Η ελληνικής καταγωγής ηθοποιός, παραγωγός και σύζυγος του Τομ Χανκς, Ρίτα Γουίλσον, είναι γνωστό ότι αγαπά την Ελλάδα και το δείχνει με κάθε τρόπο.
Μπορεί να γεννήθηκε στις ΗΠΑ και όχι στην Ελλάδα, ωστόσο αυτό δεν την εμπόδισε από το να ακολουθεί πιστά τα ήθη και τα έθιμα της χώρας μας, καθώς μεγάλωσε σε ένα σπίτι που τιμούσε την ελληνική κληρονομιά της οικογένειας.
Η μητέρα της, Δωροθέα Τζίγκου, ήταν Ελληνίδα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σωτήρα Άνω Δερόπολης, στη Βόρεια Ήπειρο (σημερινή Αλβανία), κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα. Ο πατέρας της, Χασάν Χαλίλοφ Ιμπραήμοφ, ήταν Πομάκος που γεννήθηκε στο Ωραίο Ξάνθης.
Ο πατέρας της μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 4 Μαΐου του 1949. Ασπάστηκε τον ορθόδοξο χριστιανισμό για τον γάμο του και άλλαξε το όνομά του από Χασάν Ιμπραήμοφ σε Άλαν Ουίλσον το 1960, επιλέγοντας το όνομά του από έναν τοπικό δρόμο.
Μάλιστα, όπως έχει αποκαλύψει η ίδια η Ρίτα Γουίλσον, ο πατέρας της πριν μεταναστεύσει στην Αμερική, είχε αποκτήσει οικογένεια στη Βουλγαρία. Δυστυχώς όμως, τόσο η γυναίκα του όσο και ο γιος τους, έφυγαν από τη ζωή. Έτσι, μετά από αυτές τις τραγικές απώλειες, αποφάσισε να πάει στις ΗΠΑ.
Η ιστορία της μητέρας της, Δωροθίτσας για τους οικείους, έγινε πιο γνωστή όταν πριν από μερικά χρόνια, η Ρίτα Γουίλσον τιμήθηκε με το βραβείο Anne Morgan Women of Courage από την American Friends of Blérancourt. Εκεί, η παραγωγός των ταινιών «Mamma Mia!» και «My Big Fat Greek Wedding» («Γάμος αλά ελληνικά»), αφηγήθηκε την απίστευτη ιστορία της μητέρας της που μοιάζει με σενάριο χολιγουντιανής ταινίας.
Η συγκλονιστική ιστορία της μητέρα της
Παρότι αργότερα στη ζωή της δυσκολευόταν να θυμηθεί ονόματα διασήμων ή να παρακολουθήσει κουτσομπολιά, η μητέρα της Ρίτα Γουίλσον είχε ζήσει κάτι που κανείς δεν θα φανταζόταν. Πίσω από την ήρεμη παρουσία της υπήρχε μια ιστορία επιβίωσης που σημάδεψε ολόκληρη την οικογένεια.
Γεννημένη το 1921 στο Auburn της Νέας Υόρκης, ήταν παιδί μεταναστών από τη Σωτήρα, ένα ορεινό χωριό στη Βόρεια Ήπειρο, στη σημερινή Αλβανία, κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα. Σε ηλικία τεσσάρων ετών ταξίδεψε εκεί με την οικογένειά της, όπου ο πατέρας της πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Όπως αναφέρει η Ρίτα Γουίλσον, ο παππούς της «ήταν αντικομμουνιστής και αντιφασίστας ακτιβιστής, και μία εκδοχή λέει ότι δολοφονήθηκε για τις πεποιθήσεις του». Οι συγγενείς στις ΗΠΑ αρνήθηκαν να στηρίξουν τη χήρα μητέρα με τα τρία παιδιά, με αποτέλεσμα η οικογένεια να παραμείνει στο χωριό για δεκαπέντε χρόνια.
Η κατοχή και η νυχτερινή απόδραση μέσα από τα βουνά
Όπως αφηγήθηκε η ίδια η Ρίτα Γουίλσον, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ιταλικά και γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την περιοχή, αποκλείοντας κάθε έξοδο. Φρουροί στα βουνά είχαν εντολή να πυροβολούν όποιον επιχειρούσε να φύγει. Παρ’ όλα αυτά, η οικογένεια έπρεπε να δραπετεύσει. Η γιαγιά της Γουίλσον έφυγε πρώτη, ενώ η μητέρα της ακολούθησε μόνη, ένα βράδυ, παίρνοντας μόνο τα ρούχα της και ένα σετ οικογενειακών ασημικών.
