Η Ευρώπη μοιάζει να κινείται ταυτόχρονα προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις, καθώς την ώρα που τα κόμματα της ακροδεξιάς ενισχύουν τη θέση τους σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, η Σουηδία προσέφερε ένα διαφορετικό εκλογικό παράδειγμα.
Οι βουλευτικές εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου στη Σουηδία έφεραν ένα αποτέλεσμα που δύσκολα περνά απαρατήρητο στην υπόλοιπη Ευρώπη με το εθνικιστικό κόμμα (Sweden Democrats), του Τζίμι Άκεσον, όχι μόνο να μην ενισχύει τα ποσοστά του, αλλά να υποχωρεί αισθητά σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές. Από το 20,5% του 2022 έπεσε στο 17,5%, ενώ το κεντροαριστερό μπλοκ εξασφάλισε οριακά την πλειοψηφία των εδρών, 176 έναντι 173 του δεξιού μπλοκ.
Από την άλλη, στη Γαλλία, η ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση της Μαρίν Λεπέν παραμένει εξαιρετικά ισχυρή στις δημοσκοπήσεις για τις επόμενες προεδρικές εκλογές, ενώ στη Γερμανία το επίσης ακροδεξιό AfD έχει περάσει πλέον από την ενίσχυση στην κατάκτηση περιφερειακών εκλογικών αναμετρήσεων, διαμορφώνοντας προϋποθέσεις πολιτικής κρίσης στη χώρα.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ το AfD βρέθηκε μια ανάσα από την απόλυτη πλειοψηφία, ενώ στις χθεσινές εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία αναδείχθηκε ξανά πρώτη δύναμη με περίπου 38%, καταγράφοντας τη δεύτερη νίκη του σε κρατίδιο μέσα σε δύο εβδομάδες. Την ίδια ώρα, στο Βερολίνο το AfD τερμάτισε τρίτο με ένα υψηλό όμως 16,3%, πίσω από την Αριστερά και το CDU.
Η εκλογική αποτυχία της ακροδεξιάς στη Σουηδία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και το POLITICO κατέγραψε κάποια βασικά συμπεράσματα από τη σουηδική κάλπη.
Η συμμετοχή στην εξουσία μπορεί να κοστίσει στην ακροδεξιά
Για πρώτη φορά από την ίδρυσή τους, οι ακροδεξιοί Sweden Democrats υποχώρησαν εκλογικά. Το παράδοξο είναι ότι την προηγούμενη τετραετία είχαν αποκτήσει σημαντική επιρροή στη διακυβέρνηση, στηρίζοντας την κεντροδεξιά κυβέρνηση του Κρίστερσον.
Το κόμμα πέτυχε να μετακινήσει την κυβερνητική πολιτική προς αυστηρότερες θέσεις για τη μετανάστευση και την εγκληματικότητα. Ωστόσο, η εκλογική του δύναμη μειώθηκε. Το POLITICO επισημαίνει ότι η συμμετοχή στη διαμόρφωση κυβερνητικής πολιτικής δεν μεταφράστηκε αυτόματα σε περισσότερες ψήφους.
Ο επικεφαλής του δεξιού μπλοκ και απερχόμενος πρωθυπουργός, Ουλφ Κρίστερσον, είχε ήδη σπάσει το παλιό πολιτικό ταμπού συνεργασίας με τους Sweden Democrats. Πριν από τις εκλογές πήγε ακόμη ένα βήμα παραπέρα, υποσχόμενος υπουργικές θέσεις στην Άκεσον, εάν η δεξιά συμμαχία παρέμενε στην εξουσία.
Για τον πολιτικό επιστήμονα Νίκολας Άιολοτ που μίλησε στο Politico, αυτή η κίνηση μπορεί να απομάκρυνε ορισμένους ψηφοφόρους που θα ψήφιζαν άλλα δεξιά κόμματα, ιδιαίτερα τους Φιλελεύθερους.
Η Σουηδία είχε επί χρόνια ένα ισχυρό πολιτικό «τείχος» απέναντι στην ακροδεξιά. Όμως από το 2022 και μετά αυτό άρχισε να παρουσιάζει ρωγμές.
Σύμφωνα με μία ανάγνωση, όταν τα παραδοσιακά κόμματα αποκλείουν πλήρως την ακροδεξιά, μπορεί να της αφήνουν αποκλειστικά τον χώρο για όσους ψηφοφόρους ανησυχούν για τη μετανάστευση. Όταν όμως τη φέρνουν πιο κοντά στην εξουσία, μπορεί να μειώνεται το πλεονέκτημα της διαμαρτυρίας, και η έκθεση από θέσεις ευθύνης κοστίζει εκλογικά.
Η μετανάστευση και η εγκληματικότητα
Η Σουηδία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, επειδή τα παραδοσιακά κόμματα υιοθέτησαν ήδη αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική τα τελευταία χρόνια.
Μετά την κορύφωση του μεταναστευτικού προβλήματος του 2015, οι κυβερνήσεις τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς περιόρισαν δραστικά τη μετανάστευση.
