Όταν ο Βλαντίμιρ Πούτιν υποδεχόταν τον Νικολάς Μαδούρο στο Κρεμλίνο τον Μάιο του περασμένου χρόνου, το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο.
Η Βενεζουέλα παρουσιαζόταν ως ο βασικός στρατηγικός σύμμαχος της Ρωσίας στο δυτικό ημισφαίριο, ένα γεωπολιτικό αντίβαρο στην αμερικανική επιρροή στη Λατινική Αμερική. Η υπογραφή συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας, οι θερμές δηλώσεις και η τελετουργική μεγαλοπρέπεια της συνάντησης Πούτιν-Μαδούρο έμοιαζαν να σφραγίζουν έναν άξονα Μόσχας–Καράκας.
Λίγους μήνες αργότερα, η εικόνα αυτή κατέρρευσε θεαματικά. Η σύλληψη του Μαδούρο σε στρατιωτική επιχείρηση που διατάχθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψε τα όρια αυτής της «στρατηγικής εταιρικής σχέσης» – αλλά και κάτι βαθύτερο: τη μετατόπιση του διεθνούς συστήματος προς μια ωμή λογική ισχύος, στην οποία ο Πούτιν μπορεί να χάνει τακτικά, αλλά ενδεχομένως κερδίζει στρατηγικά, όπως εξηγεί σε ανάλυσή του το CNN.
Ηχηρή καταδίκη από τη Μόσχα, εκκωφαντική σιωπή από τον Πούτιν
Η αντίδραση της ρωσικής διπλωματίας ήταν άμεση. Ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ εξέφρασε «πλήρη αλληλεγγύη προς τον λαό της Βενεζουέλας απέναντι στην ένοπλη επιθετικότητα», ενώ ο Ρώσος πρέσβης στον ΟΗΕ κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι αναβιώνουν τη νεοαποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό. Όμως υπήρχε μια αξιοσημείωτη απουσία: η φωνή του ίδιου του Πούτιν.
Σε αντίθεση με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος καταδίκασε ανοιχτά την «μονομερή επιβολή ισχύος» της Ουάσιγκτον, ο Ρώσος πρόεδρος απέφυγε κάθε άμεση δημόσια τοποθέτηση. Η σιωπή του Πούτιν συνεχίστηκε ακόμη και μετά την κατάληψη ρωσικού τάνκερ από αμερικανικές δυνάμεις – κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα προκαλούσε οξύτατη αντίδραση.
Το ερώτημα είναι εύλογο: γιατί ο Πούτιν, που επενδύει πολιτικά στην εικόνα του αδιαπραγμάτευτου ηγέτη, επιλέγει τώρα τη σιωπή;
Ένα ακόμη πλήγμα για το Κρεμλίνο, αλλά όχι καθοριστικό
Σε μια πρώτη ανάγνωση, η πτώση του Μαδούρο μοιάζει με άλλο ένα επεισόδιο σε μια αλυσίδα γεωπολιτικών αποτυχιών για το Κρεμλίνο. Τον Δεκέμβριο του 2024, ο Μπασάρ αλ Άσαντ - ένας από τους πιο σταθερούς συμμάχους της Μόσχας - κατέφυγε στη Ρωσία του φίλου του Πούτιν μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του στη Συρία.
Τον Ιούνιο, οι ΗΠΑ έπληξαν πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, ενός ακόμη στρατηγικού εταίρου της Ρωσίας.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η Μόσχα φρόντισε να διευκρινίσει ότι οι συμφωνίες «στρατηγικής συνεργασίας» δεν συνεπάγονται στρατιωτική υποχρέωση. Η πραγματικότητα είναι ότι η Ρωσία του Πούτιν δεν είχε - ούτε στη Βενεζουέλα - τη δυνατότητα ή τη βούληση να συγκρουστεί στρατιωτικά με τις ΗΠΑ.
Η επιχείρηση σύλληψης του Μαδούρο είχε και έναν συμβολικό αντίκτυπο: εξέθεσε τον ρωσικό στρατιωτικό εξοπλισμό. Η Βενεζουέλα διέθετε ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα και χιλιάδες πυραύλους μικρού βεληνεκούς, που όμως δεν απέτρεψαν την αμερικανική επιχείρηση. Δεν είναι τυχαία η ειρωνική δήλωση του Αμερικανού υπουργού Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, ότι «φαίνεται πως αυτά τα ρωσικά αντιαεροπορικά δεν δούλεψαν και τόσο καλά».
