Η απόκτηση ενός σπιτιού είναι όνειρο ζωής για μια οικογένεια, αλλά η συντήρησή του ίσως εξελιχθεί σε βαρίδι που θα κρατήσει πίσω μεσήλικες που έχουν ακόμα όρεξη για περιπέτεια.
Η ιστορία της Σου Μπαρ, μιας 70χρονης φωτογράφου, φωτίζει μια προσέγγιση για τη ζωή και τα υλικά αγαθά που δεν ακούγεται συχνά. Την έγραψε η ίδια στο Business Insider, στον φάκελο «καριέρες», προσφέροντας ενδεχομένως μια εναλλακτική σε μεσήλικες και νέους συνταξιούχους που ονειρεύονται νέα ξεκινήματα στη ζωή τους.
Η Μπαρ μεγάλωσε τον γιο της ως ανύπαντρη μητέρα. Με κόπο είχε αποκτήσει το σπίτι τους, ένα κλασικό αμερικάνικο σπίτι με σοφίτα, γκαραζόπορτα και γκαζόν. Όταν ο γιος της μεγάλωσε, μετακόμισε στο Ορλάντο για να χτίσει τη δική του ζωή κι εκείνη έμεινε μόνη της στο μεγάλο σπίτι.
«Για σχεδόν 20 χρόνια, αυτό το σπίτι έμοιαζε με την εικόνα της σταθερότητας», γράφει η ίδια. «Αλλά όταν ο γιος μου αποφοίτησε και μετακόμισε στο Ορλάντο κάτι άλλαξε. Είχα περάσει χρόνια ενθαρρύνοντάς τον να ζήσει τη ζωή που ήθελε. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να κάνω το ίδιο», σημειώνει.
Το σπίτι έγινε μια τρύπα που έτρωγε λεφτά
Μεγάλο σπίτι σημαίνει μεγάλα λειτουργικά έξοδα. Η συντήρησή του απαιτεί επένδυση χρημάτων και ενδεχομένως προσωπικής εργασίας, που μια φωτογράφος σε προχωρημένη ηλικία δεν μπορεί να εξυπηρετήσει.
«Το σπίτι δεν στήριζε πλέον το μέλλον μου. Αυτό που κάποτε έμοιαζε με ένα άνετο καταφύγιο είχε γίνει μια λακκούβα με χρήματα, με το αυξανόμενο χρέος του να μου υπενθυμίζει καθημερινά ότι δεν μπορούσα να αντέξω οικονομικά τη ζωή ή την ελευθερία που ήθελα. Είχα χτίσει ένα σπίτι για να μεγαλώσω ένα παιδί με αυτοπεποίθηση, και το είχα κάνει, αλλά το να κρατιέμαι από το σπίτι με εμπόδιζε να εξελιχθώ στο επόμενο κεφάλαιο της ζωής μου, ένα κεφάλαιο γεμάτο δημιουργικές δυνατότητες που το χρέος καθιστούσε αδύνατο να κυνηγήσω», γράφει η Σου Μπαρ.
Η τέχνη της φωτογραφίας, μάλιστα, τη βοήθησε να απαθανατίσει τις γωνιές του σπιτιού που ήταν ιδιαίτερες για εκείνη και με αυτόν τον τρόπο να την πειράξει λιγότερο η απόφαση για φυγή. «Ψάχνοντας στα δωμάτια, παρατήρησα πόσο μικρή σημασία είχαν τα αντικείμενα. Δεν ήταν ποτέ τα πράγματα, μόνο οι αναμνήσεις. Και οι αναμνήσεις δεν απαιτούν χώρο αποθήκευσης. Φωτογράφισα ό,τι είχε σημασία, δώρισα το μεγαλύτερο μέρος των υπολοίπων και είδα ό,τι είχε μείνει από την παλιά μου ζωή να βγαίνει στο πεζοδρόμιο» αφηγείται, συνοδεύοντας τις λέξεις με δικές της εικόνες.
Η πώληση που έδωσε ελευθερία και… καινούρια δόντια
Η Μπαρ πήρε την απόφαση να πουλήσει το σπίτι. «Η πώλησή του μου έδωσε την ελευθερία να ταξιδεύω, να ξαναχτίζω την αυτοπεποίθησή μου και να βρω μια νέα δουλειά», γράφει στο άρθρο της.
Η πώληση του σπιτιού τής έδωσε τον οικονομικό και συναισθηματικό χώρο που χρειαζόταν για να αντιμετωπίσει κάτι που την ταλαιπωρούσε επί χρόνια. Με τα χρόνια είχε χάσει κάποια δόντια και η απώλεια αυτή της στερούσε και αυτοπεποίθηση. «Ως φωτογράφος, είχα περάσει δεκαετίες πείθοντας τους άλλους να χαλαρώσουν, ενώ εγώ η ίδια απέφευγα τον φακό», παρατηρεί.
Χρειαζόταν εκτεταμένες οδοντιατρικές παρεμβάσεις και η πώληση του σπιτιού της εξασφάλισε τα χρήματα. Μάλιστα έμαθε ότι οι πολλαπλές επισκέψεις στον αισθητικό οδοντίατρο κοστίζουν πολύ λιγότερο στη Βραζιλία απ' ό,τι στις ΗΠΑ. Έκανε το ταξίδι. «Εμπιστευόμουν έναν αισθητικό οδοντίατρο στη νότια Βραζιλία, τον γονιό ενός φοιτητή ανταλλαγής που κάποτε φιλοξένησα, και το κόστος ήταν πολύ πιο ρεαλιστικό από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά την επέμβαση και την αρχική ανάρρωση ταξίδεψα στο Ρίο. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσα ελεύθερη να εστιάσω τον φακό μου και να χαμογελάσω στον κόσμο γύρω μου χωρίς δισταγμό», θυμάται η γυναίκα.
