Η ρητορική της κλιμάκωσης από τον Ντόναλντ Τραμπ και το Ιράν μπορεί να κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα, όμως η πραγματικότητα του πολέμου δείχνει κάτι πολύ πιο γνώριμο: συγκρούσεις αυτού του τύπου σπάνια τελειώνουν με καθαρές νίκες.
- Οι ΗΠΑ, υπό τον Τραμπ, επιδιώκουν φιλόδοξους στόχους έναντι του Ιράν, όπως η εξουδετέρωση του πυρηνικού προγράμματος, αλλά η επίτευξη αυτών των στόχων είναι εξαιρετικά δύσκολη, οδηγώντας σε αδιέξοδο και πιθανές διαπραγματεύσεις.
- Καμία πλευρά, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε το Ιράν, ούτε το Ισραήλ, δεν είναι σε θέση να επιτύχει μια απόλυτη νίκη ή να εξασφαλίσει πλήρεις εγγυήσεις ασφάλειας, καθώς αντιμετωπίζουν περιορισμούς και προκλήσεις στην επίτευξη των στόχων τους.
- Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν φθίνουσα αποτελεσματικότητα των στρατιωτικών πληγμάτων, ενώ το Ιράν, παρά τις απώλειες, διατηρεί επιρροή μέσω συμμάχων. Η προπαγάνδα παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
- Δεδομένης της αδυναμίας πλήρους κλιμάκωσης ή υποχώρησης, η σύγκρουση οδεύει προς διαπραγματεύσεις, με μια συμφωνία που μειώνει την ένταση χωρίς να επιλύει τις βαθύτερες αιτίες, ακολουθώντας το ιστορικό μοτίβο τέτοιων συγκρούσεων.
Αντίθετα, οδηγούνται σταδιακά σε έναν ασαφή συμβιβασμό, όπως σημειώνει το CNN.
Η ανάλυση των τελευταίων εξελίξεων αποτυπώνει μια κλασική παγίδα στην οποία έχουν πέσει επανειλημμένα Αμερικανοί πρόεδροι με τελευταίο τον Τραμπ: την πεποίθηση ότι μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση μπορεί να επιφέρει γρήγορα και μόνιμα πολιτικά αποτελέσματα.
Η ψευδαίσθηση της «γρήγορης νίκης»
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ φαίνεται να υιοθετεί μια στρατηγική που στηρίζεται σε απόλυτους στόχους: την εξουδετέρωση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, την αποδυνάμωση της περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης και την επιβολή μιας νέας ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, τέτοιοι στόχοι είναι στην πράξη δύσκολο να επιτευχθούν πλήρως, σημειώνει στην ανάλυσή του το αμερικανικό μέσο. Ακόμη και μια εκτεταμένη στρατιωτική εκστρατεία μπορεί απλώς να καθυστερήσει - όχι να εξαλείψει ολοσχερώς - την πυρηνική δυνατότητα του Ιράν. Αντίστοιχα, τα προγράμματα βαλλιστικών πυραύλων έχουν αποδειχθεί ανθεκτικά, καθώς μπορούν να ανασυγκροτηθούν σχετικά γρήγορα μετά από πλήγματα.
Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ στόχων και δυνατοτήτων οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε μια πιο «γκρίζα» κατάληξη: διαπραγματεύσεις.
Οι περιορισμοί όλων των πλευρών
Η αδυναμία επίτευξης απόλυτης νίκης δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες του Τραμπ. Το Ιράν, παρά την επιθετική του στάση, δεν μπορεί να εξασφαλίσει πλήρη παύση των εχθροπραξιών ή εγγυήσεις διαρκούς ασφάλειας. Παράλληλα, αιτήματα όπως αποζημιώσεις, ή πλήρης άρση κυρώσεων παραμένουν εξαιρετικά δύσκολα.
Το ίδιο ισχύει και για το Ισραήλ. Ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει ήδη αναγκαστεί να αναθεωρήσει τον αρχικό στόχο του αφοπλισμού της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, μιλώντας πλέον για μια πιο ασαφή «θεμελιώδη αλλαγή» της κατάστασης. Η πραγματικότητα είναι ότι η υποστηριζόμενη από το καθεστώς της Τεχεράνης σιιτική οργάνωση του Λιβάνου παραμένει μια βαθιά ριζωμένη πολιτικο-στρατιωτική δύναμη, την οποία δεν μπορεί εύκολα να εξουδετερώσει καμία εξωτερική στρατιωτική πίεση.