Η ευκαιρία μέσα στην ήττα
Ωστόσο, σε στρατηγικό επίπεδο, η εξέλιξη μπορεί να λειτουργεί υπέρ του Πούτιν, εκτιμά στην ανάλυσή του το αμερικανικό δίκτυο. Η ξεκάθαρη δήλωση του Τραμπ ότι η Λατινική Αμερική αποτελεί ζώνη αμερικανικών συμφερόντων - μια σύγχρονη εκδοχή του «Δόγματος Μονρόε», που ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος μετονόμασε σε «Δόγμα Ντονρόε» - προσφέρει στο Κρεμλίνο ένα πολύτιμο επιχείρημα. Αν οι ΗΠΑ δικαιούνται να επεμβαίνουν στρατιωτικά στη «γειτονιά» τους, γιατί η Ρωσία να μην έχει αντίστοιχο δικαίωμα;
Η ρητορική του Λευκού Οίκου μοιάζει να επιβεβαιώνει την κοσμοθεωρία που διατύπωσε ανοικτά ο Πούτιν μετά την εισβολή στην Ουκρανία: ότι ο πλανήτης είναι χωρισμένος σε σφαίρες επιρροής και ότι η αποκατάσταση της αυτοκρατορίας αποτελεί ιστορική αποστολή. Δεν είναι τυχαίο ότι τα λόγια του αναπληρωτή προσωπάρχη του Τραμπ, Στίβεν Μίλερ –ότι ο κόσμος «διέπεται από τη δύναμη, τη βία και την ισχύ»– ηχούν σχεδόν ως αντήχηση του ρωσικού αφηγήματος.
Η Γροιλανδία και το ρήγμα στη Δύση
Η προθυμία της Ουάσιγκτον να χρησιμοποιήσει ακόμη και στρατιωτική ισχύ εν ανάγκη για να αποκτήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας, μιας αυτόνομης περιοχής κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, αποτελεί για το Κρεμλίνο ένα ακόμη δώρο.
Από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η Ρωσία επιδιώκει συστηματικά να εκμεταλλευτεί κάθε ρωγμή στη διατλαντική συμμαχία. Η ιδέα ότι οι ΗΠΑ απειλούν ευθέως την εδαφική ακεραιότητα συμμάχου τους ενισχύει την εικόνα ενός ΝΑΤΟ διχασμένου και μιας Δύσης χωρίς κοινό αξιακό πλαίσιο.
Την ώρα που Βρετανία και ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν να συγκροτήσουν μια «συμμαχία των προθύμων» για τη στήριξη της Ουκρανίας, η αμερικανική επιθετικότητα σε άλλα μέτωπα λειτουργεί διαβρωτικά.
Ο Πούτιν και η «ιερή αποστολή»
Η δημόσια εμφάνιση του Πούτιν ανήμερα τα Χριστούγεννα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που ακολουθεί το Παλαιό Ημερολόγιο, πλαισιωμένου από στρατιώτες και τις οικογένειές τους, δεν ήταν τυχαία.
Με λόγο σχεδόν θεολογικό, παρουσίασε τον πόλεμο στην Ουκρανία ως ιερή αποστολή υπεράσπισης της πατρίδας. Το μήνυμα ήταν σαφές: παρά τις διεθνείς ανακατατάξεις και τα φαινομενικά πλήγματα, η Ρωσία δεν θα υποχωρήσει.
Η εικόνα του Μαδούρο να οδηγείται με χειροπέδες σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης μπορεί να αναδεικνύει τα όρια της ρωσικής ισχύος. Ταυτόχρονα, όμως, ενισχύει το αφήγημα ότι ο κόσμος επιστρέφει σε μια ωμή λογική ισχύος, όπου «ο ισχυρός παίρνει ό,τι μπορεί».
Σε αυτόν τον κόσμο, ο Πούτιν μπορεί να μην κερδίζει κάθε παρτίδα, αλλά θεωρεί πως το παιχνίδι και οι κανόνες του τον δικαιώνουν.