Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν τα Σαββατοκύριακά τους διαβάζοντας βιβλία για την οικονομία ή την πολιτική. Κι άλλοι που προτιμούν τα μυθιστορήματα. Ποιο είναι καλύτερο, σύμφωνα με ψυχολόγο;
Κάποιοι θεωρούν ότι η ανάγνωση βιβλίων για αυτογνωσία, οικονομία, πολιτική ή οδηγούς προσωπικής ανάπτυξης, τους προσφέρουν κάτι ουσιώδες, κάτι από το οποίο μπορούν να αποκομίσουν γνώσεις, ενώ τα μυθιστορήματα πιστεύουν ότι είναι κάτι «ελαφρύ», κάτι για το τέλος της ημέρας ή κατά τη διάρκεια της διαδρομής με το μετρό.
Όπως υποστηρίζει όμως ο Αμερικανός ψυχολόγος Μαρκ Τράβερς σε άρθρο του στο Forbes, η ιεράρχηση αυτή είναι λανθασμένη. Όπως λέει, το είδος που μοιάζει λιγότερο με εργαλείο αυτοβελτίωσης εξασκεί μία από τις σημαντικότερες γνωστικές ικανότητες, και γι’ αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί το «Νο 1 χόμπι του Σαββατοκύριακο για τους έξυπνους ανθρώπους».
Τα μυθιστορήματα είναι ένας προσομοιωτής πτήσης για την κοινωνική ζωή
Ο ψυχολόγος επικαλείται τον γνωστικό επιστήμονα Κιθ Ότλεϊ, ο οποίος έχει διατυπώσει μια χαρακτηριστική παρομοίωση: Η λογοτεχνία λειτουργεί σαν προσομοιωτής πτήσης για την κοινωνική ζωή. Περνάμε ώρες μέσα στο μυαλό ενός άλλους ανθρώπου, χωρίς όμως να αντιμετωπίζουμε τις συνέπειες που θα είχε μια πραγματική παρεξήγηση.
Οι ψυχολόγοι το αποκαλούν αυτό «Θεωρία του Νου» και πρόκειται για την ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε τι πιστεύει ή τι θέλει κάποιος άλλος - ακόμη κι αν αυτό διαφέρει από τη δική μας οπτική. Εξηγεί ο Τράβερς: «Από αυτό μπορούμε να καταλάβουμε αν ένας συνάδελφος συμφώνησε σε κάτι που στην πραγματικότητα τον ενοχλεί ή αν ένας φίλος που λέει ότι είναι καλά δεν είναι».
Ένα μυθιστόρημα, λοιπόν, εξασκεί ακριβώς αυτή την ικανότητα. Έτσι, οι αναγνώστες πρέπει διαρκώς να παρακολουθούν τι γνωρίζει ένας χαρακτήρας για τη δική του κατάσταση, τι υποθέτουν λανθασμένα οι άλλοι χαρακτήρες και τι γνωρίζει ο ίδιος ο αναγνώστης, το οποίο κανένας από τους δύο δεν αντιλαμβάνεται. Ένα βιβλίο μη μυθοπλασίας συνήθως δεν απαιτεί κάτι τέτοιο.
Η χρησιμότητα καταστρέφει το αποτέλεσμα
Ωστόσο, αυτή η ικανότητα δεν μπορεί να επιβληθεί με το ζόρι, προειδοποιεί ο Τράβερς, γιατί τότε το όφελος της ανάγνωσης μυθιστορημάτων εξαφανίζεται. Όποιος ψάχνει μέσα σε ένα μυθιστόρημα για αξιοποιήσιμα συμπεράσματα ή διαβάζει κυρίως «για να το έχει διαβάσει», βρίσκεται σε διαφορετική νοητική κατάσταση από κάποιον που βυθίζεται πραγματικά στην ιστορία.
Οι ερευνητές αποκαλούν την τελευταία κατάσταση Transportation - την αίσθηση ότι έχεις εγκαταλείψει τον χώρο όπου βρίσκεσαι και έχεις μεταφερθεί κάπου αλλού. Οι ψυχολόγοι Μέλανι Γκριν και Μάρκους Άπελ συγκέντρωσαν το 2024, σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου «Advances in Experimental Social Psychology», όσα γνωρίζει μέχρι σήμερα η έρευνα για αυτή την κατάσταση. Σύμφωνα με αυτούς, το Transportation αποτελείται από τρία στοιχεία:
- Γνωστική προσοχή - η παρακολούθηση των χαρακτήρων, των κινήτρων τους και των επιμέρους πλοκών.
- Συναισθηματική εμπλοκή - αντιδρούμε στους χαρακτήρες σαν να ήταν πραγματικοί άνθρωποι.
- Νοητική απεικόνιση - οι εικόνες που δημιουργούνται στο μυαλό μας από τους χώρους, τα πρόσωπα και τις ατμόσφαιρες.
Όσο πιο έντονα συνεργάζονται και τα τρία στοιχεία, τόσο περισσότερο, σύμφωνα με τους ερευνητές, η ιστορία μεταβάλλει τον αναγνώστη. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τράβερς, το σημαντικό είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν αποτελεί έναν σταθερό διακόπτη που απλώς τον ενεργοποιούμε. Μεταβάλλεται από στιγμή σε στιγμή, ενισχύεται στις σκηνές με ένταση και καταρρέει αμέσως όταν αποσπάται η προσοχή μας.
