Μια νέα γενιά εξετάσεων αίματος υπόσχεται να αλλάξει ριζικά τη διάγνωση της άνοιας, επιτρέποντας τον εντοπισμό της νόσου Αλτσχάιμερ ακόμη και δεκαετίες πριν από την εμφάνιση συμπτωμάτων.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η έγκαιρη ανίχνευση της άνοιας - η πιο συχνή αιτία της οποίας είναι η νόσος Αλτσχάιμερ - θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για παρεμβάσεις που θα επιβραδύνουν ή και θα αποτρέψουν την εξέλιξη της νόσου.
Ανίχνευση 20 χρόνια πριν από τα συμπτώματα της Αλτσχάιμερ
Ερευνητική ομάδα από το Northwestern University στις ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι εντόπισε για πρώτη φορά τοξικές πρωτεΐνες στον εγκέφαλο (ACU193+) που σχετίζονται με τη φλεγμονή και τη νευρωνική βλάβη στα πρώιμα στάδια της νόσου Αλτσχάιμερ.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Alzheimer’s & Dementia, οι πρωτεΐνες αυτές μπορούν να ανιχνευθούν στο αίμα έως και 20 χρόνια πριν εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα.
«Είναι κρίσιμο να ξεκινά η θεραπεία πριν εμφανιστούν συμπτώματα, γιατί τότε έχει ήδη συντελεστεί σημαντική νευροεκφύλιση», δήλωσε ο καθηγητής Χημείας Ρίτσαρντ Σίλβερμαν, επικεφαλής της μελέτης.
Η ίδια ομάδα δοκιμάζει και ένα φάρμακο με την ονομασία NU-9, το οποίο χρησιμοποιείται ήδη για τη νόσο του κινητικού νευρώνα, και φαίνεται σε πειραματόζωα να απενεργοποιεί τις τοξικές πρωτεΐνες. Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι θα μπορούσε να καθυστερήσει ή και να αποτρέψει την εμφάνιση της Αλτσχάιμερ.
Εξετάσεις ρουτίνας με μια απλή αιμοληψία
Παράλληλα, στο University College Hospital London έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε περίπου 1.000 άτομα μια άλλη εξέταση αίματος, η Fujirebio Lumipulse, που ανιχνεύει την πρωτεΐνη pTau217, έναν από τους βιοδείκτες της νόσου.
Ο καθηγητής Νευρολογίας Τζόναθαν Σκοτ από το University College London σημειώνει ότι η pTau217 μπορεί να υποδεικνύει την παρουσία των χαρακτηριστικών αλλοιώσεων της νόσου στον εγκέφαλο, όπως τα νευροϊνιδιακά συμπλέγματα tau και οι αμυλοειδικές πλάκες.
Μάλιστα, όπως εξηγεί, ορισμένες από τις νέες εξετάσεις είναι τόσο ευαίσθητες που μπορούν να εντοπίσουν συγκεντρώσεις πρωτεϊνών της τάξης του ενός μέρους στο δισεκατομμύριο.
Σε εξέλιξη βρίσκεται κλινική δοκιμή σε ιατρεία μνήμης, με στόχο να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα στοιχεία ώστε το βρετανικό σύστημα υγείας να εξετάσει την ευρεία υιοθέτησή τους.
Ελπίδα για έγκαιρη παρέμβαση
Σήμερα, η διάγνωση της Αλτσχάιμερ βασίζεται σε τεστ μνήμης και γνωστικών λειτουργιών, καθώς και σε απεικονιστικές εξετάσεις, όπως μαγνητική και PET, που ανιχνεύουν τις εγκεφαλικές πλάκες. Όμως ένας στους τέσσερις ασθενείς καθυστερεί πάνω από δύο χρόνια να αναζητήσει ιατρική βοήθεια.
Τα υπάρχοντα φάρμακα, όπως το Aricept (αναστολέας χολινεστεράσης), μπορούν να βελτιώσουν τα συμπτώματα αλλά δεν αποτελούν θεραπεία. Νεότερες θεραπείες, όπως τα lecanemab και donanemab, φαίνεται να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου στα αρχικά στάδια, ωστόσο δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στο βρετανικό εθνικό σύστημα υγείας λόγω περιορισμένου οφέλους και πιθανών σοβαρών παρενεργειών.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι, με νέες θεραπείες στον ορίζοντα, η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα. Αν οι εξετάσεις αίματος αποδειχθούν αξιόπιστες και οικονομικά βιώσιμες, θα μπορούσαν να μεταμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζεται και αντιμετωπίζεται η νόσος Αλτσχάιμερ τις επόμενες δεκαετίες.