Οι ανθελληνικές ταραχές του Αυγούστου του 1918 παρέμειναν σχεδόν ξεχασμένες για σχεδόν έναν αιώνα, κρυμμένες κάτω από τη σιωπή της καναδικής πόλης.
- Οι Έλληνες του Τορόντο, αν και μικρή κοινότητα, κατείχαν πολλά εστιατόρια. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο αντιμετώπισαν εχθρότητα, καθώς η ουδετερότητα της Ελλάδας εμπόδιζε τη στράτευσή τους, πυροδοτώντας κατηγορίες για δειλία και προδοσία.
- Μια διαστρεβλωμένη αφήγηση για την απομάκρυνση ενός βετεράνου από ελληνικό καφέ πυροδότησε τις ταραχές. Στις 2 Αυγούστου, όχλος βετεράνων και πολιτών κατέστρεψε δεκάδες ελληνικές επιχειρήσεις, με την αστυνομία να παραμένει σχεδόν αδρανής.
- Την επόμενη νύχτα, η αστυνομία διέλυσε βίαια νέα πλήθη, ενώ ο δήμαρχος απαγόρευσε τις συγκεντρώσεις. Οι Έλληνες επιχειρηματίες δεν έλαβαν ποτέ αποζημίωση για τις εκτεταμένες ζημιές, παρά τις προσπάθειές τους προς τις αρχές.
- Τα γεγονότα ξεχάστηκαν για δεκαετίες, με την ελληνική κοινότητα να επιλέγει τη σιωπή λόγω υπερηφάνειας και απόρριψης. Πρόσφατα, ντοκιμαντέρ και πρωτοβουλίες φορέων ανέδειξαν ξανά την ξεχασμένη ιστορία, διασφαλίζοντας τη διατήρηση της μνήμης της.
Το καλοκαίρι του 1918, η προκατάληψη και η δυσαρέσκεια απέναντι σε μια μικρή αλλά ευδιάκριτη μεταναστευτική κοινότητα οδήγησαν σε καταστροφή στους δρόμους του Τορόντο. Οι ανθελληνικές ταραχές εκείνης της χρονιάς όμως παρέμειναν σχεδόν ξεχασμένες για σχεδόν έναν αιώνα, κρυμμένες κάτω από τη σιωπή τόσο της ελληνικής κοινότητας όσο και της ευρύτερης πόλης.
Διαχειρίζονταν περίπου το 35% των εστιατορίων της πόλης
Λίγο πριν ξεσπάσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1914, ο ελληνικός πληθυσμός του Τορόντο αριθμούσε περίπου 3.000 άτομα, λιγότερο από το 1% των 500.000 κατοίκων της πόλης. Παρά τον μικρό τους αριθμό, οι Έλληνες κατείχαν και διαχειρίζονταν περίπου το 35% των εστιατορίων της πόλης, καθώς και πολλά μπακάλικα και καταστήματα καθαρισμού υποδημάτων. Αρκετά ελληνικής ιδιοκτησίας εστιατόρια βρίσκονταν κατά μήκος της οδού Γιονγκ, από την Κουίν μέχρι τη Μπλουρ, ενώ άλλα απλώνονταν στην οδό Κουίν προς τα δυτικά. Οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης ζούσαν κοντά στα καταστήματά τους, κυρίως στην περιοχή ανάμεσα στις οδούς Γιονγκ και Τσερτς, και στις Κάρλτον και Ντάντας.
Το καλοκαίρι του 1918, ο Καναδάς βρισκόταν ήδη χρόνια σε πόλεμο. Πάνω από 650.000 Καναδοί είχαν υπηρετήσει στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, με περίπου 70.000 νέους άνδρες από το Τορόντο να έχουν καταταγεί. Οι Έλληνες όμως δεν είχαν αυτό το δικαίωμα. Η Ελλάδα παρέμενε επίσημα ουδέτερη μέχρι αργά στον πόλεμο, καθώς ο βασιλιάς και ο πρωθυπουργός της υποστήριζαν αντίθετες πλευρές της σύγκρουσης.
Αυτό άφησε τους Έλληνες του Καναδά σε μια περίεργη θέση: δεν θεωρούνταν «εχθρικοί αλλοδαποί», αλλά ούτε τους επιτρεπόταν να καταταγούν για το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου. Πολλοί αντιμετώπισαν δυσαρέσκεια και διώξεις εξαιτίας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, κατηγορούμενοι για δειλία ή για υποστήριξη του «εχθρού».
Στις αρχές Αυγούστου του 1918, το Τορόντο ήταν γεμάτο στρατιώτες από όλη τη χώρα, συγκεντρωμένους για το συνέδριο της Ένωσης Βετεράνων του Μεγάλου Πολέμου. Οι άνδρες που επέστρεφαν από τη μάχη έβρισκαν πενιχρές συντάξεις, ανεπαρκή ιατρική περίθαλψη και ελάχιστες προοπτικές εργασίας. Το συνέδριο ήταν ένας τρόπος να οργανωθούν γύρω από αυτά τα ζητήματα. «Δεν μπορώ να φανταστώ τη φρίκη του πολέμου που βίωσαν αυτοί οι άνθρωποι», σχολιάζει ο σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ Τζον Μπάρι. «Και μετά να επιστρέψουν εδώ και να αντιμετωπίσουν αυτή την αδιαφορία πρέπει να ήταν απόλυτη απογοήτευση».
