Ο θάνατος της Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, της 87χρονης γυναίκας που μέσα σε λίγες εβδομάδες μετατράπηκε σε σύμβολο του αγώνα για το δικαίωμα στη στέγη, βύθισε την Ισπανία σε πένθος αλλά και οργή.
Η ηλικιωμένη γυναίκα πέθανε την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου στο νοσοκομείο Γκρεγκόριο Μαρανιόν της Μαδρίτης, δεκαπέντε ημέρες μετά την έξωσή της από το σπίτι όπου είχε ζήσει επί 71 χρόνια.
Η ιστορία της ξεκίνησε να απασχολεί ολόκληρη τη χώρα στις 23 Σεπτεμβρίου, όταν η δικαστική απόφαση για την έξωσή της τελικά εκτελέστηκε.
Η Μαρικάρμεν απομακρύνθηκε από το διαμέρισμά της στη συνοικία Ρετίρο, σε συγκλονιστικά στιγμιότυπα που έκαναν τον γύρο της Ισπανίας και του κόσμου, βγαίνοντας από το σπίτι της με αναπηρικό αμαξίδιο και μεταφερόμενη εν συνεχεία με φορείο και ασθενοφόρο στο νοσοκομείο.
Επτά δεκαετίες στο ίδιο σπίτι
Η Μαρία ντελ Κάρμεν Αμπασκάλ Μαρτίν, όπως ήταν το πλήρες όνομά της, γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1938. Σε ηλικία 17 ετών, το 1956, μετακόμισε μαζί με τους γονείς και τον αδελφό της στο διαμέρισμα της οδού Alcalde Sainz de Baranda, στο Ρετίρο, όταν ο πατέρας της υπέγραψε το μισθωτήριο. Εκεί έμελλε να περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της.
Η Μαρικάρμεν είχε περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της στο συγκεκριμένο διαμέρισμα. Η οικογένειά της είχε υπογράψει το αρχικό συμβόλαιο το 1956 και εκείνη παρέμεινε στο σπίτι για περισσότερες από επτά δεκαετίες.
Σπούδασε στενογραφία και γραμματειακή υποστήριξη και εργάστηκε για 34 χρόνια ως γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου φαρμακευτικής εταιρείας, μέχρι να συνταξιοδοτηθεί το 1998. Δεν απέκτησε παιδιά και, μετά τον θάνατο των γονιών της και του αδελφού της, συνέχισε να ζει μόνη στο σπίτι.
Η ίδια περιέγραφε τη ζωή της ως απλή και δεμένη με τη γειτονιά της: ξυπνούσε γύρω στις 9 το πρωί, έκανε τις καθημερινές της βόλτες, ψώνιζε από τα καταστήματα της περιοχής και φρόντιζε τα αντικείμενα που είχε συγκεντρώσει στο σπίτι της -πίνακες, πορσελάνες και οικογενειακά κειμήλια. «Έχω δουλέψει όλη μου τη ζωή», έλεγε με υπερηφάνεια, μεταδίδει η ισπανική El País.
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι μια δήλωσή της λίγο πριν από την έξωση. Δείχνοντας το σπίτι όπου είχαν πεθάνει και οι δύο γονείς της, είχε πει: «Όλες μου οι αναμνήσεις είναι εδώ. Ο πατέρας μου πέθανε πολύ νέος, το 1960, σε ηλικία 51 ετών. Και η μητέρα μου πέθανε σε αυτό το σπίτι το 2005. Έχω ζήσει εδώ από το 1956 μέχρι σήμερα».
Η υπόθεση της έξωσής της συνδεόταν με το παλιό καθεστώς ενοικιάσεων της Ισπανίας και την προσπάθεια του νέου ιδιοκτήτη να αλλάξει τους όρους της μίσθωσης. Η εταιρεία που απέκτησε το ακίνητο ζητούσε πλέον πολύ υψηλότερο ενοίκιο, ενώ η Μαρικάρμεν, με τη σύνταξή της, αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε μια τέτοια επιβάρυνση.
Πριν από την τελική έξωση είχαν προηγηθεί και άλλες ανεπιτυχείς προσπάθειες. Η τελευταία, όμως, πραγματοποιήθηκε παρά τις αντιδράσεις κατοίκων, ακτιβιστών και του Σωματείου Ενοικιαστών της Μαδρίτης, που είχαν συγκεντρωθεί έξω από το σπίτι της για να εμποδίσουν την απομάκρυνσή της.
