Ένα προϊόν που δεν προέκυψε από κάποιο οργανωμένο ερευνητικό πρόγραμμα τροφίμων. Αντίθετα, ανακαλύφθηκε εντελώς τυχαία, έπειτα από μια παραβίαση βασικών κανόνων εργαστηριακής ασφάλειας.
Η ασπαρτάμη, το τεχνητό γλυκαντικό που βρίσκεται σήμερα σε χιλιάδες προϊόντα — από αναψυκτικά διαίτης και παγωτά μέχρι οδοντόκρεμες και τσίχλες — δεν προέκυψε από κάποιο οργανωμένο ερευνητικό πρόγραμμα τροφίμων. Αντίθετα, ανακαλύφθηκε εντελώς τυχαία, έπειτα από μια παραβίαση βασικών κανόνων εργαστηριακής ασφάλειας.
Κατάφωρη παραβίαση των κανόνων ασφάλειας
Το 1965, ο Αμερικανός χημικός Τζέιμς Σλάτερ εργαζόταν πάνω στην ανάπτυξη φαρμάκων για την αντιμετώπιση των ελκών στομάχου, τα οποία εκείνη την εποχή θεωρούνταν αποτέλεσμα υπερβολικής παραγωγής γαστρικού οξέος. Στόχος του ήταν να δημιουργήσει μια ουσία που θα ανέστειλε τη δράση της γαστρίνης — της ορμόνης που ενεργοποιεί την έκκριση οξέος στο στομάχι.
Κατά τη διάρκεια των πειραμάτων του, ο Σλάτερ έπιασε ένα κομμάτι χαρτί και, χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, έγλειψε από το δάχτυλό του λίγη λευκή σκόνη που είχε κολλήσει πάνω του. Η κίνηση αυτή αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση των κανόνων ασφάλειας στο εργαστήριο. Όμως το αποτέλεσμα ήταν απρόσμενο: η σκόνη είχε, όπως περιέγραψε αργότερα, μια «εκπληκτικά έντονη γλυκιά γεύση».
Αντί να απορρίψει το περιστατικό ως ατύχημα, ο Σλάτερ αποφάσισε να διερευνήσει περαιτέρω την ουσία. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι είχε μπροστά του έναν πιθανό υποψήφιο για τεχνητό γλυκαντικό. Ακολούθησαν δοκιμές και κατοχύρωση πατέντας, η οποία εγκρίθηκε το 1970.
Η ασπαρτάμη αποδείχθηκε έως και 200 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη, ενώ περιέχει σχεδόν μηδενικές θερμίδες. Αυτός ο συνδυασμός την έκανε ιδιαίτερα ελκυστική για τη βιομηχανία τροφίμων.
Από το 1981, όταν κυκλοφόρησε ευρέως στην αγορά, άρχισε να ενσωματώνεται σε αναψυκτικά, γλυκίσματα και προϊόντα «χωρίς ζάχαρη», με την υπόσχεση ότι θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση της παχυσαρκίας και να προσφέρει στα άτομα με διαβήτη μια εναλλακτική που δεν προκαλεί απότομες αυξήσεις στην ινσουλίνη.
Σήμερα, η ασπαρτάμη περιλαμβάνεται σε περισσότερα από 6.000 τρόφιμα και ποτά παγκοσμίως, ενώ περίπου το 40% των Αμερικανών καταναλώνει τακτικά υποκατάστατα ζάχαρης. Παρά την ευρεία χρήση της, τα τεχνητά γλυκαντικά έχουν βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο έντονων επιστημονικών και δημόσιων αντιπαραθέσεων.
Ορισμένες μελέτες έχουν συνδέσει την κατανάλωσή τους με αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού και άνοιας, άγχος και αϋπνία, διαβήτη, καρκίνο και καθυστερημένη εφηβεία, μεταξύ άλλων πιθανών επιπτώσεων στην υγεία. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα δεδομένα αυτά δεν είναι οριστικά και συχνά βασίζονται σε παρατηρησιακές μελέτες που δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση.
Υπάρχει επίσης η υπόθεση ότι γλυκαντικά όπως η ασπαρτάμη μπερδεύουν τα σήματα όρεξης του εγκεφάλου: η γλυκιά γεύση χωρίς τις αναμενόμενες θερμίδες μπορεί να εντείνει το αίσθημα πείνας. Έτσι, ενώ σχεδιάστηκε ως βοήθημα απώλειας βάρους, ορισμένες έρευνες τη συνδέουν τελικά με αύξηση κιλών.
Το 2023, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνέστησε να αποφεύγεται η χρήση μη σακχαρούχων γλυκαντικών — συμπεριλαμβανομένης της ασπαρτάμης — για έλεγχο βάρους, επικαλούμενος στοιχεία που δείχνουν ότι δεν προσφέρουν «κανένα μακροπρόθεσμο όφελος στη μείωση του σωματικού λίπους σε ενήλικες ή παιδιά».
Παράλληλα, τόσο ο ΠΟΥ όσο και άλλοι μεγάλοι οργανισμοί υγείας διατηρούν τη θέση ότι τα τεχνητά γλυκαντικά είναι ασφαλή όταν καταναλώνονται εντός των συνιστώμενων ημερήσιων ορίων. Η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), για παράδειγμα, αναφέρει ότι η ασπαρτάμη μπορεί να καταναλωθεί με ασφάλεια, αρκεί να μην ξεπερνά κανείς την ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 75 φακελάκια γλυκαντικού την ημέρα.
Με απλά λόγια, είναι ακόμη νωρίς για να υπάρξει οριστική σύνδεση της ασπαρτάμης με τις αρνητικές επιπτώσεις που έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται ότι και η προστιθέμενη ζάχαρη συνοδεύεται από γνωστούς κινδύνους για την υγεία.