Στην κορυφή της Πάρνηθας δημιουργήθηκε μια παράλληλη Ελλάδα που λειτουργούσε κυρίως τη νύχτα, πίσω από κατεβασμένα στόρια και αυστηρούς κανόνες εισόδου.
- Το Μον Παρνές ξεκίνησε ως πολυτελές ξενοδοχείο το 1961, αλλά η οικονομική αποτυχία οδήγησε στη μετατροπή του σε καζίνο το 1971. Άμεσα έγινε κοσμικό κέντρο με αυστηρούς κανόνες εισόδου, προσελκύοντας την οικονομική και κοινωνική ελίτ.
- Τη δεκαετία του '80, χωρίς σύγχρονα μέτρα ασφαλείας, κυκλοφορούσαν βαλίτσες με μετρητά. Ισχυρό κύκλωμα τοκογλύφων δρούσε ανεξέλεγκτα, παγιδεύοντας με υπέρογκα νυχτερινά επιτόκια πολιτικούς, επιχειρηματίες και επώνυμους πελάτες.
- Υπήρξε αγαπημένος προορισμός διασημοτήτων, γεννώντας απίστευτες ιστορίες γύρω από τη ρουλέτα. Παράλληλα, εκτυλίσσονταν σκοτεινά περιστατικά, με παίκτες να καταστρέφονται οικονομικά ή ακόμη και να πεθαίνουν πάνω στα τραπέζια του παιχνιδιού.
- Η χαλάρωση των κανόνων εισόδου αλλοίωσε την αποκλειστική του αίγλη, φέρνοντας ευρύτερα κοινωνικά στρώματα αλλά και αυξημένη παραβατικότητα. Η επικείμενη μεταφορά του στο Μαρούσι κλείνει οριστικά το κεφάλαιο της Πάρνηθας.
Το Μον Παρνές για σχεδόν μισό αιώνα αποτέλεσε έναν μικρόκοσμο της ελληνικής κοινωνίας: έναν τόπο όπου συναντιούνταν η πολιτική εξουσία, το μεγάλο χρήμα, η νύχτα, ο υπόκοσμος, η καλλιτεχνική σκηνή, οι ελπίδες των μικρομεσαίων και οι καταστροφές όσων πίστευαν ότι η τύχη μπορούσε να αλλάξει τη ζωή τους μέσα σε μία περιστροφή της ρουλέτας. Στην κορυφή της Πάρνηθας, σε υψόμετρο 1.078 μέτρων, δημιουργήθηκε μια παράλληλη Ελλάδα που λειτουργούσε κυρίως τη νύχτα, πίσω από πόρτες, κατεβασμένα στόρια παραθύρων, χρυσοποίκιλτες αίθουσες και αυστηρούς κανόνες εισόδου.
Η ιστορία του ξεκινά το 1961, όταν εγκαινιάστηκε ως πολυτελές ξενοδοχείο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, σχεδιασμένο από τον Παύλο Μυλωνά ως σύμβολο της μεταπολεμικής αισιοδοξίας της χώρας. Το συγκρότημα χτίστηκε για να προσελκύσει εύπορους Ευρωπαίους επισκέπτες και να αποδείξει ότι η Ελλάδα μπορούσε να αποκτήσει ένα ορεινό θέρετρο αντάξιο των ελβετικών και γαλλικών προτύπων. Στους χώρους του φιλοξενούνταν έργα του Μόραλη, του Τσαρούχη και άλλων σημαντικών Ελλήνων δημιουργών, ενώ τα εγκαίνια εξελίχθηκαν σε ένα από τα μεγαλύτερα κοσμικά γεγονότα της εποχής.
Άνοιξε επίσημα το 1971
Το ξενοδοχείο όμως δεν πέτυχε ποτέ την οικονομική επιτυχία που οραματίζονταν οι εμπνευστές του. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 αποφασίστηκε η λειτουργία καζίνο, το οποίο άνοιξε επίσημα το 1971 και άλλαξε οριστικά τον χαρακτήρα του όλου ξενοδοχειακού συγκροτήματος.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, το Μον Παρνές εξελίχθηκε στο πλησιέστερο πράγμα που διέθετε η Ελλάδα σε Μόντε Κάρλο. Οι επισκέπτες δεν ανέβαιναν μόνο για να παίξουν. Ανέβαιναν για να δουν και να τους δουν. Η παρουσία στο καζίνο ήταν κοινωνικό γεγονός. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η είσοδος επιτρεπόταν μόνο σε άτομα με υψηλό εισόδημα και συγκεκριμένη φορολογική δήλωση. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αποκλείονταν, ενώ το ντύσιμο ήταν υποχρεωτικά επίσημο. Το «πάμε βουνό» δεν σήμαινε μια εκδρομή στην Πάρνηθα. Σήμαινε είσοδο σε έναν κόσμο κλειστό.