Σε ηλικία μόλις δεκαεννέα ετών, άφησε πίσω της το μοναδικό σπίτι που είχε γνωρίσει. Διέσχισε τα παγωμένα βουνά μέσα στη νύχτα, αποφεύγοντας φρουρούς και κινούμενη μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. Κάθε ήχος, κάθε σκιά, κάθε σπάσιμο κλαδιού μπορούσε να σημαίνει κίνδυνο. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να προχωρά μέχρι που έφτασε στην Ελλάδα την επόμενη μέρα, ζωντανή και ασφαλής.
Η επιστροφή στην Αμερική και μια νέα ζωή
Μετά τον πόλεμο, η οικογένεια επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί η μητέρα της Ρίτα Γουίλσον, δημιούργησε τη δική της οικογένεια, μετακόμισε στην Καλιφόρνια και έζησε μια μακρά ζωή, χωρίς ποτέ να χάσει την ταπεινότητα και την απλότητα που τη χαρακτήριζαν.
Η ιστορία της έγινε για τη διάσημη ηθοποιό ένα διαρκές μάθημα για το τι σημαίνει πραγματικό θάρρος. Η μητέρα της θεωρούσε ότι δεν είχε επιλογή εκείνη τη νύχτα στα βουνά - και ακριβώς μέσα σε αυτή την έλλειψη επιλογής γεννήθηκε η γενναιότητα. Για εκείνη, το θάρρος δεν ήταν κάτι που αναζητά κανείς, αλλά κάτι που υπάρχει ήδη μέσα του και ενεργοποιείται όταν χρειάζεται.
Παρά την ηρωική της πράξη, η μητέρα της κουβαλούσε για δεκαετίες εφιάλτες από το χωριό της. Ακόμη και μετά από σαράντα χρόνια, όταν επέστρεψε εκεί, δυσκολεύτηκε να πιστέψει ότι ήταν ασφαλής. Η ζωή της απέδειξε ότι ο φόβος και το θάρρος μπορούν να συνυπάρχουν και ότι η γενναιότητα δεν σημαίνει απουσία φόβου, αλλά δράση παρά την παρουσία του.
Το θάρρος γεννά κι άλλο θάρρος
Η εμπειρία της φυγής διαμόρφωσε τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο. Την έκανε να συμπονά όσους διώκονται και να υπερασπίζεται όσα πίστευε. Αυτή η στάση πέρασε και στην κόρη της, η οποία αναγνωρίζει ότι πολλές από τις δικές της αποφάσεις -από την παραγωγή ταινιών με γυναίκες πρωταγωνίστριες μέχρι την ενασχόλησή της με τη μουσική- στηρίχθηκαν στη δύναμη που αντλούσε από την ιστορία της μητέρας της.
Ένα μήνυμα για τις νέες γενιές
Η Ρίτα Γουίλσον ελπίζει ότι η ιστορία αυτή θα εμπνεύσει τις νεότερες γυναίκες να βρουν τη δική τους φλόγα γενναιότητας. Το θάρρος, όπως τονίζει, δεν χρειάζεται να μοιάζει με απόδραση μέσα στη νύχτα. Μπορεί να είναι η απόφαση να δοκιμάσει κανείς κάτι νέο, να διεκδικήσει χώρο, να αντισταθεί σε μια αδικία ή να προσπαθήσει να κάνει τον κόσμο λίγο καλύτερο. Είναι το είδος του θάρρους που οι γυναίκες κουβαλούν μέσα τους, και που σήμερα είναι πιο απαραίτητο από ποτέ.
Η Δωροθέα Τζίγκου έφυγε από τη ζωή το 2014, έχοντας δώσει μια μακρά μάχη με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Μετά την απώλεια της μητέρας της, η ηθοποιός έγινε πρέσβειρα ευαισθητοποίησης για τη νόσο Αλτσχάιμερ, μοιραζόμενη συχνά την ιστορία της για να βοηθήσει άλλες οικογένειες που περνούν το ίδιο.