Τα Muppets δεν επιβίωσαν απλώς της πρώτης τους δόξας· τη μετέτρεψαν σε μια μακροχρόνια οικονομία νοσταλγίας και ανανέωσης, με δισεκατομμύρια σε συνολικά έσοδα μέσα από τηλεόραση,κινηματογράφο και YouTube.
Ακριβώς πενήντα χρόνια μετά το τηλεοπτικό ντεμπούτο του, ένα «βαριετέ» με αφρολέξ, τσόχα και απροκάλυπτα γκροτέσκο χιούμορ τύπου slapstick [σ.σ: ελαφρύ έως χυδαίο] εξακολουθεί να αποδεικνύει κάτι που η βιομηχανία του θεάματος συχνά ξεχνά: οι χαρακτήρες, όταν χτίζονται ως σύμπαν και όχι ως προϊόν, μπορούν να αντέξουν σε τεχνολογίες, μόδες και εταιρικές συγχωνεύσεις χωρίς να χάσουν τη δυνατότητα να παράγουν χρήμα.
Τα Muppets, το ιδιόρρυθμο κοπάδι που έφερε στη σκηνή ο Jim Henson και οι άνθρωποί του, δεν επιβίωσαν απλώς της πρώτης τους δόξας· τη μετέτρεψαν σε μια μακροχρόνια οικονομία νοσταλγίας και ανανέωσης, με δισεκατομμύρια σε συνολικά έσοδα μέσα από τηλεόραση, κινηματογράφο, δικαιώματα και περιεχόμενο που σήμερα ανακυκλώνεται ακατάπαυστα στο YouTube.
Muppets, ένας όρος που συμπυκνώνει μαριονέτες και puppets
Η ιστορία δεν ξεκινά το 1976, αλλά το 1955, όταν ο Henson, στην περιοχή της Ουάσινγκτον, έστησε μαζί με τη μελλοντική σύζυγό του Jane Nebel ένα σύντομο σκετσο-σόου με τίτλο «Sam and Friends». Εκεί εμφανίστηκαν οι πρώτες εκδοχές αυτού που αργότερα ονομάστηκε Muppets -ένας όρος που συμπυκνώνει μαριονέτες και puppets, δηλαδή πάνινες κούκλες-, με έναν Kermit να τραγουδά παρωδίες και να κινείται σε κωμικά στιγμιότυπα που έμοιαζαν ταυτόχρονα αθώα και ανατρεπτικά.
Η δυναμική αυτών των χαρακτήρων, και κυρίως η ευελιξία τους, τους έβγαλε γρήγορα από το τοπικό τηλεοπτικό πλατό και τους πέρασε σε μικρά τμήματα άλλων εκπομπών, από το Today έως μεταμεσονύκτια προγράμματα, σαν να δοκίμαζαν κάθε φορά ποια μορφή μπορεί να πάρει η ίδια «μαριονέτα» μέσα στο εκάστοτε φορμάτ.
Το μεγάλο επιχειρηματικό ένστικτο του Henson
Ο Rowlf the Dog, πριν γίνει τηλεοπτικό πρόσωπο, πέρασε από καναδικές διαφημίσεις τροφής σκύλων και έπειτα βρέθηκε ως sidekick στο The Jimmy Dean Show. Όταν αυτό τελείωσε, ο Rowlf και ο Dean συνέχισαν στο Ed Sullivan Show, όπου ο Kermit -αρχικά ως... σαύρα- έκανε σποραδικές εμφανίσεις ήδη από το 1961. Εκεί φαίνεται καθαρά το πρώτο μεγάλο επιχειρηματικό ένστικτο του Henson: να αφήνει τους χαρακτήρες να «δουλεύουν» σε διαφορετικές πλατφόρμες, χωρίς να τους κλειδώνει σε μία ταυτότητα, χτίζοντας αναγνωρισιμότητα πριν υπάρξει «κύρια σειρά».
Το μεγάλο άλμα ήρθε όταν η δημοσιογράφος Joan Ganz Cooney και ο ψυχολόγος Lloyd Morrisett σχεδίαζαν το «Sesame Street», το νέο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που θα άλλαζε την παιδική τηλεόραση. Κάλεσαν τον Henson να δημιουργήσει ένα σύνολο Muppets για την εκπομπή, κι εκείνος πήρε μια απόφαση που αποδείχθηκε καθοριστική: παραιτήθηκε από την αμοιβή ερμηνείας ώστε να διατηρήσει τα δικαιώματα των χαρακτήρων του.
