Έντονο προβληματισμό σε επιστήμονες, περιβαλλοντικούς φορείς και αρμόδιες υπηρεσίες, προκαλεί η δραματική μείωση του πληθυσμού των κόκκινων ελαφιών στην Πάρνηθα.
Ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον του εμβληματικού είδους, με τον Δασολόγο-Περιβαλλοντολόγο και M.Sc. Βιοοικολόγο, προϊστάμενο του Τμήματος Επιστημονικής Τεκμηρίωσης της Δ' Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Στερεάς Ελλάδας, Ευάγγελο Ν. Χατζηνίκο, να αναφέρει στο iefimerida ότι βασικός παράγοντας της πληθυσμιακής κάμψης είναι η έντονη παρουσία του λύκου στην περιοχή τα τελευταία χρόνια.
Την ίδια στιγμή εξετάζονται μέτρα διαχείρισης και προστασίας του εναπομείναντος πληθυσμού, ενώ ήδη εφαρμόζονται πιλοτικές δράσεις αποτροπής των θηρευτών σε επιλεγμένα σημεία του εθνικού δρυμού.
Ο παράγοντας λύκος
Κατά τον κ. Χατζηνίκο, ο βασικός λόγος για την μείωση του πληθυσμού των ελαφιών που είναι εγκατεστημένα στην Πάρνηθα είναι η έντονη παρουσία λύκων την τελευταία δεκαετία. Οι λύκοι είχαν εκλείψει για περισσότερα από 50 χρόνια από την περιοχή και επανεμφανίστηκαν περίπου πριν από 15 χρόνια. Σήμερα, ο πληθυσμός που έχει εγκατασταθεί είναι ισχυρός, μάλιστα εκτιμάται πως η πυκνότητα του είναι ανά μονάδα επιφανείας είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη.
«Το ελάφι αποτελεί την κύρια πηγή τροφής για τον λύκο με το αγριόχοιρο και άλλες πηγές τροφής να ακολουθούν. Έτσι λόγω του μεγάλου πληθυσμού των λύκων στην Πάρνηθα, πιέζεται εκείνος του ελαφιού.
Ο λύκος έχει την δυνατότητα και την ικανότητα να καταβάλει με μεγάλη ευκολία μεγάλα ζώα ακόμα και αρσενικά, περισσότερο βέβαια τα νεογέννητα με αποτέλεσμα η αναπαραγωγική επιτυχία του ελαφιού να μειώνεται σταδιακά και να μην επιβιώνει το επιθυμητό ποσοστό των νεαρών ελαφιών», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Χατζηνίκος στο Iefimerida.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει καταθέσει ο ΣΥΝ ΠΑ, η καταμέτρηση που είχε κάνει το WWF το 2009, είχε καταγράψει περίπου 700 ελάφια, ενώ το 2014 ο ΟΦΥΠΕΚΑ κατέγραψε 1.110 ελάφια την εαρινή περίοδο και κάποια χρονική στιγμή το 2013 υπήρξαν ενδείξεις ότι έφτασαν και τα 1.300.
Ωστόσο τα νούμερα για τον αριθμό των ελαφιών δεν είναι απόλυτα, θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως δείκτες σχετικής αφθονίας διότι αφορούν τα ελάφια που έχουν παρατηθεί από συγκεκριμένες θέσεις δειγματοληψίας καταγραφών που διεξάγει διαχρονικά η μονάδα διαχείρισης του ΟΦΕΠΕΚΑ στην Πάρνηθα.
Η λύση
Σύμφωνα με τον κ. Χατζηνίκο το κάθε πρόβλημα δεν είναι μονοσήμαντο, χρειάζεται ισχυρός συντονισμός και κατεύθυνση όλων των αρμόδιων υπηρεσιών και φορέων με ξεκάθαρο στόχο και αποτέλεσμα. Θα πρέπει να ιεραρχηθούν οι στόχοι και να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για να έχουμε ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα.
«Είναι σημαντικό να εκπονηθεί ειδικό διαχειριστικό σχέδιο για την διαχείριση και την προστασία του εναπομείναντος πληθυσμού του ελαφιού, όπου εκεί θα εντοπιστεί η επίδραση των περιοριστικών παραγόντων προκειμένου να προταθούν τα αντίστοιχα διαχειριστικά μέτρα. Αυτό μπορεί να είναι για παράδειγμα:
- Ένας έλεγχος του πληθυσμού του λύκου σύμφωνα με τις δυνατότητες που δίνει η νομοθεσία
- Η δημιουργία εκτροτροφείου ελαφιού μέσα στην Πάρνηθα όπου θα υπάρχει ένα απόθεμα βιογενετικό του ελαφιού (έχει ήδη προταθεί από την δασική αρχή)
- Μέτρα βελτίωσης βιοτόπων, όπως η ενίσχυση των περιοχών τροφοληψίας και του νερού
Όλα αυτά θα πρέπει να τα αντιμετωπίσει με βάση τα τεχνικά και επιστημονικά δεδομένα ένα ολοκληρωμένο διαχειριστικό σχέδιο για το ελάφι».
Τα ενδιάμεσα μέτρα του υπουργείου Περιβάλλοντος
Σημειώνεται ότι έπειτα από εισαγγελική παραγγελία έχει συνταχθεί, ένα πλάνο που στοχεύει πρωτίστως στην προστασία της δημόσιας ασφάλειας και παράλληλα στη δημιουργία ασφαλών χώρων εντός της Πάρνηθας εφησυχασμού του πληθυσμού του ελαφιού. Σε αυτό το πρώτο σχέδιο δράσης προβλέπεται και πιλοτικό πρόγραμμα εγκατάστασης και λειτουργίας συστημάτων αποτροπής του λύκου σε συγκεκριμένες και επιλεγμένες θέσεις. Έτσι το δασαρχείο Πάρνηθας με χρηματοδότηση του πράσινου ταμείου και σε συνεργασία με την Κυνηγετική Ομοσπονδία Στερεάς Ελλάδας έχει εγκαταστήσει σε πέντε επιλεγμένες θέσεις, με ειδική άδεια ερευνών, ευφυή συστήματα αποτροπής του λύκου, (Μπάφι, Αγία Τριάδα, Πηγή Φυλής, Σανατόριο, πηγαδάκια Ιπποκράτειος Πολιτεία).
Όπως εξηγεί ο κ. Χατζηνίκος τα αποτελέσματα από την δεκάμηνη λειτουργία τους είναι αρκετά ενδιαφέροντα και στοχεύουν στην λεγόμενη οικολογία του φόβου. «Δηλαδή, να καταλάβει ο λύκος ότι η επίσκεψη του στην συγκεκριμένη περιοχή θα πρέπει να αποφευχθεί. Άρα το πρόγραμμα προσπαθεί να εφαρμόσει μια "θεραπεία". Οταν εισέρχεται ο λύκος στην περιοχή εποπτείας εντοπίζεται από κάμερες υπερθύρων, αναγνωρίζεται από την Τεχνητή νοημοσύνη και δίνεται άμεση εντολή σε πηγές για την παραγωγή εναλλασσόμενου ήχων και φωτός έτσι ώστε να απομακρυνθεί το ζώο από την περιοχή ενδιαφέροντος με στόχο να αποφευχθεί τυχόν συγκρουσιακή σχέση με των ανθρώπων και με τον πληθυσμό των ελαφιών. Αντίστοιχα συστήματα με ανάλογα αποτελέσματα έχει εγκαταστήσει και το δασαρχείο Καπανδριτίου», καταλήγει στο Iefimerida.