Τη δεκαετία του 1980, όταν το καζίνο πέρασε στον έλεγχο του ΕΟΤ, προσλήφθηκαν εκατοντάδες νέοι εργαζόμενοι. Ανάμεσά τους και ο Δημήτρης Τσακάλης, ο οποίος εργάστηκε επί 18 χρόνια ως κρουπιέρης και αργότερα πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων. Κάποιες από τις ιστορίες που θα διαβάσετε στην συνέχεια, τις ανέφερε ο ίδιος μιλώντας προ μερικών ετών σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Έθνος».
Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν κάμερες ασφαλείας. Δεν υπήρχαν ΑΤΜ. Τα μετρητά κυκλοφορούσαν σε βαλίτσες και οι τοκογλύφοι περίμεναν έξω από το καζίνο, στο πάρκινγκ ή ακόμη και μέσα στο φουαγιέ. Δάνειζαν χρήματα με επιτόκια που έφταναν το 10% για ένα μόνο βράδυ. Κάποιος μπορούσε να δανειστεί 10.000 δραχμές και να πάρει στα χέρια του μόλις 9.000, με τη διαφορά να αποτελεί τον τόκο της νύχτας.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των εργαζομένων, το κύκλωμα λειτουργούσε σχεδόν σαν σύγχρονο πληροφοριακό δίκτυο. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου τοκογλύφοι γνώριζαν το ακριβές υπόλοιπο τραπεζικών λογαριασμών πελατών πριν ακόμη αυτοί ζητήσουν δάνειο. Πολιτικοί, επιχειρηματίες και επώνυμοι πελάτες βρέθηκαν πολλές φορές παγιδευμένοι σε αυτόν τον αόρατο μηχανισμό που τροφοδοτούσε τη νυχτερινή οικονομία του καζίνου.
Οι ιστορίες που γεννήθηκαν γύρω από τη ρουλέτα μοιάζουν σήμερα σχεδόν απίστευτες. Μία από τις πιο γνωστές αφορά έναν άπειρο παίκτη που πόνταρε κατά λάθος 10.000 δραχμές στο 17 αντί για 1.000. Η μπίλια έκατσε στο 17 και ο παίκτης κέρδισε 350.000 δραχμές. Από την έκπληξη ξέχασε να πάρει το αρχικό του ποντάρισμα από το τραπέζι. Στην επόμενη περιστροφή η μπίλια ξανακάθισε στο 17. Κέρδισε άλλες 350.000 δραχμές. Το ίδιο συνέβη και τρίτη συνεχόμενη φορά. Μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκε με περισσότερες από ένα εκατομμύριο δραχμές, ποσό που αντιστοιχούσε περίπου σε τρία χρόνια μισθού ενός μέσου δημοσίου υπαλλήλου της εποχής.
Βουγιουκλάκη, Μπονάτσος, Γονίδης, Σακελλάριος
Το Μον Παρνές υπήρξε επίσης αγαπημένος προορισμός γνωστών προσωπικοτήτων. Όπως θυμάται ο κ. Τσακάλης, ο Στέλιος Καζαντζίδης ανέβαινε συχνά στο βουνό. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κρουπιέρηδων ήταν πάντα ευγενικός, λιγομίλητος και συγκρατημένος. Έπαιζε μικρά ποσά, άφηνε καλά φιλοδωρήματα και δεν δημιουργούσε ποτέ προβλήματα.
Αντίθετα, ο Σωτήρης Μουστάκας παρουσίαζε μια εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που γνώριζε το κοινό μέσα από τις κωμωδίες του. Στο καζίνο ήταν σοβαρός, σιωπηλός και απόλυτα συγκεντρωμένος στο παιχνίδι. Μαζί του εμφανιζόταν συχνά η σύζυγός του Αλίκη Μπονέλου, η οποία πρωταγωνιστεί σε μία από τις πιο γνωστές ιστορίες της Πάρνηθας. Σε μια βραδιά όπου ο Γιώργος Κωνσταντίνου είχε καλύψει σχεδόν όλα τα νούμερα της ρουλέτας, αφήνοντας μόνο το 23 κενό, η Μπονέλου πόνταρε ακριβώς εκεί. Η μπίλια έκατσε στο 23 και το καζίνο σείστηκε από τις φωνές και τα γέλια.
