Οι γυναίκες αναφέρουν ότι βιώνουν περισσότερο πόνο από τους άνδρες σε κάθε σημείο του σώματος που εξετάστηκε, σύμφωνα με μία από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες μελέτες για τον πόνο.
Η έρευνα ανέλυσε δεδομένα από περισσότερους από έξι εκατομμύρια ανθρώπους σε 118 χώρες.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine, εξέτασε την κατανομή του πόνου σε όλο τον κόσμο και σε ολόκληρη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, από την ηλικία των 5 ετών έως και άνω των 100.
Περισσότερος πόνος στις γυναίκες σε 11 σημεία του σώματος
Όπως σημειώνει η βρετανική Guardian σε σχετικό ρεπορτάζ, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα πόνου και στα 11 σημεία του σώματος που εξετάστηκαν: κεφάλι, πρόσωπο, αυχένας ή ώμος, πόδι ή αστράγαλος, χέρι ή καρπός, αγκώνας, στήθος, πλάτη, στομάχι ή κοιλιά, ισχίο και γόνατο.
Η διαφορά ήταν ιδιαίτερα έντονη στους πονοκεφάλους, τον πόνο στο πρόσωπο και τον κοιλιακό πόνο.
Για άνδρες και γυναίκες, η μεγαλύτερη αύξηση στην πιθανότητα εμφάνισης πόνου καταγράφηκε πριν από την ηλικία των 55 ετών. Ορισμένες μορφές πόνου, ωστόσο, συνέχισαν να αυξάνονται σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ο πόνος στην πλάτη, το ισχίο και το γόνατο αυξανόταν σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτό δείχνει πως «ένα σημαντικό μέρος του συνολικού φορτίου πόνου στη διάρκεια της ζωής αναπτύσσεται κατά την ηλικία της εργασίας».
Περίπου 40% των συμμετεχόντων ανέφεραν πόνο στην πλάτη, ενώ ο πόνος στο πρόσωπο ήταν η σπανιότερη μορφή, καθώς καταγράφηκε μόλις στο 2%.
Ο έντονος πόνος κορυφώνεται γύρω στα 50
Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι ο πόνος υψηλής έντασης κορυφωνόταν περίπου στην ηλικία των 50 ετών, ενώ ο γενικευμένος πόνος έφτανε στο υψηλότερο επίπεδο περίπου στα 70.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, ενώ η πιθανότητα να εμφανίσει κάποιος οποιαδήποτε μορφή πόνου αυξάνεται σταθερά με την ηλικία, οι πιο επιβαρυντικές μορφές ακολουθούν διαφορετική πορεία: αυξάνονται μέχρι τη μέση ή μεγαλύτερη ενήλικη ζωή και στη συνέχεια υποχωρούν.
«Αυτή η διάκριση, μεταξύ της συσσώρευσης του πόνου και του πόνου που εντείνεται και στη συνέχεια υποχωρεί, έχει άμεσες επιπτώσεις στο πού θα πρέπει να επικεντρωθούν η πρόληψη και η φροντίδα σε όλη τη διάρκεια της ζωής», αναφέρουν οι συγγραφείς της εν λόγω έρευνας.
Οι πορείες διέφεραν ανάλογα με το είδος του πόνου. Ο πονοκέφαλος, ο κοιλιακός και ο πόνος στο πρόσωπο κορυφώνονταν νωρίτερα στη ζωή και στη συνέχεια μειώνονταν. Αντίθετα, ο μυοσκελετικός πόνος γενικά αυξανόταν με την ηλικία.
Μεγαλύτερο το πρόβλημα στις φτωχότερες περιοχές
Στις περιοχές με τον χαμηλότερο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης καταγράφηκαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά σωματικού πόνου σε μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς και σχεδόν διπλάσια ποσοστά οσφυαλγίας στους ηλικιωμένους.
Συνολικά, το 18,3% του παγκόσμιου φορτίου πόνου αποδόθηκε στο κάπνισμα, την παχυσαρκία και τα χαμηλά εισοδήματα των νοικοκυριών. Το ποσοστό κυμαινόταν από 12,6% στην υποσαχάρια Αφρική έως 27,1% στην Ανατολική Ευρώπη.
Στην Ωκεανία, το 6,6% του πόνου αποδιδόταν στο κάπνισμα, έναντι 2,5% στην υποσαχάρια Αφρική και 8,5% στην Ανατολική Ευρώπη. Η παχυσαρκία ευθυνόταν για το 11,2% του πόνου, από 2,7% στην Κεντρική και Νότια Ασία έως 14,6% στη Βόρεια Αμερική. Τα χαμηλότερα εισοδήματα συνδέονταν με το 8% του πόνου.
«Οι γυναίκες εξακολουθούν να υποτιμώνται και να υποθεραπεύονται»
Ο καθηγητής Άντριου Χορν, διευθυντής του Κέντρου Αναπαραγωγικής Υγείας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, χαρακτήρισε την έρευνα ορόσημο.
«Ο πόνος αυξάνεται επίσης πιο απότομα πριν από την ηλικία των 55 ετών, κατά τη διάρκεια των εργασιακών, φροντιστικών και αναπαραγωγικών ετών των γυναικών. Πρόκειται για ισχυρή απόδειξη ότι το χάσμα μεταξύ των φύλων στον πόνο είναι πραγματικό, σταθερό και παγκόσμιο. Ωστόσο, ο πόνος των γυναικών εξακολουθεί πολύ συχνά να αγνοείται, να υποερευνάται και να αντιμετωπίζεται ανεπαρκώς», δήλωσε.
Η καθηγήτρια Παιδιατρικής Νευροεπιστήμης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Ρεμπέκα Σλέιτερ, τόνισε από την πλευρά της ως «ανησυχητικό παράδοξο» το γεγονός ότι οι γυναίκες βιώνουν περισσότερο πόνο, αλλά ο πόνος τους είναι πιθανότερο να αγνοηθεί, να διαγνωστεί καθυστερημένα ή να αντιμετωπιστεί ανεπαρκώς.
Οι ερευνητές σημειώνουν πάντως ότι η μελέτη έχει περιορισμούς, όπως οι διαφορετικοί τρόποι μέτρησης του πόνου, η άνιση κάλυψη ορισμένων περιοχών και ηλικιακών ομάδων και το γεγονός ότι καταγράφει διαφορετικές ηλικιακές ομάδες αντί να παρακολουθεί τα ίδια άτομα σε βάθος χρόνου.
Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι η εστίαση στον αυτοαναφερόμενο πόνο, αντί μόνο στις διαγνώσεις, μπορεί να προσφέρει πιο δίκαιη εικόνα, ιδιαίτερα για ανθρώπους που έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.