Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, με τις σχέσεις Αθήνας και Άγκυρας να απασχολούν τις ηγεσίες των δύο χώρων, ενώ αναφέρθηκαν σε αυτές Ντόναλντ Τραμπ και Μαρκ Ρούτε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις δηλώσεις του δεν σχολίασε τις συζητήσεις της Αγκυρας με τις ΗΠΑ για τα F-35, εστιάζοντας στις συμφωνίες που έχει συνάψει ήδη η Αθήνα, ενώ έκανε ειδική αναφορά στο casus belli, καλώντας την Αγκυρα να γίνουν τα βήματα ώστε να αφήσουν πίσω οι δύο πλευρές το ζήτημα αυτό.
Ωστόσο, ο Ερντογάν σχολιάζοντας την τοποθέτηση του πρωθυπουργού, είπε πως... «κανείς Τούρκος δεν ξέρει τι είναι το casus belli» και... προέτρεψε τον Ελληνα πρωθυπουργό να μην «απασχολούμε τους λαούς μας με αυτά».
Μητσοτάκης: Ιστορική ανορθογραφία το casus belli, η Ελλάδα
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις δηλώσεις του μετά το τέλος της Συνόδου, τόνισε ότι η Ελλάδα δεν παρεμβαίνει στις αποφάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων επισημαίνοντας όμως ότι υπάρχουν ακόμη εμπόδια για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
«Για να διαφυλαχθεί η ενότητα του ΝΑΤΟ ήταν απολύτως απαραίτητο οι ευρωπαϊκές χώρες να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος, αυτό σημαίνει να δαπανούν περισσότερα για να επέλθει ισορροπία μεταξύ ΗΠΑ και των υπολοίπων. Ο Τραμπ είχε θέσει εξαρχής τον στόχο και είχε απολύτως δίκιο. Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη αντιλήφθηκε ότι πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα είναι αναντίρρητα επιτακτική».
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι η Ελλάδα προχωρά κανονικά στην ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας με τα Rafale, τα F-16 Viper και τα μελλοντικά F-35.
«Οι Έλληνες πιλότοι θα αρχίσουν το 2027 να εκπαιδεύονται στα ελληνικά F-35 που ήδη κατασκευάζονται. Δεν είναι δική μου δουλειά να σχολιάζω τις επιλογές άλλων χωρών, ούτε θα υποδείξουμε στις ΗΠΑ σε ποιον θα πουλήσει όπλα. Απλώς, παρατηρώ ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν νομικά εμπόδια για να πωληθούν τα αεροπλάνα στην Τουρκία. Η Ελλάδα έχει παραγγείλει τα δικά της αεροπλάνα. Η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά την αεροπορία της. Τρέχει με γρήγορους ρυθμούς η αναβάθμιση των F-16 σε viper, πήραμε 24 Rafale, μπήκαμε και συμμετέχουμε ενεργά στο πρόγραμμα των F-35» απάντησε.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε επίσης και το θέμα του casus belli, χαρακτηρίζοντάς το ως μια απειλή που δεν ταιριάζει στις σχέσεις δύο συμμάχων στο ΝΑΤΟ.
«Η Ελλάδα είναι πρωταγωνίστρια σε αυτή την προσπάθεια του ΝΑΤΟ, που αναγνωρίζεται και από τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ και από τις ΗΠΑ».
«Δεν είναι η πρώτη φορά που έχω αναφερθεί στο casus belli. Είναι μια ιστορική ανορθογραφία, η οποία δεν συνάδει ούτε με τη Διακήρυξη των Αθηνών ούτε με το καλό κλίμα που θέλουμε να χτίσουμε ως δύο γειτονικές χώρες. Πρόκειται για μια απειλή πολέμου που υφίσταται από το 1995. Πολλοί συνάδελφοί μου στην Ευρώπη αντιλαμβάνονται ότι μια τέτοια απειλή δεν ταιριάζει στο κλίμα που πρέπει να επικρατεί εντός της Συμμαχίας. Έχει έρθει η ώρα πια να την αφήσουμε πίσω».