Ο Αμερικανός ψυχολόγος συνεχίζει: «Η κατάσταση αυτή είναι εύθραυστη. Δεν επιβιώνει ούτε από την υπογράμμιση με μαρκαδόρο, ούτε από έναν συγκεκριμένο στόχο ανάγνωσης, ούτε από τη μικρή σκέψη ότι κάποια στιγμή αυτό που διαβάζουμε μπορεί να μας φανεί χρήσιμο».
Όποιος σκέφτεται με χαρά, σκέφτεται καλύτερα
Το ότι ο εξαναγκασμός στην υιοθέτηση ενός νέου χόμπι δεν θα είχε αποτέλεσμα αποδεικνύεται και από άλλες μελέτες, όπως μια μετα-ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Motivation and Emotion».
Οι ερευνητές εξέτασαν ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας που ονομάζεται «Need for Cognition» (ανάγκη για γνωστική επεξεργασία), δηλαδή την τάση ενός ανθρώπου να αντλεί ευχαρίστηση από τη σκέψη για την ίδια τη σκέψη. Η ψυχολόγος Βαράιτι Λούα και η ομάδα της ανέλυσαν 108 επιμέρους ευρήματα από 52 δείγματα, στα οποία συμμετείχαν σχεδόν 38.000 άνθρωποι.
Το αποτέλεσμα: Οι άνθρωποι που απολαμβάνουν να σκέφτονται είναι πιο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους, βιώνουν λιγότερο άγχος και κατάθλιψη και αναφέρουν μεγαλύτερη προσωπική ανάπτυξη.
«Φαίνεται πως αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η χαρά της σκέψης και όχι η ποσότητα της σκέψης», λέει ο Τράβερς, συνδέοντας το συμπέρασμα αυτό και με την ανάγνωση μυθιστορημάτων: «Επομένως, η απουσία ενός συγκεκριμένου σκοπού δεν αποτελεί μειονέκτημα αυτού του χόμπι. Αντίθετα, είναι η προϋπόθεση πάνω στην οποία βασίζεται».
«Τίποτα από όλα αυτά δεν κάνει τους αναγνώστες μυθιστορημάτων καλύτερους ανθρώπους»
Ο Τράβερς παραμένει ειλικρινής: Η δημοφιλής αντίληψη ότι ένα και μόνο μυθιστόρημα μπορεί να κάνει κάποιον να έχει μεγαλύτερη ενσυναίσθηση έχει αποδειχθεί δύσκολο να αναπαραχθεί με συνέπεια στις μελέτες. Την πιο σαφή απάντηση μέχρι σήμερα δίνει μια μετα-ανάλυση που δημοσιεύτηκε το 2024 στο επιστημονικό περιοδικό «Journal of Experimental Psychology: General». Σε αυτήν, η Γερμανίδα ψυχολόγος Λένα Βίμερ και η ομάδα της ανέλυσαν 70 πειράματα και 114 μελέτες συσχέτισης.
Το αποτέλεσμα: Η αιτιώδης επίδραση μιας μεμονωμένης συνεδρίας ανάγνωσης στην κοινωνική αντίληψη είναι μικρή, αλλά σταθερή και αξιόπιστη. Παρατηρείται πιο έντονα στην ενσυναίσθηση και στην ικανότητα να υιοθετούμε την οπτική ενός άλλου ανθρώπου και όχι ως μια γενικότερη ενίσχυση των γνωστικών ικανοτήτων.
Τι ισχύει για όσους διαβάζουν συστηματικά μυθιστορήματα
Διαφορετική είναι η εικόνα όσον αφορά τους συστηματικούς αναγνώστες. Σύμφωνα με τους ερευνητές, όσοι διαβάζουν λογοτεχνία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα παρουσιάζουν σαφώς ισχυρότερη συσχέτιση. Σε παρόμοιο συμπέρασμα καταλήγει και μια ομάδα με επικεφαλής τον Ρέιμοντ Μαρκ από το York University στο Τορόντο, η οποία παρουσίασε το 2026 την υπάρχουσα ερευνητική γνώση στο επιστημονικό περιοδικό «Current Opinion in Psychology».
Σύμφωνα με αυτή την ανασκόπηση, η συστηματική ανάγνωση λογοτεχνίας δεν συνδέεται μόνο με την ενσυναίσθηση, αλλά και με καλύτερες γλωσσικές δεξιότητες, λιγότερες προκαταλήψεις και ισχυρότερη αίσθηση νοήματος στη ζωή. Το συμπέρασμά τους είναι ότι η προώθηση της λογοτεχνικής ανάγνωσης σε παιδιά και σε ενηλίκους όλων των ηλικιών θα πρέπει να αποτελεί υψηλή προτεραιότητα.
Ο Τράβερς καταλήγει στο άρθρο του στο Forbes: «Θα πρέπει να αναφερθεί ότι τίποτα από όλα αυτά δεν κάνει τους αναγνώστες μυθιστορημάτων καλύτερους ανθρώπους».
Σύμφωνα με τον ψυχολόγο, το να κατανοούμε τι σκέφτεται κάποιος άλλος είναι μια ικανότητα και όχι μια αρετή. «Όταν όμως πρόκειται για το να σκεφτόμαστε με μεγαλύτερη σαφήνεια σχετικά με ανθρώπους και καταστάσεις που δεν μπορούν να ερμηνευτούν με έναν ξεκάθαρο τρόπο, αυτό το χόμπι -που μοιάζει λιγότερο από οποιοδήποτε άλλο με μέσο αυτοβελτίωσης- αποτελεί έναν ουσιαστικό τρόπο να περάσει κανείς το Σαββατοκύριακό του».