Στο Sesame Street γεννήθηκαν οι πιο διάσημοι «κάτοικοι» του σύμπαντος -Oscar the Grouch, Cookie Monster, Big Bird-, ενώ ο Kermit, μέχρι την πρεμιέρα το 1969, ορίστηκε πλέον ως βάτραχος. Όμως η επιτυχία είχε και παγίδα: ο Henson φοβήθηκε ότι θα «τυποποιηθεί» ως δημιουργός παιδικού θεάματος, κάτι που θα περιόριζε την εμβέλειά του.
Η ευκαιρία να σπάσει αυτό το πλαίσιο ήρθε από το Saturday Night Live, που έκανε πρεμιέρα το 1975 ως Saturday Night και φιλοξένησε το «The Land of Gorch»: πιο «άσχημα» πλάσματα, με τσιγάρα, ποτό και χοντροκομμένα αστεία, ένα ξεκάθαρο σήμα ότι οι κούκλες μπορούν να «μιλήσουν» μέχρι και σε ενήλικες. Το Gorch έληξε μετά την πρώτη σεζόν, αλλά είχε ήδη κάνει τη δουλειά του: απέδειξε ότι το brand δεν είναι παιδικό από τη φύση του, είναι πολύπλευρο αν το γράψιμο και το ύφος το επιτρέψουν.
Το The Muppet Show έμελλε να γίνει παγκόσμιο φαινόμενο
Το The Muppet Show, όπως έμελλε να γίνει παγκόσμιο φαινόμενο, ήταν «χρόνια στη ζύμωση». Υπήρξαν δύο τηλεοπτικά specials στο ABC το 1974 και το 1975 ως πιλοτικές απόπειρες για αμερικανική παραγωγή, αλλά κανένα αμερικανικό δίκτυο δεν το πήρε. Τότε ο Henson συνεργάστηκε με τον βρετανό επιχειρηματία Lew Grade για να στηθεί σειρά για το ATV, με γυρίσματα κοντά στο Λονδίνο.
Η πρεμιέρα έγινε στις 5 Σεπτεμβρίου 1976 στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ έπαιξε σε syndication, σε σταθμούς όπως το WCBS της Νέας Υόρκης. Το καστ εμπλουτίστηκε με Fozzie Bear, Animal και Miss Piggy, πολλούς από τους οποίους «έφερε» ερμηνευτικά ο Frank Oz, και η εκπομπή παρώδησε τα ίδια τα τηλεοπτικά βαριετέ στα οποία ο Henson είχε περάσει τη μαθητεία του. Οι γνωριμίες του έγιναν καύσιμο: από Rita Moreno και Lena Horne έως Joan Baez και Johnny Cash, το concept του «σταρ-καλεσμένου» μετέτρεψε τη σειρά σε εβδομαδιαίο event.
Η επιτυχία ήταν γιγαντιαία, με παγκόσμιο κοινό που υπολογίζεται σε πάνω από 200 εκατομμύρια, ενώ το 1978 η σειρά κέρδισε Primetime Emmy για outstanding comedy-variety or music series, κερδίζοντας ακόμη και το Saturday Night Live. Παράλληλα, ο Henson έστηνε την κινηματογραφική επέκταση: το The Muppet Movie (1979) έβγαλε πάνω από 76 εκατ. δολάρια στο box office και έφτασε έως υποψηφιότητες Όσκαρ για τη μουσική του, με το Rainbow Connection να ξεχωρίζει, ενώ κέρδισε Grammy ως best album for children. Τα επόμενα The Great Muppet Caper (1981) και The Muppets Take Manhattan (1984) συνέχισαν την κινηματογραφική γραμμή, επίσης με υποψηφιότητες για τη μουσική, επιβεβαιώνοντας ότι οι Muppets είχαν πλέον μοντέλο franchise.
Στη δεκαετία του ’80 ο Henson στράφηκε στο Fraggle Rock (1983-1987) στο HBO, μια σειρά με παρόμοιο παράλογο χιούμορ, αλλά με κούκλες που δεν ανήκουν στο «βασικό» σύνολο των Muppets. Ήταν διεθνής συμπαραγωγή (με Καναδά και Βρετανούς παραγωγούς) και έδειξε ότι ο Henson σκεφτόταν ήδη αγορές έξω από την αμερικανική τηλεόραση. Όμως ο κλάδος των media συγκεντρωνόταν ταχύτατα και ο ίδιος άρχισε να εξετάζει εταιρικές συμμαχίες για να επεκτείνει το σύμπαν.