Ερντογάν: Λάθος του Μητσοτάκη να αμφισβητήσει το δικαίωμά μας στα F-35
Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σε συνέντευξη Τύπου, υποστήριξε ότι δεν έχει σχολιάσει ποτέ τις αμυντικές αγορές της Ελλάδας και ζήτησε από την Αθήνα να ακολουθήσει την ίδια στάση απέναντι στις τουρκικές εξοπλιστικές κινήσεις.
«Ο κ. Μητσοτάκης δεν θα έπρεπε να υποπέσει σε τέτοιο σφάλμα. Για τα αμυντικά συστήματα που αγόρασε ο κ. Μητσοτάκης εμείς δεν κάναμε κανένα σχόλιο. Μπορεί να αγοράσει και να πουλήσει ό,τι θέλει. Η Τουρκία έχει το δικαίωμα να τα αγοράσει», είπε.
Παράλληλα, εξέφρασε αισιοδοξία ότι η χώρα του μπορεί να επανέλθει στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35 αν και μέχρι στιγμής ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει δώσει σαφή απάντηση για το θέμα.
Σε απάντησή του, ο Τούρκος πρόεδρος όταν ρωτήθηκε για το ζήτημα έδωσε μια απάντηση που προκάλεσε αίσθηση.
«Η συντριπτική πλειονότητα του λαού μου δεν γνωρίζει καν τι είναι. Γι’ αυτό δεν νομίζω ότι πρέπει να απασχολούμε τον λαό μας με αυτά τα θέματα. Και ήδη λέμε στους Έλληνες φίλους μας: ας μην επιβαρύνουμε ούτε τους Έλληνες πολίτες ούτε τους δικούς μας πολίτες με αυτό»
Η στάση του Ρούτε απέναντι στις ελληνοτουρκικές διαφορές
Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, απέφυγε να πάρει θέση στις διαφωνίες Ελλάδας και Τουρκίας σε σχετική ερώτηση.
Όταν ρωτήθηκε για το casus belli αλλά και για το ζήτημα των ρωσικών S-400 που διαθέτει η Τουρκία, δήλωσε ότι ο ρόλος του είναι να διατηρεί την ενότητα της Συμμαχίας και όχι να παρεμβαίνει στις διμερείς διαφορές των κρατών-μελών.
«Υπάρχουν διμερείς συζητήσεις, δεν είμαι σχολιαστής. Διαφυλάσσω την ενότητα της συμμαχίας. Τουλάχιστον αυτό προσπαθώ να κάνω για να διατηρήσω την ενότητα της Συμμαχίας. Υπάρχουν συζητήσεις, μεταξύ εταίρων, μερικές φορές και ενόχληση. Αλλά δεν σχολιάζω δημοσίως, έτσι ώστε στο παρασκήνιο να μπορώ να είμαι βοηθητικός αν χρειαστεί» απάντησε σε ερώτηση.
Το ίδιο ουδέτερη ήταν και η στάση του απέναντι στο ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, σημειώνοντας ότι πρόκειται για θέμα που αφορά κυρίως τις σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας.
Η διακήρυξη του ΝΑΤΟ -Τι αποφάσισαν για Ουκρανία, δαπάνες
Εκτός των ελληνοτουρκικών, στη Σύνοδο Κορυφής οι ηγέτες εστίασαν κυρίως τα ζητήματα της Ουκρανίας, των αμυντικών δαπανών και της ασφάλειας, με τον Τραμπ να δηλώνει ικανοποιημένος στο τέλος, από τους ευρωπαίους Συμμάχους.
Στη κοινή τους διακήρυξη, οι 32 ηγέτες του ΝΑΤΟ επαναβεβαίωσαν την προσήλωσή τους στη συλλογική άμυνα και στο Άρθρο 5, τονίζοντας ότι η ασφάλεια της ευρωατλαντικής περιοχής παραμένει προτεραιότητα απέναντι στη ρωσική απειλή και την τρομοκρατία.
