Στις 7 Φεβρουαρίου 1692, σε μια μικρή αποικιακή κοινότητα της Νέας Αγγλίας, άναψε η σπίθα που θα εξελισσόταν σε ένα από τα πιο σκοτεινά επεισόδια της αμερικανικής ιστορίας.
Το Σάλεμ, μια ήσυχη πόλη που ζούσε κάτω από τον φόβο, τη δεισιδαιμονία και τον θρησκευτικό φανατισμό, μετατράπηκε μέσα σε λίγους μήνες σε τόπο μαζικής υστερίας. Κατηγορίες για μαγεία, ανεξήγητες κρίσεις, πανικός και δημόσιες δίκες οδήγησαν σε δεκάδες συλλήψεις και 19 εκτελέσεις, ενώ ακόμη ένα θύμα πέθανε υπό ακραία βασανιστήρια με πέτρες, αφήνοντας πίσω τους ένα αποτύπωμα που εξακολουθεί να στοιχειώνει τη συλλογική μνήμη, γνωστό ως το «κυνήγι μαγισσών» του Σάλεμ.
Οι ρίζες του κυνηγιού μαγισσών
Πριν από όλα, χρειάζεται να διαλυθούν ορισμένοι μύθοι. «Δεν υπήρχαν γυναίκες με πράσινο πρόσωπο, μυτερά καπέλα και λέβητες στο Σάλεμ της αποικιακής εποχής», σημειώνει η Μπρίτζετ Μ. Μάρσαλ, καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, η οποία έχει μελετήσει ιστορικές δίκες μαγισσών. Στην πραγματικότητα, οι κατηγορίες στρέφονταν συχνά σε γυναίκες που θεωρούνταν «ενοχλητικές» ή αποκλίνουσες από τις αυστηρές κοινωνικές νόρμες των βαθιά θρησκευόμενων κοινοτήτων. Συχνά στόχος γίνονταν και τα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας - φτωχές γυναίκες και γυναίκες έγχρωμες - άτομα εύκολο να κατηγορηθούν.
Οι δίκες μαγισσών δεν ήταν φαινόμενο αποκλειστικό στο Σάλεμ. Από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα, η Ευρώπη είχε ζήσει μια μακρά περίοδο μανίας, καταδικάζοντας περίπου 100.000 ανθρώπους - κυρίως γυναίκες- για συνεργασία με τον διάβολο και «ερμητικά εγκλήματα». Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία μετέφερε αυτή την εμμονή στον Νέο Κόσμο, όπου κοινωνικές αναταραχές, θρησκευτικές εντάσεις και πολιτικές συγκρούσεις έκαναν το Σάλεμ ιδιαίτερα ευάλωτο.
Όπως και άλλες πόλεις της Αγγλοκρατούμενης Αποικίας της Μασαχουσέτης, το Σάλεμ κατοικούνταν από Πουριτανούς αποίκους, αλλά η καθημερινότητά τους εξελισσόταν δίπλα σε αυτόχθονες πληθυσμούς, σκλαβωμένους Αφρικανούς και έναν αυξανόμενο αριθμό προσφύγων που είχαν εκτοπιστεί από περιοχές του σημερινού Καναδά και της Νέας Υόρκης λόγω του Πολέμου του Βασιλιά Γουλιέλμου (1689–1697). Η άφιξη τόσων νέων κατοίκων πίεζε τους πόρους της πόλης και ενίσχυε τις ήδη έντονες προσωπικές και θρησκευτικές αντιπαλότητες.
Η πρώτη κατηγορία για μαγεία
Μία από τις πιο χρόνιες συγκρούσεις στο Σάλεμ αφορούσε την εκκλησία του χωριού, η οποία δυσκολευόταν να κρατήσει μόνιμο ιερέα. Τελικά προσέλαβε τον Σάμουελ Πάρις, του οποίου η θητεία γρήγορα σημαδεύτηκε από διαμάχες λόγω των αυστηρών του απόψεων και των καυγάδων για τον μισθό του.
Τον Ιανουάριο του 1692, η εννιάχρονη κόρη του Πάρις, Ελίζαμπεθ, και η 11χρονη ανιψιά του, Αμπιγκέιλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν «επιληπτικές κρίσεις» μετά από παιχνίδια μαντείας, πρακτικές που θεωρούνταν αμαρτωλές από τους Πουριτανούς. Τα κορίτσια είχαν ρίξει ασπράδι αυγού σε νερό για να «μαντέψουν» το μέλλον τους και, όταν είδαν ένα σχήμα που έμοιαζε με φέρετρο, άρχισαν να φέρονται παράξενα: έβγαζαν ασυνάρτητους ήχους, γάβγιζαν, έκλαιγαν και έπεφταν στο πάτωμα με σπασμούς.
Ο γιατρός της πόλης αποφάνθηκε ότι είχαν «κακό χέρι επάνω τους», ότι δηλαδή βρίσκονταν υπό κάποιο ξόρκι. Η μαγεία και η συνεργασία με τον διάβολο ήταν ποινικά αδικήματα στη Μασαχουσέτη, και η υπόθεση γρήγορα πήρε νομική διάσταση. Τα κορίτσια κατηγόρησαν την Τιτούμπα, μια σκλαβωμένη γυναίκα που ανήκε στον Πάρις. Αν και δεν συμμετείχε στο παιχνίδι μαντείας, είχε φτιάξει ένα «κέικ μαγισσών» από ούρα και σίκαλη για να θεραπεύσει τα κορίτσια - μια πράξη που εξόργισε τον Πάρις, ο οποίος τη χτύπησε. Υπό πίεση, η Τιτούμπα ομολόγησε ότι υπηρετούσε τον διάβολο.
