Πώς αναγνωρίζεις έναν ψυχοπαθή - Οι «σκοτεινές προσωπικότητες» που καταστρέφουν καριέρες χωρίς να τις εντοπίζουμε ποτέ - iefimerida.gr

Πώς αναγνωρίζεις έναν ψυχοπαθή - Οι «σκοτεινές προσωπικότητες» που καταστρέφουν καριέρες χωρίς να τις εντοπίζουμε ποτέ

Η κλασική λίστα κριτηρίων για την ψυχοπάθεια αναπτύχθηκε το 1980 από τον καθηγητή Ρόμπερτ Χερ / IMDB
Η κλασική λίστα κριτηρίων για την ψυχοπάθεια αναπτύχθηκε το 1980 από τον καθηγητή Ρόμπερτ Χερ / IMDB

20 χαρακτηριστικά, χωρισμένα σε 4 κατηγορίες, καθώς και 25 τακτικές που θα βοηθούσαν στην αναγνώριση μιας υψηλά λειτουργικής αρπακτικής προσωπικότητας.

  • Τα καθιερωμένα κριτήρια ψυχοπάθειας, που αναπτύχθηκαν από δείγματα φυλακισμένων, αποδεικνύονται ανεπαρκή για την αναγνώριση «υψηλής λειτουργικότητας» ατόμων. Οι εξεζητημένες συμπεριφορές τους σε ηγετικούς ρόλους διαφέρουν σημαντικά από εκείνες των καταδικασμένων εγκληματιών, καθιστώντας τα παλαιά μοντέλα περιορισμένα.
  • Η έρευνα της Δρ. Κάρεν Μίτσελ, προερχόμενη από τον εταιρικό χώρο, ενοποιεί όρους όπως ψυχοπαθής και ναρκισσιστής κάτω από την «Επίμονη Αρπακτική Προσωπικότητα». Η μελέτη της προτείνει νέα κριτήρια αναγνώρισης βασισμένα σε συνεντεύξεις επαγγελματιών από διαφορετικούς κλάδους.
  • Οι «Σκοτεινές Προσωπικότητες» χρησιμοποιούν τακτικές όπως το θρασύ ψέμα και η αντιστροφή ευθυνών για να προκαλέσουν σύγχυση, φαινόμενο ευδιάκριτο και στην πολιτική. Παρά την επαγγελματική δεοντολογία κατά της διάγνωσης δημοσίων προσώπων, τα πρότυπα συμπεριφοράς παραμένουν αναγνωρίσιμα.
  • Η βλάβη που προκαλούν είναι τεράστια, οδηγώντας σε κατεστραμμένες καριέρες και αυτοκτονίες, όπως στην υπόθεση της France Télécom. Οι ειδικοί καταλήγουν ότι η κοινωνία πρέπει να εκπαιδευτεί στην αναγνώριση αυτών των σημαδιών για να προστατευτεί.

Η κλασική λίστα κριτηρίων για την ψυχοπάθεια αναπτύχθηκε το 1980 από τον καθηγητή Ρόμπερτ Χερ, ο οποίος παραμένει μέχρι σήμερα ο σημαντικότερος ερευνητής στο πεδίο. Τα είκοσι χαρακτηριστικά που όρισε, από την παθολογική τάση για ψέματα μέχρι την απουσία ενσυναίσθησης, βασίστηκαν αποκλειστικά σε δείγμα φυλακισμένων. Η προσέγγιση λειτούργησε γιατί ο Χερ διέθετε ένα μεγάλο δείγμα με έντονα ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά και μπορούσε να συγκρίνει συνεντεύξεις και αυτοαναφορές με αντικειμενικά στοιχεία για κάθε άτομο, εντοπίζοντας έτσι τυχόν ασυνέπειες.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η έρευνα πάνω σε «υψηλής λειτουργικότητας» ψυχοπαθείς

Ο ίδιος όμως γνώριζε πως η μέθοδός του είχε όρια. Ήδη από το 1976 είχε παραδεχτεί πως δεν ήξερε κατά πόσο τα ευρήματά του μπορούσαν να γενικευτούν σε ψυχοπαθείς που δεν βρίσκονταν στη φυλακή, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών. Ακόμη και δεκαετίες αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο Χερ θέλησε να μελετήσει ψυχοπαθείς στην πολιτική, αναγκάστηκε και πάλι να στραφεί σε φυλακισμένους, όπως τους αξιωματικούς του Πινοσέτ στις χιλιανές φυλακές.

