Περισσότερο από μια δεκαετία μετά τον εντοπισμό του, ένα ισπανικό πλοίο ηλικίας αιώνων και αξίας δισεκατομμυρίων, παραμένει σχεδόν ανέγγιχτο στον βυθό, ενώ κράτη, εταιρείες και κοινότητες συγκρούονται για το ποιος δικαιούται να τον αγγίξει.
Συγκεκριμένα, Ισπανία, Κολομβία, αυτόχθονες ομάδες και Αμερικανοί κυνηγοί θησαυρών δίνουν μια πικρή διεθνή νομική μάχη για το ποιος έχει δικαιώματα πάνω στον «πιο σπουδαίο βυθμισμένο θησαυρό στην ιστορία της ανθρωπότητας».
Η ανακάλυψη που άλλαξε τα πάντα
Την Ημέρα των Ευχαριστιών του 2015, ο θαλάσσιος αρχαιολόγος Ρότζερ Ντούλεϊ είδε στην οθόνη του υπολογιστή του αυτό που αναζητούσε επί δεκαετίες. Στο διαμέρισμά του στην Καρταχένα της Κολομβίας, παρακολουθούσε πλάνα από ένα υποβρύχιο ρομπότ του Ωκεανογραφικού Ινστιτούτου Woods Hole, το οποίο είχε περάσει δεκαεπτά ώρες σαρώνοντας τον πυθμένα της Καραϊβικής. Ανάμεσα στις θολές εικόνες σόναρ, ο Ντούλεϊ και ο συνεργάτης του εντόπισαν τη λαβή ενός σπαθιού και τρία χάλκινα κανόνια με χαραγμένο το χαρακτηριστικό δελφίνι που επιβεβαίωνε την ταυτότητα του ναυαγίου.
Το εύρημα ήταν το San José, η ισπανική γαλέρα που βυθίστηκε το 1708 μεταφέροντας χρυσό, ασήμι και σμαράγδια που λεηλάτησαν από αυτόχθονες λαούς της Αμερικής. Η αξία του φορτίου εκτιμάται σήμερα σε τουλάχιστον 5 δισεκατομμύρια δολάρια. Ο συγγραφέας του νέου βιβλίου «Neptune’s Fortune: The Billion-Dollar Shipwreck and the Ghosts of the Spanish Empire» Τζούλιαν Σάνκτον, το χαρακτηρίζει «τον μεγαλύτερο βυθισμένο θησαυρό στην ιστορία της ανθρωπότητας» μιλώντας στη The New York Post, συγκρίνοντάς τον ακόμη και με τον τάφο του Τουταγχαμών.
Η μάχη για την κυριότητα
Παρά τη σημασία της ανακάλυψης, το San José παραμένει στον βυθό. Το Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο της Χάγης αναμένεται να αποφανθεί για τις αντικρουόμενες διεκδικήσεις: μια αμερικανική εταιρεία διάσωσης υποστηρίζει ότι δικαιούται το μισό του θησαυρού, ενώ η βρετανική Maritime Archaeology Consultants (MAC), που χρηματοδότησε τον Ντούλεϊ, διεκδικεί έως 45%. Η Κολομβία, ωστόσο, έχει χαρακτηρίσει το ναυάγιο «αντικείμενο πολιτιστικού ενδιαφέροντος», μπλοκάροντας τις οικονομικές αξιώσεις.
Η μακρά πορεία προς την ανακάλυψη
Το ταξίδι του Ντούλεϊ ξεκίνησε το 1984, όταν ερευνούσε το Γενικό Αρχείο των Ινδιών στη Σεβίλλη. Ανάμεσα σε 60 εκατομμύρια έγγραφα, χωρίς ευρετήρια ή καταλόγους, έπεσε τυχαία πάνω σε επιστολές που περιέγραφαν τρία χαμένα πλοία και έναν βασιλικό θησαυρό που είχε εξαφανιστεί. Δεν αφορούσαν το ναυάγιο που έψαχνε τότε, αλλά το San José.
Εκείνη την εποχή εργαζόταν για την Carisub, την κρατική επιχείρηση κυνηγιού θησαυρών του Φιντέλ Κάστρο, αναζητώντας το Nuestra Señora de las Mercedes, μια γαλέρα που βυθίστηκε κοντά στην Αβάνα το 1698.
Αφού εντόπισε αρχειακά στοιχεία για την τοποθεσία του San José, ο Ντούλεϊ επέστρεψε στην Κούβα και στη δουλειά του με την Carisub. Ο Κάστρο ήθελε το Mercedes να απογυμνωθεί για τον χρυσό και το ασήμι. Ο Ντούλεϊ ήθελε σωστή ανασκαφή και τελικά παραιτήθηκε.
Παρέμεινε στην Κούβα για πάνω από δέκα χρόνια, επαγγελματικά ακινητοποιημένος, μέχρι που την εγκατέλειψε απένταρος στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ.
