Ο Κ.Π. Καβάφης, καθιστός σε ένα παγκάκι στο κέντρο της Αθήνας, αφήνει χώρο δίπλα του για να κάτσουν επισκέπτες και κάτοικοι, να ξαποστάσουν και να «συνομιλήσουν» μαζί του.
Ο Καβάφης σε φυσικό μέγεθος στη Δ. Αρεοπαγίτου
Πρόκειται για το γλυπτό που απεικονίζει τον Κ.Π. Καβάφη να κάθεται σε ένα παγκάκι, έργο του γλύπτη Πραξιτέλη Τζανουλίνου, το οποίο θα συναντήσετε στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, μπροστά από την Ωνάσειο Βιβλιοθήκη και την Onassis Mandra.
Το γλυπτό του Κ.Π. Καβάφη είναι δωρεά του Ιδρύματος Ωνάση στον Δήμο Αθηναίων και φιλοδοξεί να εντάξει τον ποιητή οργανικά στον αστικό ιστό, όχι ως μνημείο από απόσταση, αλλά ως μια ζωντανή παρουσία μέσα στην καθημερινότητα της πόλης.
Η πρόταση του γλύπτη Πραξιτέλη Τζανουλίνου αποτυπώνει τον Καβάφη καθιστό. Πρόκειται για ένα γλυπτό έργο σε φυσικό μέγεθος, από χαλκό με πατίνα υψηλής αντοχής για εξωτερικό χώρο, που επιτρέπει στον επισκέπτη να καθίσει δίπλα στον ποιητή.
Δείτε εικόνες από το κέντρο της Αθήνας
Η Ελευθερία Ντεκώ φωτίζει τον Καβάφη
Το γλυπτό φωτίζεται από τη διακεκριμένη Ελληνίδα σχεδιάστρια φωτισμών Ελευθερία Ντεκώ, σε μια μελέτη φωτισμού που βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται.
Η μορφή του Καβάφη αντλεί έμπνευση από φωτογραφία του αρχείου Καβάφη που τον απεικονίζει καθιστό σε ανάκλιντρο στο διαμέρισμά του στην οδό Λέψιους 10, στην Αλεξάνδρεια, γύρω στο 1930, ενώ στοιχεία όπως τα γυαλιά του ενσωματώθηκαν χάρη σε σύγχρονες τεχνολογίες τρισδιάστατης σάρωσης και εκτύπωσης, με βάση αυθεντικά αντικείμενα.
Το γλυπτό του Καβάφη στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου συνομιλεί με την Ιστορία αλλά ανήκει στο παρόν. Ένας Καβάφης όχι αποστασιοποιημένος αλλά παρών στο βλέμμα, στη στάση και στην εμπειρία του δημόσιου χώρου.
Χαρακτηριστικά, ο Πραξιτέλης Τζανουλίνος αναφέρει: «Στον Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ χρωστάμε την ωραία εικόνα για τον “Έλληνα κύριο με καπέλο που στέκει απολύτως ακίνητος, ελαφρώς λοξά προς το σύμπαν”, που διατυπώθηκε τον Απρίλιο του 1919.
Μαζί με το φωτογραφικό υλικό με τη μορφή του Καβάφη -και όπως ο ίδιος έγραψε απευθυνόμενος στον εαυτό του: “Προσπάθησε να τα φυλάξεις ποιητή,/ όσο και αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται./ Του ερωτισμού σου τα οράματα./ Βάλ’ τα, μισοκρυμμένα, μες τες φράσεις σου”- προκύπτουν οι αφορμές που συνέβαλαν καθοριστικά ώστε το έργο να αρχίσει και "Ο ποιητής, εν μέρει αποκρύπτων, εν μέρει αποκρυπτόμενος…" να εμφανιστεί μπροστά μου μέσα από το εύπλαστο υλικό του πηλού αρχικά και αργότερα στο υλικό του χαλκού. Έτσι, φιλοτεχνήθηκε η μορφή του· προσεγγίζοντάς την όχι μιμητικά, αλλά εκφράζοντας την εικόνα και το είναι του ποιητικού του κόσμου».
Φωτογραφίες: ΑΡΕΤΗ ΤΗΛIAΚΟΥ / EUROKINISSI