Σύμφωνα με το POLITICO, ο αριθμός των μεταναστών μειώθηκε κατά 96% μέσα σε μία δεκαετία. Έτσι, ένα ζήτημα που κάποτε έδινε στους Sweden Democrats τεράστιο εκλογικό πλεονέκτημα δεν βρισκόταν πλέον στην κορυφή της ατζέντας, ενώ το αυστηρό αντιμεταναστευτικό προφίλ δεν αποτελούσε πλέον μονοπώλιο του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου.
Κάτι ανάλογο συνέβη και με την εγκληματικότητα.
Οι συμμορίες και οι πυροβολισμοί είχαν αποτελέσει κεντρικό θέμα της προηγούμενης εκλογικής αναμέτρησης. Τώρα, σύμφωνα με τον Ουλφ Κρίστερσον, η ένοπλη εγκληματικότητα έχει μειωθεί περίπου κατά 80%.
Έτσι, οι ψηφοφόροι άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην υγεία, την εκπαίδευση και την οικονομία.
Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο, καθώς ένα κόμμα μπορεί να βοηθήσει να μετατοπιστεί η πολιτική συζήτηση προς τα ζητήματα που το ευνοούν, διαμορφώνοντας την ατζέντα, αλλά όταν τα ζητήματα αυτά αρχίζουν να χάνουν την έντασή τους μπορεί να χάνει και στο τέλος να αποτελέσει λόγο πολιτικής του φθοράς.
Η Ρωσία παίζει διαφορετικό ρόλο στη Σουηδία
Υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας που διαφοροποιεί τη Σουηδία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και αυτός δεν είναι άλλο από τη Ρωσία.
Η Σουηδία θεωρεί τη Ρωσία κορυφαία απειλή ασφαλείας και η εισβολή στην Ουκρανία οδήγησε τη χώρα στην εγκατάλειψη δεκαετιών στρατιωτικής ουδετερότητας και στην ένταξη στο ΝΑΤΟ. Το θέμα έχει ευρεία πολιτική και κοινωνική στήριξη.
Έτσι, οι καταγγελίες για φερόμενη ρωσική διείσδυση στην προεκλογική εκστρατεία των Sweden Democrats είχαν ιδιαίτερο πολιτικό βάρος σε μια χώρα που και μόνο στην ιδέα της «ανοχής» στην πολιτική του Κρεμλίνου υπάρχει σκληρή αντίδραση.
Τα παραδοσιακά κόμματα πρέπει να μπορούν να δώσουν λύσεις
Σύμφωνα με την επικεφαλής των σοσιαλδημοκρατών Μαγκνταλένα Άντερσον, νικήτρια των εκλογών, το σημαντικότερο μάθημα για τα παραδοσιακά κόμματα του κέντρου είναι να αντιμετωπίζουν ουσιαστικά τα προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες.
«Εάν οι κυβερνήσεις προσφέρουν καλύτερο βιοτικό επίπεδο, καλύτερα σχολεία, καλύτερη υγειονομική περίθαλψη και δημιουργούν μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να αισθάνονται ότι υπάρχει ελπίδα για το μέλλον, τότε ο χώρος για τα δεξιά λαϊκιστικά κόμματα θα είναι μικρότερος», υπογράμμισε.
Το κοντράστ με τη Γερμανία
Το γερμανικό παράδειγμα δείχνει την άλλη πλευρά του νομίσματος.
Το AfD κέρδισε στη Σαξονία-Άνχαλτ και στη συνέχεια στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, ενώ στο Βερολίνο κατέγραψε σημαντική παρουσία.
Την ίδια στιγμή, το CDU του Φρίντριχ Μερτς υπέστη βαριές απώλειες. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία μάλιστα απέτυχε για πρώτη φορά στην ιστορία του να ξεπεράσει το όριο του 5% σε εκλογές κρατιδίου. Ο ίδιος ο Μερτς χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «καταστροφή».
Η πραγματικότητα όμως είναι ότι το κεντροδεξιό CDU δεν έχει καταφέρει ακόμα να δώσει σαφείς απαντήσεις με προσανατολισμό σε μια συγκροτημένη πολιτική, ενώ την ίδια ώρα η ακροδεξιά αξιοποιεί όλα όσα αυτήν τη στιγμή παραμένουν ψηλά στην ατζέντα: μετανάστευση, δημογραφικό, ανισότητες, εξωτερική πολιτική.
Η Σουηδία δεν αποδεικνύει ότι η ακροδεξιά μπορεί απλώς να «ηττηθεί» με έναν συγκεκριμένο τρόπο ούτε μπορούν μηχανιστικά να γίνονται συγκρίσεις με άλλες χώρες, άλλα πολιτικά περιβάλλοντα, διαφορετική ιστορική βάση και άλλες προκλήσεις.
Αλλά η Σουηδία αποτελεί ένα παράδειγμα για το πώς η εκλογική δυναμική της ακροδεξιάς επηρεάζεται από το εάν τα ζητήματα που την τροφοδοτούν παραμένουν ψηλά στην ατζέντα, εάν τα παραδοσιακά κόμματα υιοθετούν μέρος της ατζέντας της ή βρίσκουν πειστικές απαντήσεις σε αυτά, από το εάν η ίδια συμμετέχει ή όχι στην άσκηση εξουσίας.