Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ υπήρξε διεθνώς αναγνωρισμένη ιστορικός, αλλά στην ελληνική δημόσια ζωή έγινε η φωνή που παρεμβαίνει. Από το Βυζάντιο έως τη σύγχρονη πολιτική, χρησιμοποιούσε το παρελθόν για να ερμηνεύει το παρόν, συχνά αιχμηρά, χωρίς την ασφάλεια της ουδετερότητας και χωρίς να αποφεύγει τη σύγκρουση
Στην Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν αρμόζουν χαμηλόφωνες δηλώσεις και διατυπώσεις, ακριβώς επειδή η ίδια στον δημόσιο βίο της, τόσο ως βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός, όσο και ως αυτό που αποκαλούμε «διανοούμενη», επέλεγε πάντα να βγαίνει στα ξέφωτα του μη αυτονόητου, του μη ασφαλούς. Και άλλοτε ξεσήκωνε θύελλες και τσακωμούς, άλλοτε ευλαβικές, σχεδόν προσκυνηματικές αντιδράσεις, σαν τα λόγια της να είναι ένα μανιφέστο ανά περίπτωση.
Δεν μιλούσε και δεν έγραφε με τρόπο που να της επιτρέπει να γλιστράει ομαλά ανάμεσα σε κοινότοπα. Μιλούσε σαν να καρφώνει προτάσεις στον τοίχο, με στόμφο, με το γνωστό της ρυθμό, με εκείνη την ευφυολογία που λειτουργούσε σαν αγκίστρι: πρώτα σε τραβάει κοντά, μετά σε αναγκάζει να σκεφτείς τι ακριβώς είπε. Και είτε να σε κάνει έξαλλο, είτε να σε κάνει να νιώσεις ότι γίνεσαι μέρος της Ιστορίας. Είχε ένα μοναδικό επικοινωνιακό χάρισμα, ακόμα και όταν δεν ένωνε αλλά δίχαζε -και μάλλον απολάμβανε να προκαλεί αλυσιδωτές συζητήσεις, αντιδράσεις, διαλόγους. Της άρεσε να σε βάζει σε μια διαδικασία πνευματικής εγρήγορσης.
Πέθανε στις 16 Φεβρουαρίου 2026, παίρνοντας μαζί της κάτι εξαιρετικά σπάνιο για κάποιον με διεθνή ακαδημαϊκή καριέρα: μια μορφή δημόσιου λόγου που δεν φοβόταν τη σύγκρουση. Ήταν ιστορικός με πολιτική αίσθηση, κι ας μιλούσε για αυτοκρατορίες περασμένων αιώνων. Το Βυζάντιο, για εκείνη, δεν ήταν ένα κεφάλαιο της Ιστορίας, αλλά ένα εργαλείο για να δεις πώς λειτουργεί η εξουσία, πώς επιβιώνουν οι κοινωνίες, πώς φτιάχνονται οι μύθοι και πώς σπάνε.
Γεννημένη το 1926 στην Αθήνα από Μικρασιάτες γονείς (τον Νικόλαο και την Καλλιρόη), ξεκίνησε σπουδάζοντας Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έφυγε νωρίς για το Παρίσι και την Ecole des Hautes Etudes όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Ιστορίας και Docteur es Lettres, επιλέγοντας μια ζωή που θα κρινόταν έξω από την ελληνική μικροκλίμακα.
Εκεί γνώρισε και τον σύζυγό της, Ζακ Αρβελέρ, αξιωματικό του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού (1918–2010), και απέκτησαν μία κόρη, τη Μαρί-Ελέν. Σε μια από τις πιο ειλικρινείς της στιγμές είπε κάτι που οι μεγάλοι άνθρωποι σπανίως ομολογούν: ότι χωρίς εκείνον «δεν θα ήμουν τίποτα». Δεν ήταν αυτοϋποτίμηση· ήταν η δική της αίσθηση για το πώς χτίζεται μια ζωή: «δεν είναι από το πού έρχεσαι, είναι πού πας και με ποιον πας μαζί».
