Η μπάμια είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά λαχανικά της ελληνικής κουζίνας. Άλλοι τη λατρεύουν και άλλοι την αποφεύγουν, όμως σχεδόν όλοι τη γνωρίζουν με το ίδιο όνομα.
Αυτό που λίγοι γνωρίζουν είναι ότι η λέξη «μπάμια» δεν είναι ελληνικής προέλευσης και ότι το φυτό διαθέτει μια επίσημη ελληνική ονομασία που σπάνια ακούγεται στην καθημερινότητα.
Η λέξη «μπάμια» προέρχεται από την τουρκική λέξη bamya, η οποία πέρασε στην ελληνική γλώσσα κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας. Με το πέρασμα των αιώνων, η ονομασία καθιερώθηκε τόσο πολύ ώστε σχεδόν εξαφάνισε κάθε άλλη αναφορά στο συγκεκριμένο λαχανικό.
Ωστόσο, η επιστημονική και ελληνική ονομασία του φυτού είναι «ιβίσκος ο εδώδιμος» ή Αβελμόσχος ο εδώδιμος, καθώς ανήκει στο ίδιο βοτανικό γένος με τα γνωστά καλλωπιστικά άνθη του ιβίσκου. Η ονομασία αυτή συναντάται κυρίως σε βοτανικά συγγράμματα, επιστημονικές μελέτες και γεωπονικά κείμενα, ενώ παραμένει σχεδόν άγνωστη στο ευρύ κοινό.
Η μπάμια καλλιεργείται εδώ και χιλιάδες χρόνια και θεωρείται ότι κατάγεται από περιοχές της Αφρικής, πριν εξαπλωθεί στη Μέση Ανατολή, τη Μεσόγειο και αργότερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ελλάδα αποτελεί βασικό συστατικό παραδοσιακών συνταγών, με πιο γνωστή τη μαγειρεμένη μπάμια με ντομάτα και κρεμμύδι.
Παρότι λοιπόν η επίσημη βοτανική της ονομασία είναι «ιβίσκος ο εδώδιμος», δύσκολα θα ακούσει κανείς κάποιον να ζητά στο μανάβικο «μισό κιλό ιβίσκο». Η «μπάμια» έχει κερδίσει οριστικά τη θέση της στο ελληνικό λεξιλόγιο, αποδεικνύοντας ότι η καθημερινή γλώσσα συχνά επικρατεί απέναντι στους επιστημονικούς όρους.