Τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη μιας σύγκρουσης με το Ιράν που, σύμφωνα με τον σχεδιασμό της κυβέρνησης Τραμπ θα διαρκούσε μόλις λίγες ημέρες, οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα.
- Η σύγκρουση έχει επικεντρωθεί στα Στενά του Ορμούζ, με το Ιράν να ασκεί έμμεση πίεση μέσω του ελέγχου της ναυσιπλοΐας και συστήματος διοδίων, δημιουργώντας οικονομικά οφέλη και αναταραχή στην παγκόσμια αγορά.
- Η μερική παράλυση των Στενών προκαλεί ενεργειακή κρίση, περιορίζοντας τη διακίνηση πετρελαίου και αποκαλύπτοντας την ευαλωτότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, ενώ το Ιράν αξιοποιεί αποτελεσματικά τις δυνατότητές του.
- Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η Δύση και οι ΗΠΑ χάνουν τον πόλεμο, αυξάνοντας το πολιτικό κόστος στις ΗΠΑ και ενισχύοντας το καθεστώς στο Ιράν, το οποίο απορρίπτει τις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον.
- Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε αδιέξοδο, αυξάνοντας τους φόβους για κλιμάκωση και επικίνδυνες επιλογές, καθώς η σύγκρουση εξελίσσεται σε πόλεμο φθοράς χωρίς σαφή διέξοδο για τις ΗΠΑ.
Ο πόλεμος με το Ιράν όχι μόνο δεν έχει οδηγήσει σε στρατηγική νίκη, αλλά όπως εκτιμούν αναλυτές έχει επιδεινώσει τη θέση της Ουάσιγκτον.
Παρά το υψηλό οικονομικό κόστος, που υπολογίζεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, οι ΗΠΑ απέχουν σήμερα περισσότερο από μια διπλωματική συμφωνία απ’ ό,τι πριν από την κλιμάκωση της κρίσης το 2025, σημειώνει σε ανάλυσή του ο Guardian. Η αρχική απαίτηση για πλήρη και μη αναστρέψιμη διάλυση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος δεν έχει επιτευχθεί, ενώ νέα προβλήματα έχουν προκύψει.
Τα Στενά του Ορμούζ ως στρατηγικό όπλο του Ιράν
Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκονται πλέον τα Στενά του Ορμούζ, το κρίσιμο για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας θαλάσσιο πέρασμα. Αντί να εξασφαλίσουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, οι ΗΠΑ βρίσκονται να διαπραγματεύονται την επαναλειτουργία του.
Η Τεχεράνη έχει υιοθετήσει μια στρατηγική έμμεσης πίεσης: δεν επιτίθεται συστηματικά σε πλοία, αλλά δημιουργεί ένα κλίμα φόβου που αποθαρρύνει ασφαλιστικές εταιρείες και ναυτιλιακές. Παράλληλα, έχει εγκαθιδρύσει ένα άτυπο σύστημα «διοδίων», επιτρέποντας τη διέλευση πλοίων έναντι πληρωμής.
Η πρακτική αυτή θα μπορούσε να αποφέρει έως και 80 δισ. δολάρια ετησίως, μετατρέποντας τα Στενά του Ορμούζ σε εργαλείο οικονομικής ισχύος — αντίστοιχο με τη Διώρυγα του Σουέζ.
Ενεργειακή κρίση και παγκόσμιες επιπτώσεις
Η μερική «παράλυση» των Στενών του Ορμούζ έχει περιορίσει έως και κατά 95% τη διακίνηση πετρελαίου από την περιοχή, στερώντας από τις αγορές έως και 13 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
«Κάποια στιγμή η πραγματικότητα της απώλειας τόσο μεγάλου όγκου πετρελαίου θα φανεί στις αγορές. Δεν υπάρχει πολιτική παρέμβαση που να μπορεί να καλύψει ένα τέτοιο κενό», σημειώνει ο διευθυντής του Center on Global Energy Policy, Τζέισον Μπόρντοφ.
Η κρίση δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν βασική δίοδο για χημικά, μέταλλα και λιπάσματα, αποκαλύπτοντας -όπως και στη διάρκεια της πανδημίας – πόσο ευάλωτες είναι οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
«Το Ιράν έπαιξε καλά ένα αδύναμο χαρτί»
Παρά τη στρατιωτική πίεση, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι το Ιράν έχει καταφέρει να αξιοποιήσει αποτελεσματικά τις δυνατότητές του.
«Η πραγματικότητα είναι ότι οι ΗΠΑ υποτίμησαν την αποστολή και έχασαν την πρωτοβουλία. Το ιρανικό καθεστώς αποδείχθηκε πιο ανθεκτικό απ’ ό,τι αναμενόταν. Έπαιξαν καλά ένα αδύναμο χαρτί», σχολιάζει ο πρώην επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών MI6, Άλεξ Γιάνγκερ
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διασπορά των στρατιωτικών δυνατοτήτων και η ευελιξία στη λήψη αποφάσεων ενίσχυσαν την ανθεκτικότητα της Τεχεράνης.
