Ο Αλέξανδρος Λάιος και η Μάρω Φασουλή μάς ανοίγουν το σπίτι τους στην Ηλιούπολη. Ένα διαμέρισμα με σπάνια έπιπλα, πολλά βιβλία και έργα τέχνης.
- Ο Αλέξανδρος Λάιος και η Μάρω Φασουλή, απόφοιτοι της Καλών Τεχνών, ακολουθούν παράλληλες επιτυχημένες πορείες στη σύγχρονη τέχνη. Έχουν τιμηθεί και οι δύο με το Βραβείο Τέχνης του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη, παρουσιάζοντας ατομικές εκθέσεις.
- Το ζευγάρι επέλεξε την Ηλιούπολη για τη διαμονή του, αναζητώντας μια περιοχή με ηρεμία και χαρακτήρα γειτονιάς. Η τοποθεσία συνδυάζει την εύκολη πρόσβαση στο κέντρο με την αίσθηση ενός «μικρού χωριού», κάτι που τους ταιριάζει.
- Η διαμόρφωση του χώρου τους καθορίζεται από την κοινή εμμονή τους για συλλογή ιστορικών επίπλων, με έμφαση στο Bauhaus και τις δεκαετίες ’50-’60. Προτιμούν τη συντήρηση των αντικειμένων, σεβόμενοι την αρχική τους μορφή και ιστορία.
- Το σπίτι τους αποτελεί κέντρο κοινωνικής ζωής, με συχνά τραπέζια για φίλους και την καθιερωμένη κυριακάτικη οικογενειακή σύναξη. Διαθέτουν επίσης ήσυχες γωνιές για χαλάρωση, όπως το «δωμάτιο ψυχανάλυσης» και ο χώρος δίπλα στο τζάκι.
Ο Αλέξανδρος Λάιος και η Μάρω Φασουλή μοιράζονται τη ζωή τους, το εργαστήριό τους και μια κοινή διαδρομή στη σύγχρονη ελληνική εικαστική σκηνή, διατηρώντας ο καθένας τη δική του, διακριτή καλλιτεχνική ταυτότητα. Γνωρίστηκαν κατά την προετοιμασία για τη σχολή Καλών Τεχνών, ενώ από το 2008 είναι και οι δύο ιδρυτικά μέλη της εικαστικής ομάδας Under Construction, με την οποία έχουν συμμετάσχει σε εκθέσεις, residencies και performances στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αφορμή για τη δική μας συνάντηση ήταν η κοινή συμμετοχή τους στην ομαδική έκθεση «Το αόρατο νήμα υφαίνει», που παρουσιάζεται από τις 9 έως τις 25 Οκτωβρίου στον παραδοσιακό οικισμό Αγάπη της Τήνου.
Η έκθεση, σε επιμέλεια της Ελένης Γλύνη, αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα μιας ευρύτερης καλλιτεχνικής πρωτοβουλίας της ΝΩΜΩ ΑμΚΕ και στρέφει το βλέμμα στην έννοια της φροντίδας ως πολιτιστική, κοινωνική και περιβαλλοντική αξία. Με αφετηρία τις «Αόρατες Πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο, προσεγγίζει την Τήνο και το χωριό Αγάπη μέσα από τη μνήμη, τις ανθρώπινες σχέσεις, την παράδοση και τη σχέση με τον τόπο. Η εικαστική έκθεση πλαισιώνεται από performances, συζητήσεις, πολιτιστικές διαδρομές, εργαστήρια και γαστρονομικές δράσεις που συνδέουν την τέχνη με την άυλη πολιτιστική κληρονομιά των Κυκλάδων.
Ο Αλέξανδρος Λάιος σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου αργότερα συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στις Εικαστικές Τέχνες. Στα χρόνια που ακολούθησαν ανέπτυξε μια σταθερή παρουσία στον χώρο της σύγχρονης τέχνης, μέσα από ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 2023 τιμήθηκε με το Βραβείο Τέχνης του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη για το έργο «DAY», ενώ μέχρι σήμερα έχει παρουσιάσει τέσσερις ατομικές εκθέσεις. Η πιο πρόσφατη, με τον ιδιαίτερο τίτλο «Μια μέρα είδα τον ήλιο να δύει σαράντα τρεις φορές», παρουσιάστηκε το 2026 στην CAN Christina Androulidaki Gallery στην Αθήνα.
