Γιατί ακόμη και δεκαετίες μετά την αποφοίτηση, οι περισσότεροι άνθρωποι θυμούνται αβίαστα το όνομα του πιο δημοφιλούς παιδιού της τάξης τους.
- Οι σχολικές ιεραρχίες ασκούν επίμονη επιρροή στην ενήλικη ζωή, διαμορφώνοντας τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, τις σχέσεις, ακόμη και την υγεία. Οι αναμνήσεις από τους δημοφιλείς συμμαθητές παραμένουν ζωντανές για δεκαετίες μετά την αποφοίτηση, επηρεάζοντας την ικανοποίηση από τη ζωή.
- Ο ψυχολόγος Τζον Κόι ταξινόμησε τους μαθητές σε πέντε κοινωνικές κατηγορίες: αποδεκτούς, απορριφθέντες, αμφιλεγόμενους, παραμελημένους και μέσους. Οι κατηγοριοποιήσεις αυτές αποδείχθηκαν σταθερές με την πάροδο του χρόνου, καθώς τα παιδιά μεγάλωναν και άλλαζαν περιβάλλον.
- Κατά τη μετάβαση στο λύκειο, η έννοια της δημοτικότητας αλλάζει ριζικά. Η καλή συμπεριφορά αντικαθίσταται από την επίδειξη κυριαρχίας, την προσαρμογή στους κανόνες της παρέας και την υιοθέτηση πρόωρων «ενήλικων» συνηθειών, όπως η κατανάλωση αλκοόλ.
- Η επιδίωξη κοινωνικού στάτους στην εφηβεία συνδέεται με μακροχρόνιες δυσκολίες στις σχέσεις και παραβατικότητα. Αντίθετα, η αποδοχή από τους συνομηλίκους («συμπάθεια») αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα μελλοντικής επαγγελματικής και προσωπικής ευημερίας.
Η δημοσιογράφος του BBC, Λόρι Κλαρκ θυμάται καθαρά μια στιγμή από τα 14 της χρόνια, όταν μια συμμαθήτριά της, η Τζόρτζια, διέσχισε μαζί με την παρέα της την αυλή του σχολείου, ενώ όλοι γύρω της την κοιτούσαν με περιέργεια για το τι έπεται.
Επρόκειτο για μια συμμαθήτρια που προκαλούσε φόβο, με βαμμένα νύχια, ξανθά εξτένσιονς μαλλιών και φωσφορούχα αθλητικά ρούχα, και δεν είχε προσκληθεί σε ένα πάρτι που διοργάνωνε η καλύτερη φίλη της, η Κλαρκ, ένα από εκείνα τα πάρτι που εμφανίζεται σχεδόν ολόκληρη η τάξη. Η Τζόρτζια, μπροστά σε όλους, απαίτησε να επιβεβαιωθεί η πρόσκλησή της, κάτι που η Κλαρκ αναγκάστηκε αμέσως να επιβεβαιώσει.
Παρόμοιες αναμνήσεις σχολικής ιεραρχίας έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το αν βρέθηκαν στη θέση του θύματος ή του δημοφιλούς παιδιού που προκαλούσε φόβο με μια ματιά.
Ο Μιτς Πρίνστιν, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας στο Τσάπελ Χιλ, αφού μίλησε με εκατοντάδες ανθρώπους για τις εμπειρίες τους από το λύκειο, διαπίστωσε πως οι αναμνήσεις για όσους κάποτε κυριαρχούσαν στους διαδρόμους του σχολείου παραμένουν εντυπωσιακά ζωντανές.
Στο βιβλίο του του 2017, «Δημοφιλής: Η δύναμη της συμπάθειας σε έναν κόσμο που έχει εμμονή με το στάτους», σημειώνει πως ακόμη και δεκαετίες μετά την αποφοίτηση, οι περισσότεροι άνθρωποι θυμούνται αβίαστα το όνομα του πιο δημοφιλούς παιδιού της τάξης τους, περισσότερο μάλιστα από τα ονόματα καθηγητών ή άλλων συμμαθητών.