Συχνός θαμώνας ήταν επίσης η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Βλάσης Μπονάτσος, ο Γιώργος Πάντζας, η Λίτσα Διαμάντη, ο Σταμάτης Γονίδης, ο Αλέκος Σακελλάριος και δεκάδες ακόμη γνωστά πρόσωπα της ελληνικής showbiz.
Ο Σακελλάριος ειδικά είχε αποκτήσει σχεδόν θρυλική φήμη στους εργαζομένους. Οι ατάκες του προκαλούσαν γέλια ακόμη και στα πιο σοβαρά τραπέζια της ρουλέτας. Μία φορά, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, είχε πείσει έναν φίλο του ότι του έφερε από το Παρίσι θαυματουργά χάπια για τη βελτίωση της ερωτικής ζωής. Όταν αποκαλύφθηκε ότι επρόκειτο για ισχυρό καθαρτικό, ο εξαπατημένος (και ακραία... αφυδατωμένος) φίλος του εμφανίστηκε στο καζίνο κυνηγώντας τον με μαγκούρα μέσα στις αίθουσες.
Τζον Τάραμας, ο θρύλος των καζίνο
Ανάμεσα στους πιο γνωστούς παίκτες βρισκόταν και ο θρυλικός Τζον Τάραμας, ίσως ο διασημότερος επαγγελματίας χαρτοπαίκτης που πέρασε ποτέ από ελληνικό καζίνο. Οι ικανότητές του στο μπλακ τζακ ήταν τόσο εντυπωσιακές ώστε το όνομά του βρέθηκε στο επίκεντρο δικαστικών αντιπαραθέσεων. Το καζίνο υποστήριζε ότι χρησιμοποιούσε συνεργάτες και συνθηματικά για να αποκτά πλεονέκτημα στα τραπέζια, ενώ ο ίδιος επέμενε ότι απλώς αξιοποιούσε την εξαιρετική μνήμη και τη γνώση των πιθανοτήτων.
Υπήρχαν όμως και σκοτεινές ιστορίες. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές αφορά έναν υψηλόβαθμο τραπεζικό παράγοντα, γνωστό για την ακραία τσιγκουνιά του. Έπαιζε εκατομμύρια δραχμές στη ρουλέτα αλλά έτρωγε από τάπερ που έφερνε μαζί του από το σπίτι. Μια νύχτα κατέρρευσε πάνω στο τραπέζι. Γιατρός που βρισκόταν εκεί προσπάθησε να τον επαναφέρει χωρίς αποτέλεσμα. Όταν διαπιστώθηκε ο θάνατός του, το σώμα καλύφθηκε με ένα λευκό τραπεζομάντιλο μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο. Το παιχνίδι συνεχίστηκε κανονικά. Οι παίκτες συνέχισαν να στοιχηματίζουν ενώ λίγα μέτρα πιο κάτω βρισκόταν η σορός του νεκρού.
Σημείο συνάντησης επιχειρηματιών και ανθρώπων της νύχτας
Άλλες ιστορίες θυμίζουν περισσότερο αστυνομικό μυθιστόρημα. Το καζίνο αποτελούσε σημείο συνάντησης επιχειρηματιών, παραγόντων του ποδοσφαίρου, ανθρώπων της νύχτας και προσώπων που κινούνταν στα όρια μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Ο Μάκης Ψωμιάδης εμφανιζόταν συχνά με ισχυρή συνοδεία και προκαλούσε δέος στους εργαζομένους. Ο Στράτος Γιδόπουλος περνούσε ατελείωτες ώρες στη ρουλέτα, ενώ γνωστοί επιχειρηματίες της εποχής έχαναν σε μία βραδιά ποσά που αντιστοιχούσαν σε περιουσίες.