Η ανθεκτικότητα της ιρανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή
Παρά τα πλήγματα που έχει δεχθεί, το Ιράν συνεχίζει να διατηρεί σημαντική επιρροή στην περιοχή. Στο εσωτερικό του, το καθεστώς εξακολουθεί να ελέγχει την εξουσία, ενώ στο εξωτερικό στηρίζεται σε ένα δίκτυο συμμάχων και παραστρατιωτικών οργανώσεων.
Η επιρροή αυτή δεν εξαλείφεται εύκολα με στρατιωτικά μέσα. Αντίθετα, ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι τέτοιου είδους δίκτυα αποδυναμώνονται κυρίως μέσω πολιτικών και οικονομικών μεταβολών, όχι μέσω βομβαρδισμών ή στοχευμένων δολοφονιών.
Στον Λίβανο, για παράδειγμα, η κυβέρνηση μπορεί να υιοθετεί ρητορικά τη γραμμή περί «αφοπλισμού» της Χεζμπολάχ, αλλά δεν διαθέτει τα μέσα για να την εφαρμόσει. Η απόσταση μεταξύ πολιτικών δηλώσεων και πραγματικής ισχύος παραμένει τεράστια.
Στρατιωτικό αδιέξοδο και περιορισμένες επιλογές για τον Τραμπ
Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν σταδιακά ένα φαινόμενο φθίνουσας αποτελεσματικότητας. Οι χιλιάδες στόχοι που έχουν πληγεί δεν έχουν την ίδια αξία: οι πρώτοι ήταν κρίσιμοι, οι επόμενοι λιγότερο σημαντικοί.
Παράλληλα, οι διαθέσιμες επιλογές του Τραμπ και του Πενταγώνου για περαιτέρω κλιμάκωση είναι περιορισμένες και επικίνδυνες. Ένα ενδεχόμενο χερσαίας επέμβασης ή η κατάληψη στρατηγικών σημείων, όπως ενεργειακές εγκαταστάσεις, θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη στρατιωτική παρουσία και θα ενείχε σοβαρούς κινδύνους.
Από την άλλη πλευρά, και το Ιράν έχει υποστεί σημαντικές απώλειες: στρατιωτική ηγεσία, υποδομές και πολιτική σταθερότητα έχουν δοκιμαστεί σκληρά. Παρά την επιθετική του στάση, το καθεστώς έχει ισχυρό κίνητρο να επιδιώξει αποκλιμάκωση - αρκεί να διατηρήσει ένα στοιχείο αποτροπής.
Η «μάχη της αφήγησης»
Σε αυτό το πλαίσιο, η πληροφορία και η προπαγάνδα αποκτούν κρίσιμο ρόλο. Και οι δύο πλευρές επιδιώκουν να διαμορφώσουν την εικόνα της σύγκρουσης με τρόπο που να τους επιτρέπει να παρουσιάσουν ένα αποτέλεσμα ως «νίκη».
Για τον Τραμπ, η δυνατότητα να διακηρύξει «νίκη» δεν εξαρτάται απαραίτητα από αντικειμενικά δεδομένα στο πεδίο. Εφόσον μειωθεί η ένταση, σταθεροποιηθούν οι αγορές ενέργειας και διασφαλιστεί η λειτουργία κρίσιμων θαλάσσιων οδών, μπορεί να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως επιτυχία της στρατηγικής του.
Αντίστοιχα, η Τεχεράνη μπορεί να ισχυριστεί ότι άντεξε την πίεση και διατήρησε την αποτρεπτική της ισχύ.
Το αναπόφευκτο τέλος: διαπραγματεύσεις
Η μέχρι τώρα πορεία της σύγκρουσης δείχνει ότι καμία πλευρά δεν μπορεί - ή δεν θέλει - να προχωρήσει σε πλήρη κλιμάκωση. Ταυτόχρονα, καμία δεν είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει εμφανώς πρώτη.
Αυτό δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια σταδιακή μετάβαση σε διαπραγματεύσεις, πιθανότατα χωρίς σαφή οριστική λύση. Αντί για «άνευ όρων παράδοση», το πιθανότερο σενάριο είναι μια συμφωνία που θα μειώνει την ένταση, χωρίς να επιλύει τις βασικές αιτίες της σύγκρουσης.
Σε τελική ανάλυση, η ιστορία δείχνει ότι οι περισσότεροι πόλεμοι δεν τελειώνουν με θεαματικές κορυφώσεις, αλλά με έναν αργό συμβιβασμό. Και ο συγκεκριμένος πόλεμος δεν φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση, καταλήγει το CNN.