Η κοινωνική ιεραρχία του σχολείου διαμορφώνει τη ζωή μας
Δεν είναι όμως μόνο οι αναμνήσεις που παραμένουν. Έρευνες δείχνουν πως η κοινωνική ιεραρχία του λυκείου μπορεί να ασκεί μια περίεργη και επίμονη επιρροή στη ζωή μας για χρόνια, επηρεάζοντας τον τρόπο που ερμηνεύουμε τις κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις, την ποιότητα των ερωτικών μας σχέσεων, ακόμη και την ικανοποίηση από τη ζωή μας και την υγεία μας.
Πέντε κοινωνικές κατηγορίες
Ο αμερικανός ψυχολόγος Τζον Κόι ήταν αυτός που άλλαξε τον τρόπο που οι ερευνητές αντιλαμβάνονταν τη δημοτικότητα. Οι εμβληματικές πλέον μελέτες του, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ξεκίνησαν ρωτώντας μαθητές δύο απλές ερωτήσεις για τους συμμαθητές τους: ποιον συμπαθούν περισσότερο και ποιον λιγότερο. Μέσα από τις χειρόγραφες απαντήσεις εκατοντάδων παιδιών, ο Κόι κατέγραψε νέα στοιχεία για την ανθρώπινη κοινωνική συμπεριφορά. Αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, τα παιδιά δεν χωρίζονταν απλώς σε αρεστά και μη αρεστά.
Ο Κόι διαπίστωσε πως μπορούσαν να είναι ταυτόχρονα αρεστά και μη αρεστά σε διαφορετικούς συμμαθητές, ή ούτε το ένα ούτε το άλλο. Έτσι διατύπωσε πέντε κοινωνικές κατηγορίες: τους «αποδεκτούς» και τους «απορριφθέντες», που ήταν ευρέως αρεστοί ή αντιπαθείς αντίστοιχα, τους «αμφιλεγόμενους», που συγκέντρωναν πολλές συμπάθειες αλλά και αντιπάθειες, τους «παραμελημένους», που δεν αναφέρονταν σχεδόν καθόλου, και τους «μέσους», που δεν ξεχώριζαν ιδιαίτερα προς καμία κατεύθυνση.
Πολλές μεταγενέστερες μελέτες έχουν επιβεβαιώσει τη χρησιμότητα αυτών των κατηγοριών, δείχνοντας πως περίπου το 40% των παιδιών εντάσσεται στους «μέσους», ενώ το υπόλοιπο 60% κατανέμεται στις άλλες τέσσερις κατηγορίες. Τα πιο αρεστά παιδιά τείνουν να θεωρούνται από τους συνομηλίκους τους ευγενικά και υποστηρικτικά, ενώ οι «παραμελημένοι» τείνουν να είναι ήσυχοι και αποτραβηγμένοι. Οι «απορριφθέντες» συνήθως είναι είτε επιθετικοί και εκφοβιστικοί είτε ανασφαλείς και θύματα εκφοβισμού οι ίδιοι, ενώ οι «αμφιλεγόμενοι», η πιο σπάνια κατηγορία, θεωρούνται συχνά κλόουν της τάξης ή επαναστάτες.
Ο Κόι διαπίστωσε επίσης πως οι κατηγοριοποιήσεις αυτές παραμένουν σταθερές ακόμη κι όταν τα παιδιά αλλάζουν κοινωνικό περιβάλλον, με μία έρευνα να δείχνει πως περίπου οι μισοί μαθητές διατηρούν τον ίδιο κοινωνικό «χαρακτηρισμό» που είχαν στο δημοτικό, πέντε χρόνια αργότερα στο λύκειο.