Η έρευνα πάνω σε «υψηλής λειτουργικότητας» ψυχοπαθείς, εκείνους δηλαδή που δεν συλλαμβάνονται ποτέ ή που ίσως δεν καταφεύγουν καν στο έγκλημα, παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, εν μέρει επειδή τα ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς απλά δεν λειτουργούν σε αυτή την περίπτωση. Οι ψυχοπαθείς λένε ψέματα, θα μπορούσε κανείς να πει πως αυτό είναι το βασικό τους χαρακτηριστικό.

Δεν ήταν όμως η δικανική ψυχολογία αλλά η επιχειρησιακή έρευνα που οδήγησε τη δρα Κάρεν Μίτσελ στο πεδίο της υψηλής λειτουργικότητας ψυχοπάθειας. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2010, είχε περάσει τριάντα χρόνια εργαζόμενη ως σύμβουλος σε μεγάλης κλίμακας αλλαγές εταιρικής κουλτούρας, συχνά με οργανισμούς σε κρίση. «Μπορεί να επρόκειτο για ζητήματα αγοράς, ή για θανάτους και αυτοκτονίες μέσα σε εταιρείες», εξηγεί μιλώντας στο BBC από το σπίτι της στην Αυστραλία.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Παρατηρώντας το τεράστιο πλήθος προβλημάτων στον εργασιακό χώρο που πήγαζαν από συγκεκριμένα άτομα με αρπακτικά χαρακτηριστικά, άρχισε να ερευνά τις ίδιες αυτές συμπεριφορές «σκοτεινής προσωπικότητας» και σε άλλους τομείς: «Παιδική σεξουαλική κακοποίηση στη θρησκεία, καταναγκαστικό έλεγχο στην εμπορία ανθρώπων, στην ενδοοικογενειακή βία και στην τρομοκρατία. Όταν κοιτάξεις όλη τη γνώση που έχουμε παγκοσμίως για τους ανθρώπινους θηρευτές, βλέπεις πόσοι διαφορετικοί κλάδοι υπάρχουν, χωρίς κανείς τους να επικοινωνεί με τους άλλους».

Αυτό έχει σημασία γιατί οι λεγόμενες «αρπακτικές» προσωπικότητες προκαλούν αστρονομικό όγκο βλάβης. Είμαστε κακοί στο να τις αναγνωρίζουμε σε ατομικό επίπεδο, αλλά είμαστε εξίσου κακοί και στην αναγνώριση προτύπων σε συλλογικό επίπεδο, κυρίως επειδή διαφορετικοί κλάδοι χρησιμοποιούν διαφορετικά ονόματα για τους ίδιους ανθρώπους.

Η Μίτσελ απαριθμεί μερικούς όρους: «Κακοήθης ναρκισσιστής, σκοτεινή τριάδα, ψυχοπαθής, καταναγκαστικός ελεγκτής, πρωτογενής ψυχοπαθής, μεγαλομανής ναρκισσιστής, εταιρικός ψυχοπαθής, μακιαβελικός, σκοτεινή τετράδα, συγκεκαλυμμένος ναρκισσιστής, τοξικός ηγέτης». Όλα αυτά, υποστηρίζει, αποτελούν εκφάνσεις του ίδιου φαινομένου, της Σκοτεινής Προσωπικότητας ή της Επίμονης Αρπακτικής Προσωπικότητας.