Κι όμως, η καριέρα της ήταν από μόνη της ιστορικό συμβάν. Το 1967 έγινε καθηγήτρια στη Σορβόννη. Και το 1976 αναδείχθηκε η πρώτη γυναίκα πρύτανης στο θρυλικό πανεπιστήμιο που έχει παράδοση επτά αιώνων. Αυτό το «πρώτη γυναίκα» δεν το κουβαλούσε ως λάβαρο, αλλά ως απόδειξη ότι η εξουσία, όταν καταλαμβάνεται από γυναίκα, αποκαλύπτει αμέσως τα αντανακλαστικά της: «Μεγάλο πρόβλημα», έλεγε για όσους ήταν «υπό τη διοίκησή της». Και κάποτε, με μια δόση σκληρής αλήθειας, παραδέχτηκε ότι αν έμενε στην Ελλάδα «ούτε βοηθός καθηγητή» δεν θα γινόταν. Υπέρβαλλε; Μάλλον όχι,
Από εκεί και πέρα, η Αρβελέρ έγινε κάτι διπλό: στο εξωτερικό αυθεντία της βυζαντινολογίας· στην Ελλάδα δημόσιο πρόσωπο. Μετείχε σε θεσμούς και οργανισμούς (από το Κέντρο Πομπιντού έως διεθνείς πολιτιστικούς κύκλους), αλλά η πραγματική της δύναμη ήταν ότι έφερε την Ιστορία στο σαλόνι, στο πάνελ, στο τραπέζι της κουβέντας. Κάποιοι την κατηγορούν ότι εκλαΐκευσε την Ιστορία. Αλλοι ότι χρησιμοποίησε ως πολιτικό φακό.
Η Αρβελέρ είχε μια σχεδόν θεατρική ικανότητα να συμπυκνώνει και να βγάζει ατάκες που αμέσως γίνονταν τίτλοι. «Αν είχα τη δυνατότητα να αφαιρέσω ένα ελάττωμα του Έλληνα, θα ήταν το “εγώ”», έλεγε, και αυτή η πρόταση λειτουργούσε σαν μικρή κοινωνιολογία μέσα σε δέκα λέξεις. Μιλούσε για πατρίδα ως αίσθημα: «Πατρίδα είναι η συγκίνηση… το “εμείς”», έλεγε, μετακινώντας τη συζήτηση από τη σημαία στη μνήμη.
Και, με μια ακρίβεια που εκνεύριζε όσους ήθελαν καθαρές ταμπέλες, περιέγραφε την ελληνική ταυτότητα ως «μεταίχμιο»: ανήκομεν εις την Δύσην ως φιλοδοξία, αλλά στην καθημερινότητα θυμίζουμε Ανατολή, έλεγε. Δεν ήταν προσβολή, όπως πολλοί ένιωθαν, ήταν διάγνωση. Και μαζί μια σκληρή ψυχολογική παρατήρηση: ότι ζούμε σχεδόν σχιζοφρενικά, ανάμεσα στο «μεγαλείο του αλλοτινού» και στη γνώση πως δεν το «αντιπροσωπεύουμε».
Ο ορισμός του ελληνικού ήταν πάντα για την Αρβελέρ κάτι σαν κοφτερή λεπίδα. Περιγράφει στο βιβλίο της «Μια ζωή χωρίς άλλοθι» που υπογράφει ο Νίκος Μπασκόζος, ότι όταν την έκαναν επίτιμη διδάκτορα στο Χάρβαρντ (1995), τα πάντα έμοιαζα κινηματογραφικά: τήβεννος, παράσημα, τελετή, Έλληνες πολιτικοί. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν παρών.
Περιγράφει: «Μου λέει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: “Κυρία Αρβελέρ, τι κάνετε εδώ;”. “Αυτό που κάνω εγώ εδώ φαίνεται απ' αυτό που φορώ. Εσείς τι κάνετε εδώ;” Μου λέει: “Τελειώνει ο Κυριάκος, ήρθαμε για την τελετή αποφοίτησής του”. 1995. Έγινε η τελετή, όπου επίτιμοι έγιναν ακόμα ο πρώτος Πρόεδρος της Τσεχίας και συγγραφέας Βάτσλαβ Χάβελ και η μυθιστοριογράφος, νομπελίστας αργότερα, Ντόρις Λέσινγκ, οι τρεις μας ήμασταν. Κι όταν έγινε η τελετή, έρχεται ο Μητσοτάκης με τον Κυριάκο και μου λένε “Γιατί δεν είπαν ότι είστε Ελληνίδα;”. Λέω:”Εθνικό πράγμα είναι το διδακτορικό; Έχω γράψει τίποτε ελληνικά;”. Δεν είχα γράψει απολύτως τίποτα στα ελληνικά μέχρι το 1995, ούτε λέξη».