Δημοφιλείς, απορριφθέντες, παραμελημένοι
Οι κοινωνικές δυναμικές πάντως αλλάζουν δραματικά ανάμεσα στο δημοτικό και το λύκειο. Στο δημοτικό, τα «δημοφιλή» παιδιά είναι συνήθως όσα συμπεριφέρονται καλά και τα πηγαίνουν καλά στο σχολείο, καθώς οι αξίες των παιδιών ταυτίζονται τότε με εκείνες των ενηλίκων που τα επιβλέπουν. Στο λύκειο όμως αυτό αλλάζει ριζικά. Ένα ευσυνείδητο, εργατικό παιδί μπορεί ξαφνικά να βρεθεί στην κατηγορία του «σπασίκλα», ενώ ένα πιο ανήσυχο και αμφιλεγόμενο παιδί μπορεί απροσδόκητα να ανέβει στην κοινωνική ιεραρχία.
Ο Πρίνστιν εξηγεί πως στο λύκειο τα παιδιά αρχίζουν να δίνουν προσοχή σε ποιος τραβάει περισσότερο την προσοχή, ποιος φαίνεται πιο κυρίαρχος ή πιο «κουλ», σε όσους αρχίζουν να γίνονται πιο ελκυστικοί ή προσαρμόζονται καλύτερα στους κανόνες της παρέας, όπως το ντύσιμο ή τα σπορ.
Η υιοθέτηση συμπεριφορών που παραπέμπουν σε μεγαλύτερους εφήβους ή ενήλικες, όπως η κατανάλωση αλκοόλ, ναρκωτικών ή η πρόωρη ερωτική δραστηριότητα, αποτελεί επίσης γρήγορο δρόμο προς την κοινωνική άνοδο, τουλάχιστον μέχρι τα δεκαπέντε, ηλικία στην οποία αυτού του είδους η συμπεριφορά αρχίζει να χάνει την επιρροή της.
Καθώς οι έφηβοι ωριμάζουν, η επιδεικτική αναζήτηση στάτους γίνεται λιγότερο πρόσφορη και η «συμπάθεια» ξαναποκτά βαρύτητα ως καθοριστικός παράγοντας κοινωνικής θέσης. Ωστόσο οι επιπτώσεις αυτών των πρώιμων εμπειριών έντονης κοινωνικής διαστρωμάτωσης μπορούν να είναι μακροχρόνιες.
Όπως λέει ο Πρίνστιν, οι εμπειρίες που είχαμε ως παιδιά, το αν ήμασταν αγαπητοί, δημοφιλείς ή υψηλού στάτους, φαίνεται να ασκούν διαρκή επιρροή σε εμάς ακόμη και σαράντα χρόνια αργότερα. Η συμπάθεια και το στάτους, προσθέτει, έχουν σχεδόν αντίθετες επιδράσεις, με τη συμπάθεια να οδηγεί γενικά σε θετικά αποτελέσματα υγείας, εργασίας, ακαδημαϊκής πορείας και ψυχολογίας, ενώ το υψηλό στάτους οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο.
Οι ερευνητές παλαιότερα θεωρούσαν την κουλτούρα του λυκείου μια ανώριμη εκδοχή της κοινωνίας των ενηλίκων. Από τη δεκαετία του 1960 όμως άρχισαν να αντιλαμβάνονται πως πρόκειται για κάτι πολύ πιο ιδιόμορφο, έναν παράλληλο κόσμο με δικούς του κώδικες και εμμονές. Αντί για μια απλή ιεραρχία, το κοινωνικό τοπίο του λυκείου διαμορφώνεται από ένα δυναμικό σύστημα παρεών, μοτίβο που επαναλαμβάνεται σταθερά στη λαϊκή κουλτούρα, από τις δημοφιλείς παρέες μέχρι τους «σπασίκλες» και τους περιθωριακούς.