Μετά από χρόνια αναζήτησης χρηματοδότησης, ο Ντούλεϊ βρήκε στήριξη το 2013 από τον Άντονι Κλαρκ, ο οποίος ίδρυσε τη MAC. Το 2015, η έρευνα επικεντρώθηκε σε μια περιοχή 43 τετραγωνικών μιλίων ανοιχτά της Κολομβίας, όπου το υποβρύχιο REMUS του Woods Hole εντόπισε τελικά το ναυάγιο. Ο Ντούλεϊ ήταν τότε 71 ετών, την ίδια ηλικία με τον διοικητή του San José, Κάσα Αλέγκρε, όταν χάθηκε με το πλοίο του.
Η βύθιση του 1708
Το San José ήταν η ναυαρχίδα του ισπανικού στόλου θησαυρών. Στις 8 Ιουνίου 1708, ο Βρετανός ναύαρχος Τσαρλς Γουέιτζερ επιτέθηκε στον στόλο ανοιχτά της Καρταχένα. Στο πλοίο ξέσπασε φωτιά και λίγο αργότερα, σύμφωνα με το ημερολόγιο του Γουέιτζερ, «εξερράγη», εκτοξεύοντας φλεγόμενα κομμάτια ξύλου. Όταν ο καπνός διαλύθηκε, η γαλέρα είχε χαθεί.
Από τους περίπου εξακόσιους επιβαίνοντες, επέζησαν λίγο περισσότεροι από δώδεκα. Το πλοίο βυθίστηκε τόσο γρήγορα ώστε όσοι βρίσκονταν στα χαμηλότερα καταστρώματα παρασύρθηκαν αμέσως στον βυθό. Η αιτία της έκρηξης παραμένει άγνωστη, με τον Σάνκτον να θεωρεί πιθανό ο διοικητής Αλέγκρε να προτίμησε να βυθίσει το πλοίο παρά να το παραδώσει.
Οι διεκδικήσεις και η διεθνής διαμάχη
Το εύρημα πυροδότησε αμέσως διεθνή διαμάχη. Η Ισπανία υποστηρίζει ότι όλα τα χαμένα πολεμικά της πλοία καλύπτονται από κρατική ασυλία και ότι το San José αποτελεί ομαδικό τάφο που δεν πρέπει να αγγιχτεί.
Η Κολομβία αντιτείνει ότι το ναυάγιο βρίσκεται εντός της αποκλειστικής οικονομικής της ζώνης και έχει ήδη ανασύρει ορισμένα αντικείμενα μικρότερης αξίας, όπως νομίσματα και κανόνια.
Αυτόχθονες ομάδες υποστηρίζουν ότι ο θησαυρός αποτελεί προϊόν αποικιακής λεηλασίας που συλλέχθηκε με εκμετάλλευση των αυτοχθόνων και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μορφή επανόρθωσης.
Παράλληλα, η αμερικανική Sea Search Armada ισχυρίζεται ότι εντόπισε το ναυάγιο το 1980 και δικαιούται το 50% του θησαυρού. Κολομβιανό πολιτικό δικαστήριο έκρινε ότι η SSA θα δικαιούται 50% κάθε επιλέξιμου θησαυρού που βρεθεί κοντά στις συντεταγμένες που δήλωσε, αν και ο Σάνκτον επιμένει ότι οι συντεταγμένες της δεν αντιστοιχούν στο San José.
Η MAC, που είχε συμφωνία με την κυβέρνηση Σάντος για μερίδιο έως 45% ποιουδήποτε ανακτήσιμου θησαυρού, είδε το δικαίωμά της να ακυρώνεται όταν το ναυάγιο χαρακτηρίστηκε «αντικείμενο πολιτιστικού ενδιαφέροντος». Η εταιρεία έχει προσφύγει στη δικαιοσύνη.
Το μέλλον του θησαυρού
Ο Ντούλεϊ προτείνει η Κολομβία να κρατήσει τον θησαυρό και να τον εκθέσει σε μουσείο, αποζημιώνοντας παράλληλα τον Κλαρκ για τα έξοδα εντοπισμού. Σήμερα, στα 80 του, ζει στο Μαϊάμι και παραμένει στενά συνδεδεμένος με τη μοίρα του San José.
Ο Σάνκτον, από την πλευρά του, θεωρεί ότι το ναυάγιο δεν πρέπει να περάσει σε ιδιωτικά χέρια. Πιστεύει ότι ανήκει είτε σε μουσείο είτε στον πυθμένα του ωκεανού. Για εκείνον, ο πραγματικός ιδιοκτήτης είναι η ανθρωπότητα, καθώς οι στόλοι θησαυρών της Ισπανίας «μετέφεραν τον πλούτο μιας ολόκληρης ηπείρου και διαμόρφωσαν τον σύγχρονο κόσμο».
Με πληροφορίες από The New York Post