Τον Αύγουστο του 1989 διαπραγματεύτηκε συμφωνία με τον Michael Eisner της Disney: η Disney θα αποκτούσε τους Muppets, ενώ ο Henson θα κρατούσε τους χαρακτήρες του Sesame Street, με παράλληλα σχέδια για θεματικά αξιοθέατα στα πάρκα. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά, στις 16 Μαΐου 1990, ο Henson πέθανε από μια σπάνια, σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη σε ηλικία 53 ετών, και η συμφωνία κατέρρευσε.
Μια δεκαπενταετία εταιρικών μετακινήσεων
Ακολούθησε μια δεκαπενταετία εταιρικών μετακινήσεων που θα διέλυαν πολλά brands, αλλά οι Muppets άντεξαν. Η Disney τους αδειοδότησε και συν-παρήγαγε με την Jim Henson Productions ταινίες όπως The Muppet Christmas Carol (1992) και Muppet Treasure Island (1996), σε μια περίοδο που η εταιρεία του Henson περνούσε στον γιο του Brian. Το 2000 οι ιδιοκτησίες πουλήθηκαν στη γερμανική EM.TV & Merchandising έναντι 680 εκατ. δολαρίων, αλλά η εταιρεία μπήκε σε οικονομικά προβλήματα.
Ακολούθησαν επιμέρους πωλήσεις και «επιστροφές»: οι χαρακτήρες του Sesame Street πέρασαν στο Sesame Workshop έναντι 180 εκατ. δολαρίων, ενώ η Jim Henson Company ξαναγόρασε τα υπόλοιπα Muppet properties για 84 εκατ. δολάρια το 2003. Το 2004 η Disney απέκτησε τελικά τα Muppets και μεγάλο μέρος της σχετικής βιβλιοθήκης.
Η Disney συνέχισε να παράγει περιεχόμενο, από τηλεταινίες όπως The Muppet’s Wizard of Oz (2005) έως την αναζωπύρωση του σινεμά: The Muppets (2011) ξεπέρασε τα 165 εκατ. δολάρια στο box office και κέρδισε Όσκαρ για το τραγούδι «Man or Muppet», ενώ το Muppets Most Wanted (2014) πρόσθεσε άλλα 80 εκατ. παγκοσμίως. Συνολικά, οκτώ κινηματογραφικές ταινίες Muppets συγκέντρωσαν πάνω από 458 εκατ. δολάρια σε παγκόσμιες εισπράξεις, ενώ οι εμφανίσεις σε συναυλίες, σειρές και ειδικά επεισόδια κράτησαν το brand ζωντανό για διαφορετικές ηλικίες.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι Muppets δεν «νίκησαν» μόνο ως περιεχόμενο, αλλά ως προσαρμοστικότητα: πέρασαν από τηλεόραση σε σινεμά, από βιντεοκασέτες σε streaming, από την εποχή των δικτύων στην εποχή του YouTube, διατηρώντας ένα ύφος που μπορεί να παίζει ταυτόχρονα με παιδικότητα και κυνισμό. Παρότι προσπάθειες reboot στο παρελθόν αποδείχθηκαν βραχύβιες, η Disney ποντάρει ξανά στο momentum: στις 4 Φεβρουαρίου 2026 προγραμματίζει ένα επετειακό special επεισόδιο για τα 50 χρόνια του The Muppet Show, με το βλέμμα στραμμένο σε μια ακόμη αναβίωση.
Αν ο στόχος είναι να «κολλήσει» μια νέα γενιά, η συνταγή παραμένει ίδια: να μην αντιμετωπιστούν οι κούκλες ως φετίχ νοσταλγίας, αλλά ως εργαλεία σατιρικής ελευθερίας που, από το 1955 έως σήμερα, συνεχίζουν να αποδεικνύουν ότι το πράσινο -κυριολεκτικά και μεταφορικά- μπορεί να είναι πολύ κερδοφόρο.
- Όλες οι ειδήσεις
- Οι κρυφές μετρήσεις που δείχνουν 5ο το ΠΑΣΟΚ, αδιαφορία Μαξίμου για τον Σαμαρά, οι αμπελοφιλοσοφίες Ρουσόπουλου και τα Louboutin της Αλεξοπούλου
- Η παράξενη περίπτωση της Γροιλανδίας -Είναι το μόνο μέρος στον κόσμο όπου η στάθμη της θάλασσας πέφτει
- Ο ρωσόφιλος YouTuber-ευρωβουλευτής Φειδίας στήνει ευρωομάδα: Ποιους Έλληνες βολιδοσκοπεί