«Στρατηγική αποτυχία της Δύσης»
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η εκτίμηση της Mairav Zonszein, αναλύτριας του International Crisis Group, η οποία υποστηρίζει: «Γίνεται όλο και πιο σαφές ότι όχι μόνο οι ΗΠΑ και το Ισραήλ χάνουν αυτόν τον πόλεμο, αλλά πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες στρατηγικές αποτυχίες της Δύσης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».
Κατά την ανάλυσή της, η Ουάσιγκτον δεν έχει πλησιάσει τους αρχικούς στόχους της, ενώ έχει δημιουργήσει νέα γεωπολιτικά και οικονομικά προβλήματα.
Εσωτερικές πιέσεις στις ΗΠΑ
Το πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ αυξάνεται. Ο Κερτ Μιλς, εκτελεστικός διευθυντής του περιοδικού The American Conservative, προειδοποιεί: «Η κληρονομιά του Τραμπ διακυβεύεται. Αν ο πόλεμος παραταθεί, αυτό θα είναι το μόνο που θα θυμούνται από τη δεύτερη θητεία του».
Η σύγκριση με τον πόλεμο στο Ιράκ επί Τζορτζ Μπους του νεότερου επανέρχεται, εντείνοντας τους φόβους για μια νέα μακροχρόνια εμπλοκή των ΗΠΑ χωρίς σαφή έξοδο.
Η σκληρή στάση της Τεχεράνης
Στο εσωτερικό του Ιράν, η αίσθηση είναι ότι η ισορροπία μετατοπίζεται υπέρ του καθεστώτος. Ο πρόεδρος της Βουλής Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη στρατιωτική επέμβαση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ θα έχει σοβαρές συνέπειες: «Οι Αμερικανοί στρατιώτες θα διαπιστώσουν ότι δεν μπορούν να διορθώσουν όσα κατέστρεψαν οι στρατηγοί τους».
Την ίδια στιγμή, η ιρανική πλευρά απορρίπτει τις βασικές απαιτήσεις της Ουάσιγκτον, περιλαμβανομένων των περιορισμών στο πυρηνικό πρόγραμμα και της απώλειας ελέγχου στα Στενά.
Αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις
Ο Φίλιπ Γκόρντον, πρώην σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής της Κάμαλα Χάρις, εκτιμά ότι «δεν υπάρχει καμία πιθανότητα το Ιράν να αποδεχθεί τις απαιτήσεις Τραμπ» και προειδοποιεί ότι η επιμονή σε αυτές θα αυξήσει το κόστος για όλες τις πλευρές.
Αντί για μια συνολική συμφωνία, προτείνει μια στρατηγική αποτροπής και περιορισμού, ως πιο ρεαλιστική επιλογή βραχυπρόθεσμα.
Ανάλογη είναι και η πρόβλεψη του πρώην επικεφαλής του αρμόδιου για το Ιράν τμήματος της υπηρεσίας πληροφοριών του ισραηλινού στρατού, Ντάνι Τσιτρίνοβιτς, ο οποίος θεωρεί ότι το Ιράν δεν πρόκειται να υποχωρήσει, αφήνοντας στον Τραμπ τρεις επιλογές: κλιμάκωση, υποχώρηση ή επιστροφή σε διαπραγματεύσεις.
Ο κίνδυνος περαιτέρω κλιμάκωσης
Καθώς τα περιθώρια στενεύουν, αυξάνονται οι φόβοι για επικίνδυνες επιλογές. Διπλωματικές πηγές εκφράζουν ανησυχία ότι, αν δεν βρεθεί διέξοδος, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να εξετάσει ακόμη και ακραία σενάρια.
Ο αναλυτής Εμίλ Χοκαγιέμ του International Institute for Strategic Studies επισημαίνει: «Ο Τραμπ θέλει να αποφύγει έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς, γι’ αυτό εξετάζονται επιλογές υψηλού ρίσκου και μεγάλης έντασης – ως ένα ισχυρό πλήγμα που θα αλλάξει την πορεία του πολέμου».
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι τέτοιες στρατηγικές ενδέχεται να αποτύχουν, όπως έχει συμβεί σε προηγούμενες συγκρούσεις.
Ένας πόλεμος χωρίς σαφή διέξοδο
Παρά τις διαβεβαιώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται «μπροστά από το χρονοδιάγραμμα» και ότι το Ιράν «ζητά διαπραγματεύσεις», η πραγματικότητα στο πεδίο δείχνει μια πιο σύνθετη εικόνα.
Η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε έναν πόλεμο φθοράς, όπου η οικονομία, η ενέργεια και η γεωγραφία παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο με τη στρατιωτική ισχύ.
Καθώς τα Στενά του Ορμούζ μετατρέπονται σε κεντρικό σημείο πίεσης και οι αγορές παραμένουν σε αναταραχή, το βασικό ερώτημα παραμένει: μπορεί η Ουάσιγκτον να ανακτήσει την πρωτοβουλία ή έχει ήδη εισέλθει σε μια στρατηγική παγίδα χωρίς εύκολη έξοδο;