Δεν ξεπερνάμε ποτέ πραγματικά το λύκειο
Στα πρώτα χρόνια του λυκείου τα όρια ανάμεσα στις παρέες τείνουν να είναι ιδιαίτερα άκαμπτα. Ο γερμανοαμερικανός ψυχαναλυτής Έρικ Έρικσον, στο βιβλίο του του 1959 «Ταυτότητα και ο Κύκλος της Ζωής», έγραφε πως οι νέοι μπορούν να γίνουν εντυπωσιακά κλειστοί, μισαλλόδοξοι και σκληροί στον αποκλεισμό όσων θεωρούνται «διαφορετικοί».
Αυτή η μισαλλοδοξία, υποστήριζε ο Έρικσον, αποτελεί ίσως έναν απαραίτητο αμυντικό μηχανισμό απέναντι στην απώλεια της παιδικής ταυτότητας, σε συνδυασμό με τις έντονες ορμονικές αλλαγές και το άγχος για το μέλλον. Οι έφηβοι, πρόσθετε, βοηθούν ο ένας τον άλλον να διαχειριστούν αυτή τη δυσφορία σχηματίζοντας κλειστές παρέες και αυτοκατηγοριοποιούμενοι, μια διαδικασία που τους διευκολύνει να προσανατολιστούν στον κοινωνικό τους κόσμο.
Μια μελέτη του 1985 έδειξε πως περίπου το 45% των μαθητών λυκείου αυτοπροσδιοριζόταν απλώς ως «φυσιολογικοί». Ενώ οι μαθητές που ανήκαν στους δημοφιλείς έδιναν έμφαση στην εμφάνιση και τη διασκέδαση, όσοι αυτοπροσδιορίζονταν ως «φυσιολογικοί» περιέγραφαν συχνά τον εαυτό τους ως απλώς έναν συνηθισμένο έφηβο.
Προς το τέλος του λυκείου, η αυστηρή κοινωνική ιεραρχία χαλαρώνει κάπως. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο ερευνητής Ντέιβιντ Κίνεϊ πραγματοποίησε εθνογραφική έρευνα, εντασσόμενος για μεγάλο διάστημα σε ένα σχολείο για να παρατηρήσει από κοντά τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές δυναμικές.
Παρακολούθησε πρώην «σπασίκλες» που κατάφεραν να μεταπηδήσουν στην κατηγορία των «φυσιολογικών», σημειώνοντας πως η αρχική ακαμψία των παρεών ίσως αντικατοπτρίζει τις περιορισμένες γνωστικές ικανότητες των μικρότερων εφήβων, οι οποίοι, παρότι αναπτύσσουν σταδιακά την ικανότητα αυτοπαρατήρησης, συχνά αδυνατούν να διακρίνουν πόσο συχνά σκέφτονται τον εαυτό τους σε σχέση με το πόσο συχνά τον σκέφτονται οι άλλοι.
Για πολλούς πρώην «σπασίκλες», αυτό οδηγούσε σε μια παραλυτική αυτοενασχόληση στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις, μέχρι που η περαιτέρω γνωστική ανάπτυξη τούς επέτρεψε να νιώθουν λιγότερο φόβο και να περιτριγυρίζονται από συνομηλίκους που τους πρόσφεραν θετική ανατροφοδότηση.
Η ψυχολόγος Λούσι Φόουλκς, από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και συγγραφέας του βιβλίου «Ενηλικίωση: Πώς η Εφηβεία μας Διαμορφώνει», σημειώνει πως, όταν μοιράστηκε μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για το φαινόμενο του «κακού κοριτσιού», δέχθηκε πλήθος αντιδράσεων αναγνώρισης. Πολλοί, λέει, της έγραψαν πως το ίδιο φαινόμενο το βλέπουν όχι μόνο στους εφήβους αλλά και στον χώρο εργασίας ή ανάμεσα στις μητέρες στην πύλη του σχολείου.
Πρόκειται, εξηγεί, για ένα ανθρώπινο φαινόμενο, την τάση κάποιων να αποκτούν μεγαλύτερη κοινωνική δύναμη και κυριαρχία έναντι άλλων, όμως στην εφηβεία παίρνει μια ιδιαίτερα έντονη μορφή, καθώς οι έφηβοι περιτριγυρίζονται καθημερινά, επί χρόνια, από τους ίδιους ανθρώπους, κάτι που στην ενήλικη ζωή δεν συμβαίνει παρά μόνο στον στρατό ή στη φυλακή.