Υπήρχαν επίσης οι τραγικές ιστορίες των ανθρώπων που καταστράφηκαν. Εργαζόμενοι του καζίνου περιγράφουν επώνυμες κυρίες μεγάλων επιχειρηματικών οικογενειών που, αφού έχαναν όλα τους τα χρήματα, αναζητούσαν τρόπο να εξασφαλίσουν ακόμη ένα ποντάρισμα. Άλλοι δανείζονταν αμύθητα ποσά από τοκογλύφους μέσα σε λίγες ώρες. Άλλοι πωλούσαν περιουσιακά στοιχεία για να συνεχίσουν να παίζουν.
Η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει σταδιακά όταν χαλάρωσαν οι περιορισμοί εισόδου. Το καζίνο άνοιξε σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και χιλιάδες νέοι επισκέπτες άρχισαν να ανεβαίνουν στην Πάρνηθα με την ελπίδα του γρήγορου πλουτισμού. Σύμφωνα με τους παλιούς εργαζομένους, εκείνη ήταν και η στιγμή που χάθηκε οριστικά η αίσθηση του αποκλειστικού κοσμικού κλαμπ. Μαζί με τους απλούς παίκτες εμφανίστηκαν περισσότερο μαύρο χρήμα, εγκληματικές δραστηριότητες και αυξημένη παραβατικότητα.
Το «στοιχειωμένο» σανατόριο
Λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από τα φώτα και τη χλιδή του Μον Παρνές βρίσκεται ένα από τα πιο μυστηριώδη και πολυσυζητημένα κτίρια της Αττικής: το παλιό Σανατόριο της Πάρνηθας.
Χτισμένο το 1914 από τον γιατρό Παναγιώτη Μελά, γιο του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά, δημιουργήθηκε για να φιλοξενήσει ασθενείς που έπασχαν από φυματίωση, σε μια εποχή που η νόσος αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες αιτίες θανάτου στην Ελλάδα.
Η επιλογή της Πάρνηθας δεν ήταν τυχαία. Οι γιατροί της εποχής πίστευαν ότι ο καθαρός ορεινός αέρας, το υψόμετρο και η απομόνωση μπορούσαν να βοηθήσουν τους ασθενείς να αναρρώσουν.
Για δεκαετίες εκατοντάδες άνθρωποι έζησαν, αγωνίστηκαν και συχνά πέθαναν μέσα στους θαλάμους του. Μετά την ανακάλυψη των αντιβιοτικών και την υποχώρηση της φυματίωσης, το σανατόριο έχασε σταδιακά τον ρόλο του. Το κτίριο εγκαταλείφθηκε και παραδόθηκε στη φθορά του χρόνου. Σπασμένα παράθυρα, ερειπωμένοι διάδρομοι, γκρεμισμένοι θάλαμοι και ίχνη μιας άλλης εποχής συνθέτουν σήμερα ένα σκηνικό που μοιάζει βγαλμένο από ταινία τρόμου.
Αυτή ακριβώς η ατμόσφαιρα γέννησε τους θρύλους. Εδώ και δεκαετίες κυκλοφορούν ιστορίες για παράξενους ήχους, σκιές στους διαδρόμους, ψιθύρους μέσα στη νύχτα και ανεξήγητες εμπειρίες επισκεπτών.
Παρότι δεν υπάρχει καμία επιστημονική απόδειξη για μεταφυσικά φαινόμενα, το Σανατόριο της Πάρνηθας θεωρείται από πολλούς το πιο «στοιχειωμένο» κτίριο της Ελλάδας. Σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς για ερευνητές αστικών θρύλων, φωτογράφους και λάτρεις της αστικής εξερεύνησης, παραμένοντας ένα από τα πιο αινιγματικά μνημεία της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Σήμερα, καθώς το ιστορικό καζίνο ετοιμάζεται να εγκαταλείψει οριστικά την κορυφή της Πάρνηθας και να μεταφερθεί στο Μαρούσι, κλείνει ένα κεφάλαιο που κράτησε περισσότερο από μισό αιώνα. Από τον Ωνάση και την αθηναϊκή ελίτ μέχρι τους τοκογλύφους του πάρκινγκ του, από την Αλίκη Βουγιουκλάκη μέχρι τους ανώνυμους οικογενειάρχες που έπαιζαν τις οικονομίες μιας ζωής, το Μον Παρνές αποτέλεσε μια ολόκληρη εποχή της ελληνικής ξενοδοχειακής, νυχτερινής αλλά και πρωινής ζωής της χώρας.