Η Μίτσελ εκπόνησε διδακτορική διατριβή, που δημοσιεύτηκε το 2024, στην οποία πήρε συνεντεύξεις από ανθρώπους που είχαν συναντήσει επαγγελματικά τέτοιες προσωπικότητες, άλλους από κλινικό περιβάλλον, άλλους από τομείς τόσο ευρείς όσο το ανθρώπινο δυναμικό, η κοινωνική εργασία, τα οικογενειακά δικαστήρια, το FBI και άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόμου, εκκλησιαστικά στελέχη και ακαδημαϊκούς από διάφορους κλάδους.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ποιοτική και όχι ποσοτική

Η μέθοδός της, όπως εξηγεί η ίδια, ήταν ασυνήθιστη, ποιοτική και όχι ποσοτική. Ορισμένα από τα συμπεράσματά της έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τους κλινικούς ορισμούς της ψυχοπάθειας, οι οποίοι βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην παρορμητικότητα. Αυτό, λέει η Μίτσελ, οφείλεται στο ότι ορισμοί όπως αυτός του Χερ προέρχονται από τον πληθυσμό των φυλακών, δηλαδή από το χαμηλής λειτουργικότητας άκρο του φάσματος. «Ο κόσμος προσπαθεί να εφαρμόσει τη δουλειά του Χερ σε εργασιακούς χώρους και σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, όμως δεν μπορείς να επικαλύψεις κάτι τόσο απλοϊκό, φτιαγμένο από εγκληματίες κρατούμενους, πάνω σε εξεζητημένες συμπεριφορές τύπου διευθύνοντος συμβούλου».

Οι συνεντεύξεις της Μίτσελ είναι εντυπωσιακές. Άνθρωποι από εντελώς διαφορετικούς κλάδους λένε ανησυχητικά παρόμοια πράγματα. Σε μία ερώτηση για το αν οι ίδιοι είχαν φοβηθεί ποτέ κάποια επίμονη αρπακτική προσωπικότητα, οι απαντήσεις ήταν χαρακτηριστικές: «Ανησυχώ διαρκώς πως θα καταστρέψει την καριέρα μου» (από στέλεχος ανθρώπινου δυναμικού), «Φοβάμαι πως θα... θελήσουν εκδίκηση» (από κοινωνική λειτουργό), «Είμαι σχεδόν σίγουρη πως δεν υπάρχει τίποτα που αυτός ο άνθρωπος δεν θα έκανε για να με καταστρέψει» (από ειδική στον φιλανθρωπικό τομέα).

Όλες αυτές οι δηλώσεις είναι τόσο ακραίες που δύσκολα θα τις έλεγε κανείς φωναχτά σε κοινωνικό περιβάλλον, χωρίς να ακουστεί υπερβολικός. «Ο κόσμος δεν μπορεί να το κατανοήσει. Όσοι δεν δουλεύουν στον χώρο μας... συχνά δεν ακούν ή δεν βλέπουν ποτέ αυτό το είδος κακίας που ασκείται πάνω σε άλλους ανθρώπους, και απλά δεν μπορούν να το πιστέψουν. Ενώ, δυστυχώς, στη δική μου δουλειά είναι κάτι το συνηθισμένο», αναφέρει μία ειδική δικανικής πρακτικής.

Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει την ανάγκη για έλεγχο, τη μεγαλομανή αίσθηση εαυτού, την παθολογική εσωτερική αντίδραση σε προκλήσεις, την εκδικητικότητα και την άρνηση συμβιβασμού / UNSPLASH
Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει την ανάγκη για έλεγχο, τη μεγαλομανή αίσθηση εαυτού, την παθολογική εσωτερική αντίδραση σε προκλήσεις, την εκδικητικότητα και την άρνηση συμβιβασμού / UNSPLASH
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

20 χαρακτηριστικά χωρισμένα σε τέσσερις κατηγορίες

Μέσα από αυτή την πενταετή έρευνα, η Μίτσελ κατέληξε σε ένα πρότυπο είκοσι χαρακτηριστικών, χωρισμένων σε τέσσερις κατηγορίες, καθώς και σε είκοσι πέντε τακτικές που θα βοηθούσαν στην αναγνώριση μιας υψηλής λειτουργικότητας επίμονης αρπακτικής προσωπικότητας. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει την ανάγκη για έλεγχο, τη μεγαλομανή αίσθηση εαυτού, την παθολογική εσωτερική αντίδραση σε προκλήσεις, την εκδικητικότητα και την άρνηση συμβιβασμού.

