Μια νέα πειραματική συσκευή επιχειρεί να κάνει κάτι που μέχρι πρόσφατα θα ακουγόταν σαν λογοτεχνική υπερβολή: να μετατρέπει μια φωτογραφία σε άρωμα.
Στο Εργαστήριο Μέσων του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης [ΜΙΤ], μια νέα πειραματική συσκευή επιχειρεί να κάνει κάτι που μέχρι πρόσφατα θα ακουγόταν σαν λογοτεχνική υπερβολή: να μετατρέπει μια φωτογραφία σε άρωμα. Το πρωτότυπο ονομάζεται «ΑΝΕΜΟΙΑ» [σ.σ: γράφεται το ίδιο σε ελληνικά και αγγλικά, αν είναι με κεφαλαία] και περιγράφεται ως «μηχανή οσφρητικής μνήμης», γιατί παίρνει ένα οπτικό τεκμήριο –μια αναλογική φωτογραφία– και το «αποστάζει» σε μια εξατομικευμένη μυρωδιά, χρησιμοποιώντας γενετική τεχνητή νοημοσύνη.
Μια εμπειρία άμεση και σωματική
Πίσω από την κατασκευή βρίσκεται ο ερευνητής Σάιρους Κλαρκ, ο οποίος λέει ότι όλη η διαδικασία έχει στηθεί γύρω από τη μεταφορά της απόσταξης: «παίρνεις ένα πυκνό, πολυεπίπεδο τεκμήριο μνήμης και το μετασχηματίζεις, το συμπιέζεις, σε κάτι άλλο». Το «κάτι άλλο» εδώ δεν είναι κείμενο, εικόνα ή ήχος, αλλά μια οσμή – μια εμπειρία άμεση και σωματική, που συχνά ξεκλειδώνει συναισθήματα πιο γρήγορα από οποιοδήποτε αφήγημα.
Τι υπόσχεται η συσκευή
Η συσκευή είναι σχεδιασμένη σαν κάθετη στήλη με τρία επίπεδα. Στην κορυφή, ο χρήστης τοποθετεί μια αναλογική φωτογραφία. Στο μεσαίο τμήμα βρίσκεται ο υπολογιστικός πυρήνας, ο οποίος αναλύει την εικόνα με ένα μοντέλο που συνδυάζει οπτική αντίληψη και γλώσσα, ενώ παράλληλα δίνει στον χρήστη τρόπο παρέμβασης μέσω τριών επιλογέων. Στο κάτω μέρος, ένα σύστημα αντλιών συνδεδεμένων με δοχεία αρωμάτων δημιουργεί το τελικό μείγμα, με ακρίβεια «δευτερολέπτου» ανά άρωμα, ώστε να προκύπτουν πολλές πιθανές συνθέσεις.
Η υπόσχεση είναι ότι μπορεί να μετατραπεί σε άρωμα «οποιαδήποτε φωτογραφική μνήμη», αλλά ο Κλαρκ δείχνει να ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για ένα πιο παράδοξο είδος νοσταλγίας: την «ανεμόια», δηλαδή τη νοσταλγία για έναν χρόνο που δεν έχεις ζήσει. Είναι η συγκίνηση που σε πιάνει μπροστά σε μια οικογενειακή φωτογραφία από δεκαετίες πριν, σε μια εικόνα ενός κόσμου που δεν γνώρισες, αλλά σου φαίνεται οικείος.
Η λογική των επιλογών που κάνει ο χρήστης λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στο «κυριολεκτικό» και στο «προσωπικό». Αρχικά, επιλέγει μια οπτική γωνία μέσα στη φωτογραφία: μπορεί να είναι ένα πρόσωπο που απεικονίζεται ή ένα αντικείμενο, όπως ένα δέντρο ή ένα ποδήλατο. Έπειτα, αν πρόκειται για άνθρωπο, ο χρήστης μπορεί να ορίσει την ηλικιακή αίσθηση, π.χ. παιδί ή ηλικιωμένος.
Αν πρόκειται για αντικείμενο, το «τοποθετεί» στον κύκλο ζωής του, με επιλογές που κυμαίνονται από «ακατέργαστο» έως «σε χρήση» ή «σε φθορά». Τέλος, αποδίδει συναισθηματικό τόνο επιλέγοντας λέξεις που περιγράφουν διάθεση, ώστε η μυρωδιά να «κουβαλά» όχι μόνο τι δείχνει η φωτογραφία, αλλά και το πώς θέλει ο χρήστης να τη θυμηθεί ή να τη φανταστεί.
Το όριο και η γοητεία του συστήματος
Σε μια δοκιμαστική συνεδρία, ο Κλαρκ θυμάται έναν συμμετέχοντα που ανέβασε μια αρχειακή φωτογραφία: ένα ζευγάρι καθισμένο σε πέτρινα σκαλιά, σε έναν κήπο, τρώγοντας κάτι που έμοιαζε με μήλο ή αχλάδι. Ο χρήστης όρισε ως θέμα το φρούτο, επέλεξε «σε χρήση» ως φάση και «γαλήνιο» ως διάθεση. Το αποτέλεσμα, όπως περιγράφεται, ήταν μια σύνθεση με νύξεις από πικάντικο μήλο, αχλάδι και έναν γήινο μόσχο.