«Δεν κατάφερα να υπερασπιστώ το σπίτι μου»
Ακόμη και μετά την έξωση, η ίδια δεν αντιμετώπισε την υπόθεσή της μόνο ως προσωπική περιπέτεια. Από το νοσοκομείο έστειλε μήνυμα προς την κοινωνία, καλώντας τον κόσμο να κινητοποιηθεί για το στεγαστικό πρόβλημα.
«Δεν κατάφερα να υπερασπιστώ το σπίτι μου, αλλά αγωνίστηκα ώστε οι άλλοι να μάθουν να αγωνίζονται για το δικό τους», είχε δηλώσει, σύμφωνα με το ισπανικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο RTVE.
Τα λόγια αυτά απέκτησαν ιδιαίτερο βάρος μετά τον θάνατό της. Η υπόθεση της Μαρικάρμεν δεν έμεινε μια μεμονωμένη ιστορία έξωσης, αλλά έγινε σημείο αναφοράς για χιλιάδες ανθρώπους που αντιμετωπίζουν υψηλά ενοίκια, έλλειψη προσιτών κατοικιών και τον φόβο ότι μπορεί να χάσουν το σπίτι τους.
Η Μαρικάρμεν έφερε εκλογές στην Ισπανία
Η απομάκρυνσή της και η συγκλονιστική εικόνα αυτής πάνω στο φορείο κατά την διάρκεια της έξωσης, πυροδότησε διαδηλώσεις σε πολλές ισπανικές πόλεις.
Στη Μαδρίτη, η Πουέρτα ντελ Σολ μετατράπηκε σε επίκεντρο των κινητοποιήσεων, με εκατοντάδες ανθρώπους να στήνουν κατασκήνωση και να απαιτούν μέτρα για την προστασία των ενοικιαστών.
Η υπόθεση έφτασε μέχρι την κεντρική πολιτική σκηνή. Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ προώθησε δύο διατάγματα για τη στέγαση, τα οποία απορρίφθηκαν από το Κογκρέσο. Η πολιτική κρίση που ακολούθησε συνέβαλε τελικά στην απόφαση για πρόωρες εκλογές στις 29 Νοεμβρίου.
Έτσι, μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες, η ιστορία μιας 87χρονης γυναίκας εξελίχθηκε σε εθνικό πολιτικό ζήτημα.
Δεν πρόλαβε να επιστρέψει
Δυστυχώς, η Μαρικάρμεν δεν πρόλαβε να επιστρέψει στο σπίτι της. Μετά τις τεράστιες αντιδράσεις που προκάλεσε η έξωσή της, υπήρξαν προσπάθειες να βρεθεί λύση ώστε να επιστρέψει στην κατοικία όπου είχε ζήσει για 71 χρόνια.
Η έξωσή της εκτελέστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου. Πέντε ημέρες αργότερα, η ιδιοκτήτρια εταιρεία συμφώνησε να της παραχωρήσει ξανά το σπίτι με νέο, οκταετές συμβόλαιο. Η Μαρικάρμεν επρόκειτο να υπογράψει το συμβόλαιο στις 7 Οκτωβρίου, όμως η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε ξαφνικά και πέθανε εκείνο το βράδυ, χωρίς να προλάβει να επιστρέψει στην κατοικία της
Η El País αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι άνθρωποι που βρίσκονταν δίπλα της σχεδίαζαν ακόμη και πιτζάμα πάρτι για να γιορτάσουν την επιστροφή της.
Η δικηγόρος της, Μπεατρίς Ντούρο, δήλωσε στο Cadena SER ότι:
«Αν είχε ανασταλεί η έξωση, πιστεύω ότι δεν θα βρισκόμασταν σήμερα σε αυτή την κατάσταση».
Η ίδια υποστήριξε ότι η υγεία της Μαρικάρμεν επιδεινώθηκε δραματικά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έξωσης.
Δεν τα κατάφερε. Παρέμεινε στο νοσοκομείο από την ημέρα της έξωσης μέχρι τον αιφνίδιο θάνατό της.
Η είδηση του θανάτου της βρήκε εκατοντάδες διαδηλωτές συγκεντρωμένους στην Πουέρτα ντελ Σολ. Τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή και ακολούθησε πορεία προς το ισπανικό Κοινοβούλιο, ενώ πολίτες άφησαν κεριά και λουλούδια έξω από το σπίτι της.
Φωτογραφίες AP