθμούς 34 και 35 της Μέιντεν Λέιν, πρόσθεσε, ο οργανισμός θα διαφυλάξει «τα τούβλα και το κονίαμα, το περίφημο εσωτερικό του, αλλά και την αόρατη ατμόσφαιρά του. Τους είμαι ευγνώμων που πίστεψαν σε αυτή την ιδέα και που προστατεύουν αυτό το κτίριο και ιστορίες δύο αιώνων, για να τις χαίρεται ο κόσμος για πάντα».
Η δωρεά, αξίας 11 εκατομμυρίων λιρών, είναι από τις πολυτιμότερες στην πρόσφατη ιστορία του National Trust και σηματοδοτεί την πρώτη του είσοδο στον χώρο της εστίασης, αν και στο χαρτοφυλάκιό του υπάρχουν ήδη 39 ιστορικές παμπ και ορισμένα ξενοδοχεία σε αρχοντικά της υπαίθρου, όπως το Κλίβντεν στο Μπάκινγκχαμσαϊρ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο οργανισμός θα αναλάβει το δίπλωμα των πετσετών ή το αργό μαγείρεμα των χοιρινών μάγουλων. Ο Μέιχιου δωρίζει το κτίριο και το περιεχόμενό του, όμως την επιχείρηση την είχε ήδη πουλήσει το 2022 στον Ρίκι ΜακΜένεμι, επί χρόνια γενικό διευθυντή του, ο οποίος πλέον θα είναι εμπορικός μισθωτής του National Trust.
«Η καθημερινή μας εμπλοκή θα είναι μάλλον πολύ διακριτική», εξηγεί η Λούσι Πόρτεν, εθνική επιμελήτρια του οργανισμού. «Θα λειτουργεί πάντα ως εστιατόριο. Εμείς θα φροντίζουμε το κτίριο και το περιεχόμενό του, αλλά αναγνωρίζουμε ότι θα πρέπει να εξελίσσονται, αν θέλουν να συνεχίσουν να καλύπτουν τις ανάγκες των θαμώνων».
Φλερτ, συμφωνίες και ραγισμένες καρδιές
Οι πελάτες, σύμφωνα με την ίδια, δεν θα δουν σχεδόν καμία αλλαγή στο μενού και, κυρίως, κανένα σκόουν. «Δεν είναι μενού του National Trust, πρόκειται για μια πολύ επιτυχημένη επιχείρηση με δική της υπόσταση. Δεν θα υπάρχουν σκόουν. Δεν είναι αυτή η δουλειά τους». Ούτε προνομιακή πρόσβαση ή ειδικές τιμές θα έχουν τα μέλη του οργανισμού, «γιατί είναι επιχείρηση και πρέπει να είναι επιτυχημένη». Αντίθετα, εξετάζονται εικονικές περιηγήσεις και άλλοι τρόποι ώστε ο κόσμος να «νιώθει ότι επισκέπτεται τον χώρο» από απόσταση.
Ο Μέιχιου είχε πρωτοπροσεγγίσει τον οργανισμό πριν από αρκετά χρόνια. Η Πόρτεν παραδέχεται ότι η πρόταση τους ενθουσίασε, όμως εξέτασαν προσεκτικά αν ήταν οι κατάλληλοι να αναλάβουν το κτίριο. «Η φύση του National Trust και το γεγονός ότι έχουμε αυτή την εξαιρετική δυνατότητα να αναλαμβάνουμε χώρους αναπαλλοτρίωτα, για πάντα, σημαίνει ότι πρέπει να σκεφτόμαστε τι είναι σωστό για το σήμερα, αλλά και πώς θα τους φροντίσουμε για τις επόμενες γενιές. Είναι μεγάλο πράγμα. Η απόφαση έπρεπε να είναι πολύ ζυγισμένη».
Μέρος της αξίας του Rules για τον οργανισμό, εξηγεί, είναι ότι του επιτρέπει να αφηγηθεί ιστορίες που δύσκολα χωρούν στις υπόλοιπες ιδιοκτησίες του. «Νιώθεις όλα τα νόστιμα φαγητά που πέρασαν από εδώ, τα εκλεκτά κρασιά, την καλή παρέα. Υπάρχει κάτι στον αέρα από τις κουβέντες και τις γιορτές, τα φλερτ, τις συμφωνίες που κλείστηκαν, τις καρδιές που ράγισαν. Όλα αυτά αιωρούνται με έναν πολύ μαγικό τρόπο, σκηνικό για πολλές διαφορετικές ιστορικές στιγμές και ζωές. Είναι ένα εξαιρετικό κομμάτι της κοινωνικής ιστορίας του Λονδίνου, και το να βρίσκεται εδώ τόσο καιρό, στο ίδιο σημείο, κάνοντας την ίδια δουλειά, είναι κάτι πολύ σπάνιο και ξεχωριστό».