«Όταν ο χρήστης μύρισε το αποτέλεσμα, αρχικά είπε ότι μεταφέρθηκε στο φθινόπωρο», σημείωσε ο ερευνητής, κάτι που «έβγαζε νόημα» αφού το φθινοπωρινό στοιχείο ήταν βασικό στη σύνθεση. Το παράδειγμα δείχνει και το όριο και τη γοητεία του συστήματος: η μηχανή μπορεί να «δέσει» εύκολα ορισμένες κοινές συνάφειες – μήλο και φθινόπωρο – αλλά ο στόχος είναι να χρησιμοποιήσει αυτό το κοινό λεξιλόγιο ως σημείο εκκίνησης, όχι ως κατάληξη.
Ο Κλαρκ αναγνωρίζει ότι μια στιγμή δεν εξαντλείται στις προφανείς αντιστοιχίες μιας μηχανής. Γι’ αυτό επιμένει πως η ύπαρξη ενός «κοινού λεξιλογίου» είναι χρήσιμη για να «προσγειωθεί» πρώτα το σύστημα κάπου, πριν γίνει πιο λεπτό και δημιουργικό. Η συσκευή, όπως είναι σήμερα, διαθέτει μια «βιβλιοθήκη» 50 αρωμάτων: από σανδαλόξυλο και πευκοδάσος έως παλιά βιβλία, δέρμα και άμμο. Με την προσθήκη τους σε σύντομες χρονικές δόσεις, το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται έντονα από τις επιλογές του χρήστη.
Όπως λέει ο ίδιος, δύο άνθρωποι μπορούν να πάρουν την ίδια φωτογραφία παραλίας και να καταλήξουν σε εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα, ανάλογα με το πώς «αφηγούνται» την εικόνα μέσα από τις επιλογές τους. Έτσι, το άρωμα δεν είναι απλή μετάφραση της φωτογραφίας, αλλά συνεργασία ανθρώπου και συστήματος: η μηχανή προτείνει μια υλική «αποτύπωση» και ο χρήστης κατευθύνει το νόημα.
Πίσω από την ιδέα κρύβεται μια ευρύτερη έγνοια
Πίσω από την ιδέα κρύβεται μια ευρύτερη έγνοια για το πού «ζούμε» τις μνήμες μας σήμερα. Ο Κλαρκ έχει εργαστεί και στο παρελθόν πάνω σε τρόπους να γίνουν οι αναμνήσεις πιο απτές. Πριν φτάσει στο Ινστιτούτο, είχε εξερευνήσει το πώς θα μπορούσαν να αποθηκεύονται μνήμες στο γενετικό υλικό φυτών, μέσα από έναν ερευνητικό φορέα που ίδρυσε. «Στη σημερινή πραγματικότητα», λέει, «οι μνήμες μας έχουν εξωτερικευτεί, συνήθως αποθηκεύονται σε ψηφιακή υποδομή και ανακτώνται μέσω λειτουργιών, αρχείων και ροών». Είναι προσβάσιμες, αλλά «δεν είναι πραγματικά μαζί μας», προσθέτει, και αυτό είναι που θέλει να αλλάξει: να ξαναδέσει την ανάμνηση με τις αισθήσεις, όχι μόνο με την οθόνη.
Το επόμενο βήμα, όπως το φαντάζεται, κινείται σε δύο κατευθύνσεις: είτε μια επιτραπέζια συσκευή που θα επιτρέπει στους ανθρώπους να «εκτυπώνουν» μνήμες στο σπίτι, είτε μια διαδικτυακή υπηρεσία όπου θα στέλνεις φωτογραφίες από απόσταση και θα λαμβάνεις την οσφρητική εκδοχή τους. Ο ίδιος δεν αγνοεί την αντίφαση: χρησιμοποιεί τεχνολογία για να μας επανασυνδέσει με τις αισθήσεις και, εμμέσως, με τη φύση.
«Γνωρίζω την αντίφαση… αλλά την αγκαλιάζω», λέει, υποστηρίζοντας ότι «δεν χρειάζεται τα πάντα να είναι μηχανές που κλέβουν την προσοχή» και ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε νέες μορφές υπολογισμού που «σε κάνουν να σταματάς, να αναπνέεις και να παρατηρείς ξανά τον κόσμο». Αν αυτή η υπόσχεση μπορεί να σταθεί έξω από το εργαστήριο, θα φανεί. Προς το παρόν, η συσκευή αυτή λειτουργεί σαν ένα μικρό μανιφέστο: ότι η μνήμη δεν είναι μόνο δεδομένο, αλλά εμπειρία – και ότι ίσως, κάποτε, μια φωτογραφία να μην τη «βλέπεις» απλώς, αλλά να τη φοράς, να τη ανασαίνεις, να την κουβαλάς.