Παράλληλα, συμφώνησαν στην περαιτέρω ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων του ΝΑΤΟ μέσω αυξημένων επενδύσεων, μεγαλύτερης παραγωγής αμυντικού εξοπλισμού και αξιοποίησης νέων τεχνολογιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κυβερνοάμυνα, ενώ επανέλαβαν τη μακροπρόθεσμη δέσμευσή τους για τη συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης προς την Ουκρανία.
Η Ουκρανία αποτέλεσε ένα από τα βασικά θέματα της φετινής Συνόδου με τα κράτη-μέλη να ξεκαθαρίζουν τη στήριξή τους προς το Κίεβο. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση των διεργασιών, με κοινή διακήρυξή τους ανακοίνωσαν τη συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας με νέα κονδύλια για την ενίσχυση της ουκρανικής άμυνας.
Το ΝΑΤΟ θα δεσμεύσει 70 δισ. ευρώ για στρατιωτική βοήθεια, εξοπλισμό και εκπαίδευση το 2026, με πρόθεση διατήρησης αντίστοιχης στήριξης και το 2027.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν τρόπους ώστε η Ουκρανία να αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα παραγωγής συστημάτων Patriot, προκειμένου να ενισχύσει την αεράμυνά της απέναντι στις ρωσικές επιθέσεις.
Προβληματισμός για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή
Το Ιράν αλλά και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή απασχόλησαν επίσης τη Σύνοδο με τον Μαρκ Ρούτε να διαμηνύει ότι το ΝΑΤΟ δεν εμπλέκεται άμεσα στις επιχειρήσεις, αλλά άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να εξεταστεί κάποιος ρόλος της Συμμαχίας στο μέλλον, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο.
Παράλληλα, οι σύμμαχοι εμφανίστηκαν επιφυλακτικοί απέναντι σε μια πιθανή περαιτέρω στρατιωτική εμπλοκή εκτός της περιοχής ευθύνης του ΝΑΤΟ.
Επιπλέον, οι σύμμαχοι τόνισαν ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ζήτησαν τον σεβασμό της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ και ευχαρίστησαν την Τουρκία για τη φιλοξενία της Συνόδου
Αύξηση των αμυντικών δαπανών
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της Συνόδου ήταν η συμφωνία για περαιτέρω αύξηση των αμυντικών δαπανών των κρατών-μελών.
Οι ευρωπαϊκές χώρες αναγνώρισαν ότι θα πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους για την άμυνά τους, ανταποκρινόμενες στις διαχρονικές πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται ήδη στις χώρες που διαθέτουν υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες, ενώ ο Μαρκ Ρούτε υπογράμμισε ότι οι αυξημένες επενδύσεις στην άμυνα θα ενισχύσουν συνολικά την αποτρεπτική ισχύ της Συμμαχίας.
Παράλληλα, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε νέες επενδύσεις σε στρατιωτικές υποδομές και στην ενίσχυση της εφοδιαστικής αλυσίδας, με στόχο την καλύτερη προετοιμασία της Συμμαχίας απέναντι στις σύγχρονες απειλές.
Η Σύνοδος κατέγραψε σημαντικές δεσμεύσεις με νέες προμήθειες άνω των 50 δισ. δολαρίων και ενίσχυση της συνεργασίας της αμυντικής βιομηχανίας.
Οι σύμμαχοι δεσμεύτηκαν επίσης να επενδύσουν σε προηγμένες τεχνολογίες, όπως μη επανδρωμένα συστήματα, ολοκληρωμένη αεράμυνα, κυβερνοάμυνα, διαστημικές δυνατότητες, τεχνητή νοημοσύνη και ένα κοινό διατλαντικό cloud μάχης.