Η δεύτερη αφορά αρπακτική ή εκμεταλλευτική συμπεριφορά, σαδισμό και σκληρότητα, χαμηλό σεβασμό στους νόμους, στις συμφωνίες και στους ηθικούς κώδικες, απουσία ορίων στις σεξουαλικές σχέσεις και παράλογες προσδοκίες από τους άλλους. Η τρίτη σχετίζεται με την αλήθεια: οι Σκοτεινές Προσωπικότητες καλλιεργούν προσεκτικά μια πρόσοψη κανονικότητας, είναι χαμαιλεοντικές, ανέντιμες, δολιεπίβουλες και χειριστικές, και αρνούνται να αναλάβουν ευθύνη για τις αρνητικές συνέπειες που προκαλούν.

Η τέταρτη αφορά την ίδια την εσωτερική τους ζωή: τα συναισθήματά τους είναι υποκριτικά, δεν βιώνουν πραγματική οικειότητα ή τη χαρά που τη συνοδεύει, είναι σκληρές και στερούνται ενσυναίσθησης, δεν αισθάνονται τύψεις, ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τον εαυτό τους και είναι θρασείς.

Η καθηγήτρια αναπτυξιακής ψυχοπαθολογίας στο UCL, Έσι Βίντινγκ, αποτελεί κορυφαία φυσιογνωμία στον κλασικό ερευνητικό χώρο και θεωρείται σε πολλά σημεία φυσική διάδοχος του Χερ. «Συχνά σκέφτομαι πως αυτά τα άτομα έχουν μια “ενδο-ομάδα” αποτελούμενη από ένα μόνο μέλος», λέει.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Στην κοινωνική ψυχολογία μιλάμε για ανθρώπους που νοιαζόμαστε, και οι περισσότεροι από εμάς, επειδή είμαστε αγελαία ζώα, συνεργαζόμαστε, κάνουμε αλτρουιστικές πράξεις, συμπεριφορές που εδώ και αιώνες έχουν αυξήσει τις πιθανότητες επιβίωσής μας. Ανά τους αιώνες όμως, υπήρξαν πάντα άνθρωποι που εκμεταλλεύονται τον αλτρουισμό των άλλων, και όταν έρθει η ώρα της κρίσης, νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους».

Η Βίντινγκ εστιάζει στα χαρακτηριστικά που μας καθιστούν εξαιρετικά ανίκανους να προστατευτούμε απέναντι σε αρπακτική συμπεριφορά. Όλοι γνωρίζουμε πως οι άνθρωποι λένε ψέματα, αλλά πιστεύουμε ενστικτωδώς πως μπορούμε να καταλάβουμε πότε μας λένε ψέματα. «Αυτά τα άτομα κατά κάποιο τρόπο μας βραχυκυκλώνουν στην ικανότητά μας να εντοπίζουμε σήματα κινδύνου, μέχρι να είναι πια πολύ αργά», εξηγεί η Βίντινγκ.

«Οι περισσότεροι από εμάς, αν μας πιάσουν να λέμε ψέματα, νιώθουμε βαθιά αμηχανία. Δεν είναι ευχάριστο να σε πιάνουν να λες ψέματα, ανησυχούμε για τη φήμη μας, νιώθουμε ντροπή. Αυτά τα άτομα όμως δεν νιώθουν καμία ντροπή όταν τους πιάνουν να λένε ψέματα. Δεν έχει ελεγχθεί επίσημα, αλλά θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως εξαπατούν τους ανθρώπους πολύ πιο εύκολα ακριβώς επειδή επιδεικνύουν αυτά τα χαρακτηριστικά ακραίας αυτοπεποίθησης και δεν φαίνονται καθόλου νευρικά».