Στις 1 Αυγούστου, ένας βετεράνος ονόματι Κλοντ Κλάντερνεϊ βρέθηκε στο ελληνικής ιδιοκτησίας εστιατόριο White City Café, όπου φέρεται να μέθυσε και να φέρθηκε επιθετικά. Όταν χτύπησε έναν σερβιτόρο, το προσωπικό τον έδιωξε και κάλεσε την αστυνομία. Την επόμενη μέρα, καθώς η ιστορία της αποβολής του κυκλοφορούσε στην πόλη μέσα από μια κατάσταση... «σπασμένου τηλεφώνου», άλλαξε: ο Κλάντερνεϊ φέρεται να «είχε ξυλοκοπηθεί άγρια από κάποιον Έλληνα».
Το βράδυ της 2ας Αυγούστου, περίπου 200 βετεράνοι με εχθρική διάθεση, πολλοί από αυτούς με στολή και βοηθήματα βάδισης, μαζί με πάνω από 1.000 πολίτες, επιδόθηκαν σε ένα οκτάωρο όργιο καταστροφής. Η βία ξεκίνησε από το White City Café και επεκτάθηκε σε επιχειρήσεις σε όλο το μήκος των οδών Γιονγκ και Κουίν. Το πλήθος κατέστρεψε σχεδόν κάθε ελληνικής ιδιοκτησίας εστιατόριο που βρήκε στον δρόμο του.
Η εφημερίδα Toronto Daily Star έγραφε την επόμενη μέρα ότι «τα τζάμια σπάστηκαν, όπως και 32 καθρέφτες που κάλυπταν τους τοίχους, ενώ ακριβά μαρμάρινα τραπέζια ξηλώθηκαν και πετάχτηκαν στο έδαφος. Η αστυνομία δεν έκανε καμία προσπάθεια να σταματήσει το έργο της καταστροφής, και οι στρατιώτες, ενισχυμένοι πλέον από 200 σε 400 άτομα, συνέχισαν χαρούμενοι το έργο τους και κατόπιν τον δρόμο τους».
Ανάμεσα στις επιχειρήσεις που καταστράφηκαν ήταν το Marathon Café, το Star Lunch Café, το Vendome Café, το Colonial Lunch, το Palace Café, ένα κατάστημα καθαρισμού υποδημάτων βόρεια της Μπλουρ και ένα κρεοπωλείο, η μοναδική μη ελληνική επιχείρηση που επλήγη. Το πλήθος συνέχισε προς τα δυτικά, χτυπώντας ακόμη ένα κατάστημα του White City, το New London Café, το Alexandria Café και το εστιατόριο Sunnyside. Σε ορισμένα σημεία, οι θεατές συγκεντρώνονταν για να παρακολουθήσουν και να επευφημήσουν την καταστροφή.
Στις 3 Αυγούστου, η ένταση παρέμενε υψηλή. Αρκετοί Έλληνες καταστηματάρχες, φοβούμενοι νέες επιθέσεις, έκλεισαν τα μαγαζιά τους και δεν άνοιξαν το βράδυ, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Globe. Μέχρι το βράδυ, χιλιάδες στρατιώτες και πολίτες είχαν και πάλι συγκεντρωθεί στο κέντρο της πόλης.
Αυτή τη φορά, η αστυνομία του Τορόντο, που την προηγούμενη νύχτα είχε παραμείνει σχεδόν αδρανής, εξαπέλυσε βία εναντίον του πλήθους. Περίπου 500 άνθρωποι, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά, τραυματίστηκαν, 34 σοβαρά, με αναφορές να περιγράφουν έφιππους αστυνομικούς να χρησιμοποιούν χοντρά ρόπαλα εναντίον του πλήθους.
«Αδιακρίτως σε κάθε αλλοδαπό»
Καθώς η αναταραχή συνεχιζόταν, οι κάτοικοι του Τορόντο συζητούσαν ανοιχτά για τη θέση, ακόμη και για τη νομιμότητα, των Ελλήνων επιχειρηματιών στην πόλη. Κάποιοι ζητούσαν την ανάκληση αδειών λειτουργίας που είχαν δοθεί, όπως έλεγαν, «αδιακρίτως σε κάθε αλλοδαπό». Άλλοι υποστήριζαν ότι οι μετανάστες «δικαιούνται την ίδια προστασία του νόμου όπως όλοι οι υπόλοιποι».