Δεν ήταν η μόνη. Τα κορίτσια κατηγόρησαν επίσης τη Σάρα Όσμπορν, που θεωρούνταν ανήθικη, και τη Σάρα Γκουντ, μια φτωχή γυναίκα που η κοινότητα απεχθανόταν. Και οι τρεις συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε δίκη.
Οι συνέπειες της μαζικής υστερίας
Τα πραγματικά κίνητρα πίσω από τις κατηγορίες παραμένουν ασαφή, αλλά οι συνέπειες ήταν καταστροφικές. Οι συλλήψεις πυροδότησαν ένα κύμα μαζικής υστερίας, το οποίο οι μελετητές έχουν αποδώσει σε παράγοντες που κυμαίνονται από δηλητηρίαση από έργκοτ (τοξικός μύκητας) μέχρι ψυχολογική «ομαδική πόλωση».
Μετά τις καταθέσεις της Τιτούμπα - όπου μίλησε για πτήσεις με σκουπόξυλα και για ένα βιβλίο που τους έδωσε ο διάβολος - περισσότερα κορίτσια άρχισαν να εμφανίζουν παρόμοια συμπτώματα. Οι κατηγορίες εξαπλώθηκαν γρήγορα. Καθώς η δίκη προχωρούσε, περισσότεροι κάτοικοι του Σάλεμ άρχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον για μαγεία. Η ιστορικός Κάρολ Φ. Κάρλσεν σημειώνει ότι πολλοί από όσους κατηγορούσαν άλλους, ζούσαν σε επισφαλείς συνθήκες και είχαν ελάχιστες προοπτικές, κάτι που εξηγεί τόσο την ανάγκη τους για προσοχή όσο και την επιθυμία τους για κοινωνική επιβεβαίωση.
Τα θύματα των δικών
Το Σάλεμ δημιούργησε ειδικό δικαστήριο που άρχισε να δικάζει και να εκτελεί κατηγορούμενους σε μεγάλους αριθμούς. Οι κατηγορούμενοι θεωρούνταν ένοχοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου, και οι καταδίκες βασίζονταν σε εξαναγκασμένες ομολογίες, μαρτυρίες τρίτων και «φασματικές αποδείξεις», δηλαδή όνειρα και οράματα μαρτύρων. Οι αξιωματούχοι επίσης λάμβαναν υπόψη τη φήμη, τη συμπεριφορά και το σώμα των κατηγορουμένων, ψάχνοντας για φυσικά χαρακτηριστικά όπως σπίλους ή γρατζουνιές που ερμήνευαν ως «σημάδια μάγισσας».
Ακόμη και παιδιά κινδύνευαν. Η τετράχρονη Ντόροθι Γκουντ κατηγορήθηκε ότι «βασάνιζε» τα θύματά της και φυλακίστηκε για 34 εβδομάδες, ενώ η νεογέννητη αδελφή της, Μέρσι, πέθανε στη φυλακή η και μητέρας της εκτελέστηκε με απαγχονισμό. Αν και οι γυναίκες αποτελούσαν την πλειονότητα των κατηγορουμένων, έξι άντρες καταδικάστηκαν επίσης. Ο 60χρονος Τζον Πρόκτορ, που είχε αντιταχθεί δημόσια στις δίκες, απαγχονίστηκε, μια ιστορία που αργότερα ενέπνευσε τον Άρθουρ Μίλερ στο The Crucible. Ο 81χρονος Τζάιλς Κόρι πέθανε υπό βασανιστήρια, πιεζόμενος αργά μέχρι θανάτου ανάμεσα σε πέτρες επειδή αρνήθηκε να ομολογήσει ή να αρνηθεί «διάφορες πράξεις μαγείας».
Τα επακόλουθα
Παρότι μόνο ένα μικρό ποσοστό κρίθηκε τελικά ένοχο, η τύχη των αθωωθέντων ήταν συχνά ζοφερή. Πολλοί έχασαν περιουσίες, πλήρωσαν υπέρογκα έξοδα φυλάκισης ή αντιμετώπισαν κοινωνικό αποκλεισμό. Η Τιτούμπα, παρότι ανακάλεσε την ομολογία της, έμεινε στη φυλακή για 13 μήνες μέχρι να πληρωθεί η εγγύησή της από άγνωστο ευεργέτη. Πέντε από τους κατηγορούμενους πέθαναν ενώ ήταν ακόμη φυλακισμένοι. Κάποιοι αφορίστηκαν από την εκκλησία και πολλοί αγωνίστηκαν για χρόνια για να καθαρίσουν τα ονόματά τους.
Η μανία έσβησε το 1693, εν μέρει χάρη σε δημόσιες παρεμβάσεις σημαντικών προσώπων όπως ο Πουριτανός ιερέας Κότον Μάθερ. Χρειάστηκαν αιώνες για να αναγνωρίσει πλήρως το Σάλεμ - που αποτελεί τώρα δημοφιλή προορισμό για τουρίστες που ενδιαφέρονται για το παραφυσικό - τα θύματά του. Η Μασαχουσέτη άρχισε να ζητά συγγνώμη το 1957, ενώ η τελευταία κατηγορούμενη που δεν είχε αθωωθεί, η Ελίζαμπεθ Τζόνσον Τζούνιορ, δικαιώθηκε μόλις το 2022. Το 2017, το Σάλεμ εγκαινίασε μνημείο στο σημείο των απαγχονισμών: έναν λιτό τοίχο μέσα στο δάσος, με χαραγμένα τα ονόματα των 19 εκτελεσμένων.