Την άνοδο και την πτώση του καταγράφει ο δημοσιογράφος Γουίλιαμ Κοέν στο νέο του βιβλίο «Money to Burn: Leon Black, Apollo and the Remaking of Wall Street».
- Η πορεία του Λέον Μπλακ καθορίστηκε από την τραγική ιστορία του πατέρα του, ενός μεγιστάνα που αυτοκτόνησε. Ο ίδιος, αν και επιθυμούσε να γίνει δάσκαλος, ακολούθησε τα οικονομικά για να ικανοποιήσει τις πατρικές προσδοκίες.
- Η εταιρεία του, Apollo, εφάρμοζε επιθετικές στρατηγικές, οδηγώντας εταιρείες σε πτώχευση αφότου αποσπούσε τεράστια κέρδη. Παράλληλα, ο Μπλακ επένδυε τα χρήματα αυτά σε μια πανάκριβη συλλογή έργων τέχνης, με πίνακες του Πικάσο και του Ραφαήλ.
- Η αποκάλυψη της πληρωμής 158 εκατομμυρίων στον Τζέφρι Έπσταϊν πυροδότησε εσωτερικές συγκρούσεις στην εταιρεία. Συνεργάτης του επιχείρησε να τον εκθρονίσει, με τον Μαρκ Ρόουαν να αναλαμβάνει τελικά τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου.
- Στην προσωπική του ζωή διατηρούσε σχέση με την Γκουζέλ Γκανίεβα, η οποία φέρεται να έλαβε 9,5 εκατομμύρια δολάρια από τον Μπλακ, αφού τον απείλησε με αποκαλύψεις για τη σχέση τους, όπως τεκμηριώνεται από μηνύματά τους.
Σήμερα ο Μπλακ δεν διοικεί πια την εταιρεία, παραμένει όμως δισεκατομμυριούχος, με μια συλλογή έργων τέχνης που αποτιμάται σε 5 δισεκατομμύρια δολάρια. Τη ζωή του, την άνοδο και την πτώση του καταγράφει ο δημοσιογράφος Γουίλιαμ Κοέν στο νέο του βιβλίο «Money to Burn: Leon Black, Apollo and the Remaking of Wall Street», για το οποίο ο Μπλακ δέχτηκε να μιλήσει, παρότι πρόσφατα αγνόησε κλήση του Κογκρέσου να καταθέσει για τις σχέσεις του με τον Έπσταϊν. Η Τάνια Γκολντ, που παρουσιάζει το βιβλίο στην «Observer», εκτιμά ότι ο επιχειρηματίας μάλλον υπολόγισε πως η φήμη του δεν θα μπορούσε να... καταβαραθρωθεί χαμηλότερα από αυτό.
«Ο πατέρας μου ήταν ο Θεός για μένα»
Η ιστορία ξεκινά από τον πατέρα του, τον Έλι Μπλαχόβιτς, τελευταίο κρίκο μιας αλυσίδας έντεκα γενεών ραβίνων από το Λούμπλιν της Πολωνίας. Στην Αμερική, το 1944, ο Έλι άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα οικονομικών, εγκατέλειψε το ραβινικό αξίωμα και έγινε επενδυτικός τραπεζίτης και αργότερα μεγιστάνας των φρούτων. Το 1975 έσπασε με τον χαρτοφύλακά του το τζάμι του γραφείου του, στον 44ο όροφο ενός κτιρίου στο Μανχάταν, και πήδηξε στο κενό.
Ο Λέον, γεννημένος το 1951, βρισκόταν τότε στο δεύτερο έτος της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ. Ήθελε να γίνει δάσκαλος, αλλά σπούδασε οικονομικά για να ευχαριστήσει έναν πατέρα που δεν ευχαριστιόταν με τίποτα. «Ο πατέρας μου ήταν ο Θεός για μένα», είχε πει κάποτε σε δημοσιογράφο, «και μετά αυτοκτόνησε. Οι θεοί, ξέρετε, συνήθως δεν αυτοκτονούν».
Η Apollo πήρε το όνομά της από τον θεό της θεραπείας, όμως η θεότητα αυτή δεν αποδείχθηκε ευεργετική. Ο Κοέν παραπέμπει στο βιβλίο της Γκρέτσεν Μόργκενσον για τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, όπου περιγράφεται η περίπτωση της Noranda Aluminium: η Apollo αγόρασε την εταιρεία, απέσπασε από αυτήν 413 εκατομμύρια δολάρια μέσα σε πέντε χρόνια, μαζί με τις αμοιβές, την πούλησε και την είδε να οδηγείται σε πτώχευση. Ένα από τα θύματα ήταν το Νιου Μάντριντ του Μιζούρι, όπου λειτουργούσε μονάδα τήξης της εταιρείας. Η πόλη βούλιαξε μαζί της, την ώρα που ο Μπλακ αγόραζε Πικάσο, Ραφαήλ και πρώτες εκδόσεις του «Μεγάλου Γκάτσμπι».
«Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ φυσιολογικό»
«Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ φυσιολογικό», λέει στον συγγραφέα. Ο Κοέν τον ρωτά για τη σχέση του με την τέχνη, και ο Μπλακ περιγράφει τον μοντερνισμό ως μια στροφή προς τον εσωτερικό ψυχισμό, προς το «ο Θεός είναι νεκρός», προς τον άνθρωπο που γίνεται εξαρτημένος από τον εαυτό του.
Το 2012 πλήρωσε 120 εκατομμύρια δολάρια για μια εκδοχή σε παστέλ της «Κραυγής» του Έντβαρντ Μουνκ και το 2018 ανέλαβε πρόεδρος του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Το γιόρτασε γράφοντας ένα ραπ τραγούδι, το οποίο ερμήνευσε μπροστά στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, διαβεβαιώνοντάς τα ότι όσο ο Λέον είναι επικεφαλής θα τα προστατεύει από καταστροφές, αφού παρακολουθεί όλους τους μεγάλους μάστορες της μοντέρνας τέχνης.
Όταν έγινε γνωστή η πληρωμή των 158 εκατομμυρίων, ο συνεργάτης του Τζος Χάρις, τον οποίο ο ίδιος ο Μπλακ είχε κάνει δισεκατομμυριούχο, επιχείρησε να τον εκθρονίσει. Τη θέση τελικά την πήρε ο Μαρκ Ρόουαν, που του είπε: «Λυπάμαι που βλέπω την 40χρονη καριέρα σου να γίνεται στάχτη, αλλά, ξέρεις, πήρες μια κακή απόφαση». Οι δύο άνδρες παραμένουν φίλοι.
Το πορτρέτο ενός ανθρώπου που τρόμαζε τους γύρω του
Από το βιβλίο προκύπτει το πορτρέτο ενός ανθρώπου που τρόμαζε τους γύρω του και δεχόταν υπερβολικές κολακείες. Σε μια ιστορία τον βλέπουμε να τρώει λαίμαργα ό,τι είχε μείνει σε ένα ασύντακτο τραπέζι εστιατορίου. Κοιμόταν με νεαρές γυναίκες και έλεγε ψέματα στη σύζυγό του, με την οποία έχει τέσσερα παιδιά. Πήγε σε μια ρωσική ντισκοτέκ με τον Ντόναλντ Τραμπ και είπε στον Βλαντιμίρ Πούτιν ότι θα μπορούσε να γίνει ο νέος Μέγας Πέτρος.
Είχε επίσης σχέση με τη Γκουζέλ Γκανίεβα, την οποία ίσως γνώρισε σε εκδήλωση του δικηγόρου Ντον Ένγκελ, αν και οι εκδοχές των δύο διαφέρουν. Ο Κοέν υποστηρίζει ότι ο Ένγκελ συνήθιζε να γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας καλώντας σε πάρτι 20 άνδρες από τον χώρο των οικονομικών και 50 νεαρές γυναίκες από την Ανατολική Ευρώπη, και ότι η Γκανίεβα έλαβε 9,5 εκατομμύρια δολάρια από τον Μπλακ αφού τον απείλησε με αποκαλύψεις.
Ο συγγραφέας έχει στα χέρια του τα μηνύματά τους. Σε ένα από αυτά ο Μπλακ ρωτά αν μπορεί να περάσει να τη σκεπάσει στο κρεβάτι. «Εντάξει», απαντά εκείνη. «Λίγο περισσότερο ενθουσιασμό, παρακαλώ», γράφει εκείνος. «Έμεινα άφωνη», απαντά η Γκανίεβα. «Έτσι μπράβο, αγάπη μου».
Ο Έπσταϊν εμφανίζεται στο περιθώριο της αφήγησης
Ο Έπσταϊν εμφανίζεται στο περιθώριο της αφήγησης: στέλνει θυμωμένα email, παρακαλάει για χρήματα, αποκαλεί «δυσλειτουργικό» το οικογενειακό γραφείο του Μπλακ, που έφερε το όνομα Elysium, και χαρακτηρίζει την οικογένεια «εταιρεία 6 δισεκατομμυρίων». Τη σαγήνη του την εξηγεί ο Ρόουαν με μια φράση: «Αυτός ο τύπος ήξερε τι έκανε με τον φορολογικό κώδικα». Όταν ο Κοέν λέει στον Μπλακ ότι δυσκολεύεται να πιστέψει τη συμφωνία αμοιβής με τον Έπσταϊν, εκείνος του απαντά με τον Έμερσον: «Η ανόητη συνέπεια είναι το φάντασμα των μικρών μυαλών».
Ο συγγραφέας παραθέτει και ένα απόσπασμα από το εκτενές δοκίμιο που είχε γράψει ο Μπλακ ως φοιτητής, με τίτλο «Η μάσκα: Μια προσέγγιση στον μοντερνισμό», όπου υποστήριζε ότι όλη η ζωή δεν είναι παρά μια συσσώρευση από μάσκες και ο κόσμος μια μεγάλη, ανεπικοινώνητη, μυστηριώδης και ειρωνική μάσκα.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Allen Lane.