Αναφέρεται σε μελέτη του 2019, δημοσιευμένη στο Journal of Personality Disorders, η οποία διαπίστωσε πως συμπεριφορές που κανονικά δεν συνυπάρχουν στον ανθρώπινο πληθυσμό, όπως η απόλυτη αυτοπεποίθηση και το ολοκληρωτικό ψέμα, τείνουν να συνυπάρχουν στις Σκοτεινές Προσωπικότητες. Αυτό, λέει η Βίντινγκ, εξηγεί γιατί αυτά τα άτομα «μπορούν συχνά να προκαλέσουν πολλή ζημιά προτού κανείς τα εντοπίσει».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αυτό προκαλεί πολύ μεγαλύτερο χάος έξω από τις φυλακές παρά μέσα σε αυτές. Ενώ η Μίτσελ λέει πως αποφεύγει να ασχολείται με την πολιτική, οι τακτικές που περιγράφει είναι εντυπωσιακά ευδιάκριτες στη διεθνή σκηνή. Πράγματι, η πρώτη φορά που η αρθρογράφος συνάντησε τον όρο «σκοτεινή τριάδα» ήταν όταν ο Ντόναλντ Τραμπ εκλέχθηκε πρόεδρος για πρώτη φορά.

Η δεύτερη αφορά αρπακτική ή εκμεταλλευτική συμπεριφορά, σαδισμό και σκληρότητα, χαμηλό σεβασμό στους νόμους, στις συμφωνίες και στους ηθικούς κώδικες, απουσία ορίων στις σεξουαλικές σχέσεις και παράλογες προσδοκίες από τους άλλους / IMDB
Η δεύτερη αφορά αρπακτική ή εκμεταλλευτική συμπεριφορά, σαδισμό και σκληρότητα, χαμηλό σεβασμό στους νόμους, στις συμφωνίες και στους ηθικούς κώδικες, απουσία ορίων στις σεξουαλικές σχέσεις και παράλογες προσδοκίες από τους άλλους / IMDB

Η ιδέα της «παθοκρατίας»

Η ιδέα της «παθοκρατίας», μιας δημοκρατίας φυσιολογικών ανθρώπων που έχει καταληφθεί από ψυχοπαθείς, συνελήφθη από έναν σχετικά άγνωστο Πολωνό ψυχολόγο, τον Άντριου Λομπατσέφσκι, ο οποίος είχε ζήσει τόσο υπό τους ναζί όσο και αργότερα υπό το σοβιετικού τύπου καθεστώς. Οι ιδέες του δεν βρήκαν ποτέ πραγματική απήχηση, καθώς «οι εκδότες ψυχολογικών βιβλίων τις θεωρούσαν πολύ πολιτικές, και οι εκδότες πολιτικών βιβλίων πολύ ψυχολογικές», σύμφωνα με τον συντάκτη και blogger Χάρισον Κέλι.

Σήμερα θεωρείται σχεδόν ταμπού στην ψυχιατρική και την ψυχολογία να αποδίδονται διαταραχές προσωπικότητας σε δημόσια πρόσωπα. «Ένας από τους κινδύνους της εισαγωγής της ψυχολογίας στην πολιτική είναι πως είναι πολύ εύκολο για οποιονδήποτε, με οποιαδήποτε πολιτική άποψη, να κοιτάξει τους πολιτικούς του εχθρούς ή αντιπάλους και να πει: “Εντάξει, είναι όλοι ψυχοπαθείς”», λέει ο Κέλι.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Υπάρχει επίσης ο λεγόμενος «κανόνας Γκόλντγουοτερ», μια δεοντολογική αρχή που απαγορεύει σε επαγγελματίες να διαγιγνώσκουν δημόσια πρόσωπα με τα οποία δεν έχουν είχε κλινική επαφή. Η Βίντινγκ όμως θεωρεί την εμμονή με τη διάγνωση σχεδόν άσχετη σε αυτό το πλαίσιο. «Πάντα με εντυπωσιάζει η εμμονή με τη διάγνωση αυτών των ανθρώπων. Δεν χρειάζεται να τους διαγνώσεις, υπάρχει ένα σύνολο χαρακτηριστικών προσωπικότητας και μπορείς να αναγνωρίσεις άτομα που τα διαθέτουν. Αν κάποιος βρίσκεται σε πολιτική εξουσία, μπορείς να δεις αυτά τα χαρακτηριστικά στη συμπεριφορά του, και οι περισσότεροι άνθρωποι είναι απόλυτα ικανοί να καταλάβουν τι σημαίνει αυτό».