Στις 7 Αυγούστου, ο δήμαρχος Τόμας Τσερτς εξέδωσε επίσημη διακήρυξη, απαγορεύοντας τη συγκέντρωση τριών ή περισσότερων ατόμων σε δημόσιους υπαίθριους χώρους, δηλώνοντας ότι «είναι απαραίτητο να διατηρηθεί η τάξη και να διαφυλαχθεί το καλό όνομα της πόλης».
Η τελική εκτίμηση των ζημιών κατέγραψε περίπου 20 κατεστραμμένες επιχειρήσεις, με τις οικονομικές απώλειες να πλησιάζουν τα 100.000 δολάρια της εποχής, ποσό που σήμερα θα ξεπερνούσε το 1,8 εκατομμύριο δολάρια.
Έξι άνδρες και τρία ανήλικα αγόρια τιμωρήθηκαν τελικά για τη συμμετοχή τους στις ταραχές, με τους άνδρες να καταδικάζονται σε ποινές από έξι μήνες έως έναν χρόνο και τα αγόρια να πληρώνουν πρόστιμο 10 δολαρίων, ωστόσο οι κατηγορίες αφορούσαν επίθεση κατά αστυνομικών και όχι επιθέσεις εναντίον εστιατορίων.
Αποζημιώσεις δεν δόθηκαν ποτέ
Όταν οι ιδιοκτήτες εστιατορίων ζήτησαν 45.000 δολάρια αποζημίωση από τον δήμο, ο δήμαρχος Τσερτς αρνήθηκε κάθε νομική ευθύνη της πόλης, ενώ ένας δημοτικός σύμβουλος πρόσθεσε πως «κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να αποτρέψουμε αυτούς τους ξένους από το να πάρουν καν άδεια». Οι ιδιοκτήτες στράφηκαν ανεπιτυχώς στην κυβέρνηση της Οτάβας και έπειτα στη βρετανική κυβέρνηση, χωρίς ποτέ να λάβουν αποζημίωση.
Το σοκ των αντιελληνικών ταραχών ξεχάστηκε σύντομα, καθώς λίγες εβδομάδες αργότερα ξέσπασε η ισπανική γρίπη, μολύνοντας τελικά το μισό πληθυσμό της πόλης, ενώ στις 11 Νοεμβρίου ο Μεγάλος Πόλεμος έφτασε επίσημα στο τέλος του. Για δεκαετίες, η ελληνική κοινότητα του Τορόντο επέλεξε τη σιωπή.
Ο σκηνοθέτης Τζον Μπάρι, γιος Έλληνα μετανάστη, ανακάλυψε την ιστορία σχεδόν τυχαία, από διάλεξη του ιστορικού Τόμας Γκάλαντ. Όταν ξεκίνησε να ετοιμάζει το ντοκιμαντέρ του «Violent August» το 2009, βρήκε ελάχιστα μέλη της κοινότητας πρόθυμα, ή ικανά, να μιλήσουν.
Η Κούλα Λάκας, που μεγάλωσε στην ελληνική κοινότητα του Τορόντο κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, δεν έμαθε ποτέ για τις ταραχές μέχρι που είδε το ντοκιμαντέρ. Πιστεύει πως η υπερηφάνεια έπαιξε ρόλο στη σιωπή, ειδικά μετά την άρνηση αποζημίωσης: «Ήταν πολύ περήφανοι. Ζήτησαν βοήθεια από την κυβέρνηση, ζήτησαν βοήθεια από την πόλη, και πήραν όχι από όλους. Και είπαν, ας το ξεχάσουμε, θα ξεκινήσουμε από την αρχή».
Η Σάντρα Γκιόνας, πρόεδρος της Επιτροπής Ιστορίας του ελληνοαμερικανικού ιδρύματος Hellenic Heritage Foundation, θυμάται ότι έμαθε την ιστορία μόλις είδε το ντοκιμαντέρ, παρότι είχε μεγαλώσει στο Τορόντο και είχε παρακολουθήσει ελληνικό σχολείο.
Τα τελευταία χρόνια, το ίδρυμα, μαζί με τον δήμο του Τορόντο, εργάστηκαν συστηματικά ώστε η ιστορία να μην ξεχαστεί ξανά, ιδίως με αφορμή τη 100ή επέτειο των γεγονότων το 2018, οργανώνοντας εκδηλώσεις, περιοδείες και εκπαιδευτικό υλικό για τα σχολεία. Όπως σημειώνει ο Τζον Μπάρι, «αυτά είναι περιστατικά που συνέβησαν. Είτε μας αρέσει είτε όχι, αξίζει να συζητηθούν».
Αξίζει να θυμόμαστε τέτοιες ιστορίες, όχι μόνο ως κομμάτι της ελληνικής διασποράς, αλλά και ως υπενθύμιση. Πριν από έναν αιώνα, οι Έλληνες ήταν οι ξένοι που αντιμετώπιζαν καχυποψία και βία σε μια ξένη πόλη. Σήμερα, στην Αθήνα, βρίσκονται άνθρωποι στην ίδια ακριβώς θέση, αναζητώντας μια νέα αρχή μακριά από την πατρίδα τους.