Ακόμη και ηπιότερες παραλλαγές του διάσημου πειράματος του Μίλγκραμ συνεχίζουν να φωτίζουν μια από τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης.
- Σύγχρονες επαναλήψεις του πειράματος Μίλγκραμ, όπως του Τζέρι Μπέργκερ το 2009 και του Τόμας Γκζιμπ το 2015, επιβεβαιώνουν τα υψηλά ποσοστά υπακοής, με το 70% και 90% των συμμετεχόντων αντίστοιχα να ακολουθούν πλήρως τις εντολές.
- Νευροεπιστημονικές μελέτες της Εμιλί Κασπάρ δείχνουν ότι υπό εντολή υπολειτουργούν οι περιοχές του εγκεφάλου για την ενσυναίσθηση και την ενοχή. Ο εγκέφαλος προτιμά την υπακοή καθώς η ανυπακοή απαιτεί περισσότερους νοητικούς πόρους.
- Η υπακοή διευκολύνεται από τη μεταβίβαση της ευθύνης, τη φυσική απόσταση από το θύμα, την πρωτόγνωρη κατάσταση και κυρίως τη σταδιακή κλιμάκωση των εντολών, που καθιστά ευκολότερη τη συμμόρφωση σε ακραίες πράξεις.
- Παρά τη γενική τάση για συμμόρφωση, η ανυπακοή παραμένει επιλογή. Πρότυπα από την παιδική ηλικία, όπως γονείς που βοηθούσαν άλλους, φαίνεται να αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη της ικανότητας αντίστασης σε ανήθικες εντολές.
Τον Ιούνιο του 1961, μια μικρή αγγελία στην εφημερίδα New Haven Register του Κονέκτικατ υποσχόταν εύκολα χρήματα: τέσσερα δολάρια για μία ώρα συμμετοχής σε «μελέτη για τη μνήμη» στο Πανεπιστήμιο Γέιλ. Ζητούνταν εργάτες εργοστασίων, κουρείς, επιχειρηματίες, άνθρωποι κάθε επαγγέλματος, χωρίς ειδικές γνώσεις ή εμπειρία. Οι ενδιαφερόμενοι έστελναν τα στοιχεία τους σε έναν καθηγητή του Τμήματος Ψυχολογίας, τον Στάνλεϊ Μίλγκραμ.
Σαράντα άνδρες πήραν μέρος στην πρώτη δοκιμαστική φάση. Με πρόσχημα μια άσκηση εκμάθησης λέξεων, τους ζητήθηκε να χορηγούν ηλεκτροσόκ σε έναν άγνωστο, φτάνοντας ως ένα επίπεδο δυνητικά θανατηφόρο. Οι 26 από τους 40, δηλαδή το 65%, έφτασαν μέχρι το τέρμα.
Σε επόμενες εκδοχές, η πλειονότητα έδινε το μέγιστο σοκ ακόμη κι όταν το θύμα παρουσιαζόταν ως καρδιοπαθής ή όταν ακουγόταν να ικετεύει να το αφήσουν να φύγει. Κανείς δεν ήξερε ότι τα σοκ ήταν ψεύτικα και ότι όλο το σκηνικό ήταν στημένο. Η έρευνα δεν αφορούσε τη μνήμη αλλά την υπακοή και τη σκληρότητα.
Έκτοτε, ηπιότερες παραλλαγές του πειράματος συνεχίζουν να φωτίζουν μια από τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης, όπως καταγράφει εκτενές αφιέρωμα του BBC. Και τα ευρήματα αιφνιδιάζουν ακόμη και τους ερευνητές.
«Ήταν να σου... πέσει το σαγόνι να βλέπεις αυτούς τους ανθρώπους, που έμοιαζαν απολύτως φυσιολογικοί, χαρούμενοι, υπέροχοι, να πατούν τους μοχλούς χωρίς να φέρνουν αντίρρηση», λέει ο Τζέρι Μπέργκερ, ομότιμος καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνιας.
Ηλεκτροσόκ κατ' εντολή
Το 2009 επανέλαβε το πείραμα, σταματώντας τους εθελοντές σε χαμηλότερο, επίσης εικονικό, σοκ. Περίμενε αποτελέσματα παρόμοια με του Μίλγκραμ, κι όμως η ομάδα του, παρακολουθώντας από την οθόνη, έμεινε άναυδη: «Στην αρχή απλώς απορούσαμε: δεν μπορώ να πιστέψω ότι το κάνει αυτό!». Το 70% υπάκουσε ως το τέλος, χωρίς ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες.
Στην Πολωνία, ο Τόμας Γκζιμπ, καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο SWPS, έκανε μερική αναπαραγωγή το 2015 και το ποσοστό υπακοής άγγιξε το 90%. «Μας αρέσει να βλέπουμε τον εαυτό μας ως ανεξάρτητα, ηθικά όντα που θα αρνούνταν μια εντολή αντίθετη στις αξίες τους», σημειώνει. «Τα στοιχεία όμως δείχνουν ότι θα έπρεπε να είμαστε πολύ λιγότερο σίγουροι». Μετά το πείραμα, μια νεαρή γυναίκα ξέσπασε σε λυγμούς: «Αυτός είναι ο άνθρωπος που είμαι. Κάνω ό,τι μου λένε. Και μόνο τώρα το συνειδητοποίησα. Γι' αυτό η ζωή μου πηγαίνει όπως πηγαίνει».
Η Εμιλί Κασπάρ, καθηγήτρια πειραματικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης στο Βέλγιο, κοιτάζει μέσα στον εγκέφαλο. Στις μελέτες της τα σοκ είναι αληθινά, βαθμονομημένα όμως στο όριο πόνου του «θύματος»: επώδυνα αλλά ανεκτά.