«Το σωματικό και οικονομικό βάρος που κουβαλούσα για χρόνια άρχισε να μειώνεται. Η Βραζιλία αποκατέστησε την αυτοπεποίθησή μου και μου υπενθύμισε ότι η ανανέωση ήταν ακόμα δυνατή», συμπληρώνει.
Η δουλειά στην κρουαζιέρα
Το επόμενο κεφάλαιο στη ζωή της άνοιξε ενώ βρισκόταν στη Βραζιλία. «Πριν πουλήσω το σπίτι μου, είχα ερευνήσει τρόπους να ταξιδεύω ενώ εργαζόμουν. Ένας φίλος διοργάνωνε δείπνα ως σομελιέ σε κρουαζιερόπλοια και ο αλγόριθμος (σ.σ. στα κοινωνικά δίκτυα) συνέχιζε να προτείνει δουλειές φωτογραφίας στη θάλασσα», αφηγείται η Μπαρ. Τότε έκανε μερικές αιτήσεις.
«Ενώ ήμουν ακόμα στο Ρίο, ήρθε η κλήση. Μου προσφέρθηκε συμβόλαιο ως ο βασικός φωτογράφος σε μια πολυτελή εταιρεία κρουαζιέρας, μια δουλειά που θα με ταξίδευε σε πολλές ηπείρους». Εξηγεί ότι η δουλειά προϋπέθετε απόκτηση πιστοποιητικού ναυτικού, το οποίο απαιτούσε εκτεταμένες ιατρικές εξετάσεις. «Ήταν ταπεινωτικό, αλλά πέρασα», γράφει η ίδια.
Σε λιγότερο από μία εβδομάδα την ειδοποίησαν ότι το συμβόλαιό της θα ξεκινούσε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας. «Μετά από μια πτήση 31 ωρών, γνωρίζοντας ότι θα επιβιβαζόμουν σε 24 ώρες, άφησα τις τσάντες μου στο ξενοδοχείο και περπάτησα στην προκυμαία από το Ντάρλινγκ Χάρμπορ μέχρι την Όπερα», θυμάται. Εκεί τράβηξε ορισμένες φωτογραφίες που δεν θα ξεχάσει ποτέ.
«Η ζωή στη θάλασσα ήταν μια μελέτη αντιθέσεων. Φωτογράφιζα σε ένα στούντιο στον 15ο όροφο, αλλά κοιμόμουν πολύ πιο κάτω, σε μια καμπίνα χωρίς παράθυρα. Ανέβαινα ατελείωτες σκάλες κάθε μέρα», αφηγείται για τη ρουτίνα της στο πλοίο. Οι ημέρες κυλούσαν αργά και κουραστικά. «Αλλά ο ωκεανός έκανε τα πάντα να αξίζουν τον κόπο» λέει η Μπαρ, γιατί ένα ηλιοβασίλεμα στην ανοιχτή θάλασσα μπορεί να αλλάξει τη διάθεση για τα καλά.
«Κάθε φορά που φτάναμε σε ένα νέο λιμάνι, ο κόσμος άνοιγε ξανά» γράφει, και επαναφέρει τη σημασία της πώλησης του σπιτιού: «Συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να απορροφήσω τόσα πολλά μόνο και μόνο επειδή είχα αφήσει πίσω μου τόσα πολλά».
Ένα νέο σπίτι και μια νέα αρχή
Σε έξι μήνες, η Μπαρ είχε επισκεφθεί τρεις ηπείρους, είχε γίνει πιο υγιής και με ένα ολοκαίνουργιο χαμόγελο. Οι οικονομικές της υποχρεώσεις ήταν μικρότερες. «Η σπίθα που μου έλειπε τελικά επέστρεψε μετά από χρόνια συσσώρευσης αντικειμένων και υποχρεώσεων που με είχαν κρατήσει αγκυροβολημένη, όταν ήμουν έτοιμη να πλεύσω σε ένα άλλο κεφάλαιο, γεμάτο δημιουργικότητα» λέει για τον εαυτό της, παρομοιάζοντάς τον με καράβι που ψάχνει νέα ταξίδια.
Τότε της προέκυψε το επόμενο βήμα: «Ενώ ανάρρωνα στο Μαϊάμι από έναν τραυματισμό, έλαβα ένα άλλο απροσδόκητο τηλεφώνημα. Ένα διαμέρισμα είχε γίνει διαθέσιμο στο κτίριο Asbury Park, όπου είχα υποβάλει αίτηση χρόνια νωρίτερα. Είχε θέα στον ωκεανό, μια κοινότητα καλλιτεχνών και μουσικών και ένα ενοίκιο που πραγματικά μπορούσα να αντέξω οικονομικά». Έτσι η Σου Μπαρ ένιωσε μια ακόμα συγκίνηση. «Ένιωθα σαν το σύμπαν να μου έδινε την ευκαιρία να δράσω, επιτέλους, με βάση τις ελπίδες αλλά και τη δημιουργία μου».