Το θρασύ ψέμα στη δημόσια ζωή είναι μια τακτική που ο Λομπατσέφσκι είχε αναγνωρίσει, την οποία ονόμασε «αντιστρεπτικό μπλόκο». Ο Κέλι το περιγράφει ως εξής: «Όταν λες ένα ψέμα με τόση πειστικότητα και είναι τόσο παράλογο, η αυτόματη αντίδραση των περισσότερων ανθρώπων είναι πως δεν μπορούν να συλλάβουν ένα ψέμα τέτοιας κλίμακας, οπότε προσπαθούν να βρουν τη “χρυσή τομή” ανάμεσα στη δήλωση και στην πραγματικότητα.

Αυτή όμως, λέει ο Λομπατσέφσκι, είναι ακριβώς η πρόθεση του μεγάλου ψέματος. Γνωρίζουν πως θα σπείρει σύγχυση». Ο αντίκτυπος στον πληθυσμό υπό μια τέτοια ηγεσία είναι τεράστιος: κάποιοι θα προσπαθήσουν να βρουν αυτή τη χρυσή τομή, άλλοι θα παραμείνουν σταθεροί ονομάζοντάς το ψέμα και θα έρθουν σε ρήξη με τους πρώτους, άλλοι θα προσπαθήσουν να προσαρμόσουν τη δική τους αντίληψη της πραγματικότητας ώστε να κάνουν το ψέμα αληθινό, ενώ άλλοι θα εξοικειωθούν απλώς με τη νέα κανονικότητα, δηλαδή πως πλέον όλοι λέμε ψέματα.

Σε ατομικό και επαγγελματικό επίπεδο

Σε ατομικό επίπεδο, αυτή η θρασύτητα είναι ακόμη πιο... ζαλιστική και αποπροσανατολιστική. Συχνά τόσο ο θηρευτής όσο και το θύμα γνωρίζουν πως πρόκειται για ψέμα, ή ο θηρευτής κατηγορεί το θύμα ακριβώς για αυτό που μόλις έκανε ο ίδιος. Η αντίστροφη απόδοση ευθύνης είναι τόσο γνώριμη στον χώρο της ενδοοικογενειακής κακοποίησης που έχει το δικό της ακρωνύμιο, DARVO (άρνηση, επίθεση, αντιστροφή θύματος και θύτη), κι όμως συνεχίζει να συσκοτίζει απόλυτα τα θύματα, τα οποία νιώθουν πως η αξιοπιστία τους αμφισβητείται μόνιμα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στον εργασιακό χώρο οι επιπτώσεις είναι εξίσου καταστροφικές, καθώς συνήθως υπάρχουν παρατηρητές που επηρεάζουν αποφασιστικά την έκβαση. Όπως λέει η Μίτσελ για μία από τις συνεντευξιαζόμενές της, στέλεχος ανθρώπινου δυναμικού: «Ο κόσμος πίστευε γνήσια πως η Σκοτεινή Προσωπικότητα ήταν το θύμα και το θύμα ήταν η Σκοτεινή Προσωπικότητα. Κατέστρεψε τη ζωή του θύματος, παρότι είχε άψογο επαγγελματικό ιστορικό».

