Είναι η μακροζωία η ίδια όπως πάντα ή αυτό που έχει πραγματικά αλλάξει είναι το προσδόκιμο ζωής; Και επηρεάζει το προσδόκιμο ζωής τη μακροζωία;
Η μακροζωία έχει πλέον καθιερωθεί ως βασικός παράγοντας της γήρανσης, όχι μόνο όσον αφορά την αύξηση των ετών ζωής, αλλά κυρίως τη διατήρηση της ποιότητας ζωής κατά τη διάρκειά τους.
Τι θεωρεί σημαντικό για τη μελέτη της μακροζωίας ένας παλαιοανθρωπολόγος
Για να εξετάσει όμως κανείς το μέλλον, θα πρέπει να τοποθετηθεί στο πλαίσιο της εξέλιξης, όχι μόνο του ανθρώπου αλλά και άλλων ειδών. Τουλάχιστον, αυτό υποστηρίζει ο Χουάν Λουίς Αρσουάγκα, παλαιοανθρωπολόγος και καθηγητής Παλαιοντολογίας στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης, ο οποίος συμμετείχε σε ομιλία στο Ακαδημαϊκό Σεμινάριο «Προκλήσεις της νέας μακροζωίας», που διοργανώθηκε από το Κέντρο Έρευνας Ageingnomics του Ιδρύματος Mapfre.
«Είμαστε ένα βιολογικό είδος ανάμεσα σε πολλά άλλα και δεν είμαστε το πιο μακρόβιο είδος στον πλανήτη. Πρέπει να διευρύνουμε την οπτική μας, να εξετάσουμε άλλα μακρόβια είδη και να δούμε πώς καταφέρνουν να ζουν τόσο πολύ», σημειώνει.
Σύμφωνα με τον ειδικό, η αποτυχία σύγκρισης της ανθρώπινης εξέλιξης με εκείνη άλλων ειδών οφείλεται σε μια προδαρβινική αντίληψη, η οποία θεωρεί το ανθρώπινο είδος «μοναδικό και ξεχωριστό». Αυτή η προκατάληψη, όπως λέει, περιορίζει τη μελέτη της ανθρώπινης μακροζωίας.
«Τίποτα στη βιολογία δεν έχει νόημα αν δεν μελετάται υπό το πρίσμα της εξέλιξης. Μελετώντας ένα μόνο είδος δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος», εξηγεί. «Ένα κουνέλι γερνά στα 3 χρόνια, ένας σκύλος στα 15 και εμείς στα 70, αλλά η διαδικασία της γήρανσης είναι ακριβώς η ίδια και παρουσιάζει τα ίδια συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένων των νευρολογικών και νευροεκφυλιστικών διεργασιών».
Γιατί τα ίδια συμπτώματα γήρανσης εμφανίζονται σε διαφορετικές ηλικίες ανάλογα με το είδος
Σε αυτό το πλαίσιο, για μια ουσιαστική μελέτη της γήρανσης του ανθρώπινου είδους, ο παλαιοναθρωπολόγος επισημαίνει ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε γιατί τα ίδια συμπτώματα γήρανσης εμφανίζονται σε διαφορετικές ηλικίες ανάλογα με το είδος.
Οι προκλήσεις για τον άνθρωπο αφορούν την κατανόηση της κυτταρικής γήρανσης (δηλαδή της απώλειας της ικανότητας των κυττάρων να αναπαράγονται), τη διατήρηση της καλής λειτουργίας των κυττάρων και του οργανισμού συνολικά, καθώς και τη μελέτη της επιγενετικής — δηλαδή του τρόπου με τον οποίο οι επιλογές και οι συνήθειες της ζωής μας επηρεάζουν την έκφραση των γονιδίων μας.
«Η αθανασία δεν είναι αδύνατη»
Για όλα αυτά, όπως αναγνωρίζει, ο χρόνος είναι καθοριστικός: «Σε θεωρητικό επίπεδο, η αθανασία δεν είναι αδύνατη. Στην πραγματικότητα, είναι τόσο εφικτή ώστε κατά κάποιον τρόπο την έχουμε ήδη πετύχει, αφού οι αυστραλοπίθηκοι ζούσαν έως περίπου τα 50 χρόνια, ενώ εμείς φτάνουμε τα 80. Απλώς χρειάστηκαν δύο εκατομμύρια χρόνια για να συμβεί αυτό».
Παράλληλα, αν και δεν πιστεύει ότι έχει ήδη γεννηθεί ο άνθρωπος που θα ξεπεράσει τα 150 χρόνια ζωής, εμφανίζεται πεπεισμένος ότι η ζωή έως τα 100 χρόνια με καλή ποιότητα ζωής και με ουσιαστική προσφορά στην κοινωνία αποτελεί πλέον πραγματικότητα.
Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, εξηγείται από τη συνδυασμένη επίδραση της γενετικής και της επιγενετικής, ένας συνδυασμός που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
«Τα καλά νέα είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι βρισκόμαστε σε μια ενδιάμεση ζώνη ανάμεσα σε αυτούς τους δύο παράγοντες. Γι’ αυτό και είναι πάντοτε σημαντικό να φροντίζουμε τον εαυτό μας. Η ποιότητα ζωής μας και η ηλικία που τελικά θα φτάσουμε εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές και τις πράξεις μας», εξήγησε κατά την εναρκτήρια διάλεξη αυτού του κύκλου εκδηλώσεων.