Σε έρευνα του 2015, ο Τζόζεφ Άλεν, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, παρακολούθησε 184 εφήβους στις νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες από τα δεκατρία έως τα εικοσιτρία τους χρόνια, με τα ευρήματα να μην είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για όσους ήταν κάποτε δημοφιλείς.
Οι έφηβοι που επιδίωκαν έντονα το στάτους μέσα από πρόωρη ενήλικη συμπεριφορά βρέθηκαν σε μεγαλύτερο κίνδυνο μακροχρόνιων δυσκολιών στις στενές τους σχέσεις και σε παραβατική συμπεριφορά. Η πρώιμη επαφή με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά συνδέθηκε με μεγαλύτερη ευαλωτότητα σε προβλήματα εξάρτησης αργότερα, ενώ η πρώιμη εμμονή με το στάτους οδήγησε σε πιο επιφανειακούς δεσμούς και δυσκολίες στη διατήρηση φιλιών και ερωτικών σχέσεων.
Η εμπειρία της απόρριψης επίσης αφήνει σημάδια
Η εμπειρία της απόρριψης επίσης αφήνει σημάδια. Η έρευνα του Πρίνστιν έδειξε πως οι μαθητές που βίωναν απόρριψη στο λύκειο έτειναν να εμφανίζουν αυξημένη κατάθλιψη με την πάροδο του χρόνου, φαινόμενο που ο ίδιος αποδίδει σε έναν αρνητικό κύκλο, όπου η απόρριψη οδηγεί σε μεγαλύτερη απομόνωση, η οποία με τη σειρά της εντείνει τα αισθήματα απόρριψης.
Αντίθετα, η «συμπάθεια», δηλαδή η αποδοχή, στο λύκειο και γενικότερα, αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους προγνωστικούς παράγοντες θετικής επαγγελματικής πορείας, καλής υγείας και σταθερών σχέσεων, ξεπερνώντας ακόμη και παράγοντες όπως η νοημοσύνη ή το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο.
Παρ' όλα αυτά, όσοι βιώνουν απόρριψη μπορούν επίσης να αναπτύξουν σημαντικά προσόντα, όπως μεγαλύτερη ικανότητα κατανόησης των συναισθημάτων των άλλων, ένα είδος συναισθηματικής νοημοσύνης χρήσιμο τόσο στις προσωπικές σχέσεις όσο και στον εργασιακό χώρο. Έρευνες έχουν επίσης δείξει πως ακόμη και μία ή δύο καλές φιλίες κατά την εφηβεία μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά και να ενισχύσουν τις μελλοντικές σχέσεις.
Το σημαντικότερο, σύμφωνα με τον Πρίνστιν, είναι πως βρίσκεται στο χέρι του καθενός να αλλάξει τον τρόπο που οι πρώιμες αυτές εμπειρίες τον επηρεάζουν. Τα κοινωνικά σενάρια που διαμορφώνονται στο λύκειο μπορούν να γίνουν αυτοεκπληρούμενες προφητείες, εξηγεί ο ίδιος, καθώς όταν μπαίνουμε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, τείνουμε να εστιάζουμε σε στοιχεία που επιβεβαιώνουν τους χειρότερους φόβους μας, με αποτέλεσμα να συμπεριφερόμαστε με τρόπους που ενθαρρύνουν περαιτέρω αρνητικές εμπειρίες. Επιλέγοντας να αναθεωρήσουμε αυτά τα σχήματα, όπως να αποφασίσουμε πως ένα ασαφές σχόλιο κάποιου πιθανότατα δεν είχε σκοπό να μας πληγώσει, μπορούμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας να βιώνει πιο θετικές εμπειρίες.