Η τρίτη σχετίζεται με την αλήθεια: οι Σκοτεινές Προσωπικότητες καλλιεργούν προσεκτικά μια πρόσοψη κανονικότητας, είναι χαμαιλεοντικές, ανέντιμες, δολιεπίβουλες και χειριστικές, και αρνούνται να αναλάβουν ευθύνη για τις αρνητικές συνέπειες που προκαλούν / UNSPLASH
Η τρίτη σχετίζεται με την αλήθεια: οι Σκοτεινές Προσωπικότητες καλλιεργούν προσεκτικά μια πρόσοψη κανονικότητας, είναι χαμαιλεοντικές, ανέντιμες, δολιεπίβουλες και χειριστικές, και αρνούνται να αναλάβουν ευθύνη για τις αρνητικές συνέπειες που προκαλούν / UNSPLASH

Η πραγματικότητα είναι πως όσο πιο έντονα είναι αυτά τα χαρακτηριστικά, τόσο μεγαλύτερη είναι η βλάβη που προκαλείται. Η Μίτσελ περιγράφει μία από τις συμμετέχουσες στην έρευνά της, επικεφαλής μεγάλης καθολικής επισκοπής, υπεύθυνη για υποθέσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης: «Είχε ένα φρικτό έργο, σωστά; Απίστευτα, άψογα διαπιστευτήρια, διευθύνουσα σύμβουλος σε πολλούς οργανισμούς για παιδιά. Πήγαινε στην Αγία Έδρα και έλεγε “Κοιτάξτε, αυτό το άτομο κακοποιεί παιδιά” και εκείνοι απαντούσαν “Αλήθεια; Μα είναι τόσο καλός άνθρωπος”».

Ήταν συγκλονιστικό να ακούσει κανείς τη Μίτσελ να περιγράφει τις αυτοκτονίες στον εργασιακό χώρο ως ζήτημα που εν μέρει την ώθησε στην έρευνά της, καθώς είναι απολύτως απαγορευμένο στον χώρο της ψυχικής υγείας να αποδίδεται η αυτοκτονία κάποιου στη συμπεριφορά κάποιου άλλου.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ωστόσο, μια ιστορική δικαστική απόφαση στη Γαλλία το 2019 έκανε ακριβώς αυτό, διαπιστώνοντας πως ο «βασανισμός» στον εργασιακό χώρο, συνδεδεμένος με ορισμένα διευθυντικά στελέχη, είχε δημιουργήσει στη Γαλλική Τηλεφωνία μια κουλτούρα στην οποία, μεταξύ 2006 και 2009, 19 εργαζόμενοι αυτοκτόνησαν, 12 αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν και οκτώ υπέφεραν από σοβαρή κατάθλιψη.

Στη μελέτη του Χερ για τους αξιωματικούς του Πινοσέτ, που διήρκεσε είκοσι χρόνια και δημοσιεύτηκε το 2022, «όταν εξέτασαν τα άτομα που κατείχαν διοικητικές θέσεις, αυτή η ανώτατη ηγεσία είχε πολύ υψηλά επίπεδα ψυχοπαθητικών χαρακτηριστικών, ιδίως όσον αφορά την απουσία ενσυναίσθησης για τους άλλους», λέει η Βίντινγκ.

Η Μίτσελ καταλήγει με επιχειρηματική ευθύτητα: «Πρόκειται για ανθρώπους εντελώς χωρίς όρια, επικίνδυνους, με πολύ διαφορετικούς εγκεφάλους, είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα σε μια κατοικίδια γάτα και μια άγρια γάτα. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πληγωθεί επειδή δεν γνωρίζαμε τα προειδοποιητικά σημάδια, οπότε πρέπει να τα φέρουμε στο φως και να διδάξουμε στον κόσμο πώς να τα διακρίνει».

Η Βίντινγκ, με διαφορετικά λόγια και μέσα από διαφορετική διαδρομή, καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: «Καθώς κάνω αυτή την έρευνα εδώ και είκοσι και πλέον χρόνια, έχω αρχίσει ολοένα και περισσότερο να πιστεύω πως πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα πώς μπορούμε να “εμβολιάσουμε” τους ανθρώπους απέναντι στη θυματοποίηση. Γιατί, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία και όσα λίγα γνωρίζω για την εξελικτική και διαπολιτισμική ψυχολογία, είναι πολύ απίθανο να καταφέρουμε ποτέ να εξαλείψουμε αυτά τα χαρακτηριστικά».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