Νέα μελέτη δείχνει ότι μια αυστηρή, βραχυπρόθεσμη διατροφή βασισμένη σχεδόν αποκλειστικά στη βρώμη μπορεί να μειώσει αισθητά την «κακή» LDL χοληστερόλη.
Η χοληστερόλη είναι απαραίτητη για την παραγωγή ορμονών, τον σχηματισμό κυττάρων και άλλες ζωτικές σωματικές λειτουργίες, αλλά η υπερβολική «κακή» LDL χοληστερόλη μπορεί να αποβεί επικίνδυνη, καθώς συσσωρεύεται στην κυκλοφορία του αίματος και σχηματίζει κηρώδεις εναποθέσεις στα τοιχώματα των αρτηριών. Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι εναποθέσεις μετατρέπονται σε πλάκες που περιορίζουν τη ροή του αίματος και αναγκάζουν την καρδιά να εργαστεί σκληρότερα. Εάν μία πλάκα σπάσει, μπορεί να προκαλέσει θρόμβο και να φράξει μία αρτηρία, προκαλώντας ενδεχομένως καρδιακή προσβολή ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
Τι έδειξε η μελέτη για τη βρώμη και τη χοληστερόλη
Στη μελέτη, που διεξήγαγε το Πανεπιστήμιο της Βόννης, συμμετείχαν 32 άνδρες και γυναίκες με μεταβολικό σύνδρομο, οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η μία ομάδα κατανάλωνε βρώμη τρεις φορές την ημέρα για δύο ημέρες, περίπου 300 γραμμάρια ημερησίως. Η βρώμη έβραζε σε νερό και επιτρεπόταν η προσθήκη μικρών ποσοτήτων φρούτων και λαχανικών. Τα μέλη της ομάδας κατανάλωναν, επίσης, τις μισές θερμίδες από αυτές που είχαν συνηθίσει. Η άλλη ακολούθησε κι αυτή μια δίαιτα με μειωμένες θερμίδες χωρίς βρώμη.
Τα αποτελέσματα έδειξαν πως, παρότι και οι δύο ομάδες ωφελήθηκαν από τη μείωση θερμίδων, όσοι ακολούθησαν τη διατροφή με βρώμη είδαν πτώση της LDL χοληστερόλης κατά περίπου 10%, απώλεια βάρους γύρω στα 2 κιλά και ελαφρά μείωση της αρτηριακής πίεσης. «Πρόκειται για μια σημαντική μείωση, αν και όχι εντελώς συγκρίσιμη με την επίδραση των σύγχρονων φαρμάκων», δήλωσε σε ανακοίνωσή της η δρ Marie-Christine Simon, καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Διατροφής και Επιστήμης Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. «Μια βραχυπρόθεσμη δίαιτα με βάση τη βρώμη ανά τακτά χρονικά διαστήματα θα μπορούσε να είναι ένας καλά ανεκτός τρόπος διατήρησης των επιπέδων χοληστερόλης εντός των φυσιολογικών ορίων και να προληφθεί ο διαβήτης», πρόσθεσε.
Οι ερευνητές αποδίδουν το αποτέλεσμα σε αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου, καθώς, όπως εξήγησε η Linda Klümpen, κύρια συγγραφέας της μελέτης, η κατανάλωση βρώμης αύξησε τον αριθμό ορισμένων βακτηρίων. Αυτά τα βακτήρια διασπούν τη βρώμη και απελευθερώνουν παραπροϊόντα, ορισμένα από τα οποία περνούν στην κυκλοφορία του αίματος και επηρεάζουν ορισμένες λειτουργίες του οργανισμού.
«Έχει ήδη αποδειχθεί, σε μελέτες σε ζώα, ότι ένα από αυτά, το φερουλικό οξύ, έχει θετική επίδραση στον μεταβολισμό της χοληστερόλης», δήλωσε η Klümpen. «Αυτό φαίνεται να ισχύει και για ορισμένα από τα άλλα βακτηριακά μεταβολικά προϊόντα», πρόσθεσε. Ταυτόχρονα, όπως εξήγησε, άλλοι μικροοργανισμοί «εξουδετέρωναν» το αμινοξύ ιστιδίνη, το οποίο ο οργανισμός μετατρέπει σε ένα μόριο που θεωρείται ότι προάγει την αντίσταση στην ινσουλίνη, τον βασικό μηχανισμό που οδηγεί στον διαβήτη τύπου 2.
Τα οφέλη ήταν εντονότερα όταν καταναλώνονταν μεγάλες ποσότητες βρώμης σε σύντομο χρονικό διάστημα με ταυτόχρονο περιορισμό θερμίδων, ενώ με μικρότερες ποσότητες η επίδραση στη χοληστερόλη ήταν ελάχιστη.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το ότι τα οφέλη διατηρήθηκαν ακόμα και 6 εβδομάδες αργότερα.
Οι ερευνητές πλέον θέλουν να εξετάσουν αν η επανάληψη της δίαιτας κάθε έξι εβδομάδες μπορεί να έχει μόνιμο προληπτικό αποτέλεσμα.