Κάπως έτσι γεννήθηκαν και οι μεγάλες της κόντρες: όχι από ιδιοτροπία, αλλά από τη σύγκρουση μύθου και ιστορικού τρόπου σκέψης. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Μέγας Αλέξανδρος. Η Αρβελέρ με επιμονή που άναβε φωτιές δήλωνε πεπεισμένη ότι ο Αλέξανδρος είναι θαμμένος στη Βεργίνα και όχι ο Φίλιππος Β΄, λέγοντας μάλιστα πως θα «δικαιωθεί μετά θάνατον».
Η Αρβελέρ ήξερε ότι στην Ελλάδα η Ιστορία δεν είναι μόνο επιστήμη είναι ψυχικό δικαίωμα. Και έμπαινε σε αυτό το πεδίο ορμητικά, και με τις ακαδημαϊκές της περγαμηνές να της δίνουν επιπλέον ορμή.
Στις πολιτικές της αναφορές, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εμφανίζεται σαν φιγούρα-κλειδί, όχι γιατί τον αγιοποιεί ή τον καταγγέλλει, αλλά γιατί τον χρησιμοποιεί ως παράδειγμα της ελληνικής διαδρομής προς τη Δύση. Στη γνωστή της στιχομυθία, όταν εκείνος της είπε «πάψε να κάνεις την κομμουνίστρια», εκείνη απάντησε «δεν παύω, είμαι», για να διευκρινίσει αμέσως μετά ότι δεν υπήρξε «ποτέ» γραμμένη στο ΚΚΕ, αλλά «πάντοτε» αριστερή. Η Αρβελέρ δεν έπαιζε με τις ταμπέλες: ξεχώριζε την ιδεολογία από την οργανωτική ένταξη, και κυρίως όριζε την Αριστερά ως στάση σε κοινωνικά θέματα, όχι ως εθνικό φολκλόρ.
Όταν ήρθε η εποχή Τσίπρα, δεν μάσησε λέξεις: «όχι, έχουμε ιδιοτελή κυβέρνηση», είπε, προσθέτοντας πως δυσκολεύεται να βρει τι «αριστερό» έκανε. Δεν ήταν αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρητορεία, αλλά ο τρόπος της να βλέπει την πολιτική σαν ιστορική συμπεριφορά, σε μια εποχή που κυρίως αντιμετωπίζεται ως προϊόν της επικοινωνίας.
Πίσω από όλα αυτά υπήρχε πάντα η προσωπική της μνήμη: η Μικρασία ως «καρδιά του ελληνισμού», το κλειδί του σπιτιού στη Βιθυνία που κρατούσε, η επίγνωση ότι οι δύο μεγάλες καταστροφές (η Πόλη και το 1922) δεν είναι απλώς ιστορικά γεγονότα αλλά γεγονότα που διαμορφώνουν χαρακτήρες. Η Αρβελέρ δεν μιλούσε για την Ιστορία σαν αλυσίδα ημερομηνιών, αλλα σαν κάτι που κουβαλάς στην πλάτη σου χωρίς να το βλέπεις, μέχρι να νιώσεις τον πόνο που προκαλεί το βάρος της.
Ήταν «οικουμενική» όχι ως τίτλος τιμής, αλλά επειδή μπορούσε να μιλήσει για την Ελλάδα χωρίς να εγκλωβιστεί στην ελληνική αυτοεικόνα. Και ήταν, πάνω απ’ όλα, μια γυναίκα που απέδειξε με την ίδια της τη διαδρομή ότι η γνώση μπορεί να γίνει εξουσία χωρίς να γίνει κυνισμός.