Με λειτουργική μαγνητική τομογραφία, η ομάδα της συγκρίνει τι συμβαίνει όταν κάποιος δίνει σοκ κατ' εντολή και όταν αποφασίζει ελεύθερα. Υπό εντολή, οι περιοχές που συνδέονται με την ενσυναίσθηση, την ενοχή και την αίσθηση ευθύνης υπολειτουργούν, ενώ οι συμμετέχοντες εκτιμούν τον πόνο που προκαλούν ως μικρότερο.
Από περίπου 800 εθελοντές σε διάφορες χώρες, μόλις 21 (2,6%) αρνήθηκαν. Ένας άνδρας που δεν έδωσε κανένα σοκ όταν είχε επιλογή, συμμορφώθηκε πλήρως μόλις άρχισαν οι εντολές: «Ήταν απλώς τόσο εύκολο να υπακούσω». Η εξήγηση, κατά την Κασπάρ, είναι σχεδόν οικονομική: «Ο εγκέφαλος δεν θέλει να ξοδεύει πόρους όταν δεν χρειάζεται. Η ανυπακοή καταναλώνει περισσότερους».
Ούτε ο χαρακτήρας λειτουργεί ως ασπίδα. «Η προσωπικότητα και η ιδιοσυγκρασία είναι εκπληκτικά κακοί δείκτες για το ποιος θα υπακούσει», λέει ο Γκζιμπ. Ακόμη και η ενσυναίσθηση κόβει από δύο μεριές: μπορεί κανείς να ταυτιστεί με εκείνον που δίνει την ανήθικη εντολή και να μη θέλει να τον απογοητεύσει.
Ο Μπέργκερ εντοπίζει τέσσερα κλειδιά στο στήσιμο του Μίλγκραμ. Πρώτο, τη μεταβίβαση ευθύνης. Στη δική του μελέτη, μια συμμετέχουσα ρώτησε αν θα υπάρξει μήνυση. «Αν πάθει κάτι, εγώ είμαι υπεύθυνος», της απάντησε ο πειραματιστής. «Αυτό ήθελα να ακούσω!», είπε εκείνη και συνέχισε να πατάει τα κουμπιά.
Η ίδια λογική, θυμίζει ο Μπέργκερ, εξηγεί και την επιθετικότητα στο διαδίκτυο, όπου η ανωνυμία σβήνει την προσωπική ευθύνη. Όσοι υπάκουσαν στον Μίλγκραμ φόρτωναν την ευθύνη στον πειραματιστή, όσοι αρνήθηκαν την κρατούσαν για τον εαυτό τους. Μετρούσε και η απόσταση: όταν το θύμα βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο, υπάκουσε το 40%, όταν τα χέρια τους ακουμπούσαν, το 30%.
Οι υπόλοιποι παράγοντες ήταν η πρωτόγνωρη κατάσταση και η έλλειψη χρόνου. Μπροστά σε κάτι άγνωστο ψάχνουμε κάποιον πιο έμπειρο να μιμηθούμε, και ο μόνος διαθέσιμος ήταν ο πειραματιστής που επέμενε: «Δεν έχετε άλλη επιλογή, πρέπει να συνεχίσετε». Με δέκα λεπτά περιθώριο, πιστεύει ο Μπέργκερ, πολλοί θα αναρωτιούνταν «είμαι εγώ άνθρωπος που κάνει κάτι τέτοιο;».
Και πάνω από όλα, η σταδιακή κλιμάκωση: όποιος λέει ναι σε κάτι μικρό, λέει ευκολότερα ναι και στο μεγάλο, το γνωστό φαινόμενο «το πόδι στην πόρτα». Ο Γκζιμπ επιμένει και στα συστήματα: «Αν κάποιος αποκτήσει ανεξέλεγκτη εξουσία πάνω σε άλλον, αργά ή γρήγορα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος κατάχρησης».
Η Κασπάρ έχει μελετήσει δράστες, παρατηρητές και διασώστες της γενοκτονίας των Τούτσι στη Ρουάντα το 1994. Αυτό που ξεχωρίζει τους διασώστες είναι τα πρότυπα της παιδικής ηλικίας, γονείς ή συγγενείς που βοηθούσαν άλλους. «Οι διασώστες μάς θυμίζουν ότι πάντα μπορούμε να διαλέξουμε κάτι άλλο», λέει.
Η γενοκτονία, εξηγεί, προχωρά σε στάδια, από τη διάκριση στην κατηγοριοποίηση και την απανθρωποποίηση, και η υπακοή λειτουργεί ως σκανδάλη μόνο στη φάση της εξόντωσης. Εκεί φαίνονται και τα όρια της θεωρίας του Μίλγκραμ, που ήθελε να εξηγήσει το Ολοκαύτωμα, όπου όμως η δίωξη έγινε συχνά χωρίς άμεσες εντολές, με σκέτη σκληρότητα και απληστία.
Κι όμως, ακόμη και στο αρχικό πείραμα υπήρξαν αρνήσεις. «Όχι, αυτό δεν είναι σωστό. Ο άνθρωπος υποφέρει εκεί μέσα», είπε ένας εθελοντής. «Στη Ρωσία ίσως, αλλά όχι στην Αμερική», αντέτεινε ένας άλλος όταν του είπαν ότι δεν είχε επιλογή.
Ο Τζο Ντίμοου, που επίσης αρνήθηκε, έγραψε το 2016 ότι μεγάλωσε σε οικογένεια που αμφισβητούσε την εξουσία και ότι δεν επρόκειτο να τον εντυπωσιάσει μια λευκή ποδιά. Και κάποιος άλλος, όπως καταγράφεται στα πρακτικά του Μίλγκραμ, είπε απλώς «λυπάμαι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό σε έναν άνθρωπο», και σταμάτησε.