Η Μάρω Φασουλή ακολούθησε επίσης τον δρόμο της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, σπουδάζοντας ζωγραφική και ολοκληρώνοντας στη συνέχεια τις μεταπτυχιακές σπουδές της στις Εικαστικές Τέχνες. Στη δουλειά της επιστρέφει συχνά στη χειρονομία, στην ύλη, στην παράδοση και στις τεχνικές που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, φέρνοντάς τες σε διάλογο με τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία.
Το 2021 επιλέχθηκε για το πρόγραμμα υποστήριξης καλλιτεχνών ARTWORKS του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, ενώ δύο χρόνια αργότερα τιμήθηκε και εκείνη με το Βραβείο Τέχνης του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη. Το 2026 ήταν φιναλίστ για το Nōema Craft Prize. Έχει παρουσιάσει τρεις ατομικές εκθέσεις, ανάμεσά τους το «Από τον Αγκώνα ως τον Καρπό» στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων και το «Σπίτι Όσο Χωρείς και Χωράφι Όσο Θωρείς» στην CAN Christina Androulidaki Gallery. Παράλληλα, έργα της έχουν ταξιδέψει από την Αθήνα και την Τήνο μέχρι το Παρίσι, το Βερολίνο, την Κύπρο, την Αλβανία και την Κίνα.
Σήμερα οι δυο τους ζουν στην Ηλιούπολη και εργάζονται στο κοινό τους studio στην Αργυρούπολη. Και ίσως αυτή η καθημερινή συνύπαρξη δύο ανθρώπων που παρατηρούν, συλλέγουν, δημιουργούν και αναζητούν διαρκώς αντικείμενα με ιστορία να εξηγεί πολλά και για το ίδιο τους το σπίτι: έναν χώρο όπου το design, η τέχνη, τα βιβλία και τα έπιπλα διαφορετικών εποχών δεν λειτουργούν απλώς ως διακόσμηση, αλλά ως κομμάτια της ζωής τους.
Μένετε τα τελευταία τρία χρόνια στην Ηλιούπολη. Τι σας έκανε να επιλέξετε αυτή την περιοχή για το σπίτι σας;
Μάρω Φασουλή: Είμαστε τρία χρόνια στην Ηλιούπολη. Θέλαμε να βρούμε μια περιοχή σχετικά κοντά στο κέντρο και με εύκολη πρόσβαση σε αυτό, αλλά ταυτόχρονα να μην είναι τόσο πυκνοκατοικημένη και να έχει θέα. Σημαντικό ήταν επίσης να βρίσκεται κοντά στο εργαστήριό μας, που είναι στην Αργυρούπολη. Από αυτή την άποψη, η Ηλιούπολη ήταν μια πολύ καλή επιλογή.
Η πολυκατοικία και γενικότερα η γειτονιά έχουν έντονα στοιχεία από τη δεκαετία του ’80. Είναι μια αισθητική που σας αρέσει;
Αλέξανδρος Λάιος: Τα Αστυνομικά, η γειτονιά στην οποία κατοικούμε, δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο. Μάλιστα, λίγο πιο κάτω υπάρχει στην είσοδο ενός σπιτιού μια πλάκα πεζοδρομίου με το σήμα του ΠΑΣΟΚ. Η περιοχή έχει μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και μια ηρεμία. Είναι κάπως «κέντρο-απόκεντρο». Γνωρίζεσαι με τους ανθρώπους γύρω σου, βγαίνεις έξω, λες «καλημέρα», σε ρωτούν πώς είσαι. Υπάρχει μια πολύ καλή και ήρεμη σχέση με τη γειτονιά.
Μ.Φ.: Η Ηλιούπολη έχει και μια εσωστρέφεια ως περιοχή. Δεν είναι, για παράδειγμα, όπως ο Άλιμος, όπου είσαι κοντά στη θάλασσα και όλα μοιάζουν περισσότερο ανοιχτά και προσβάσιμα. Εδώ υπάρχει κάτι από μικρό χωριό. Κι επειδή κι εμείς είμαστε από χωριό, μας αρέσει αυτή η πιο οικογενειακή συνθήκη. Υπάρχει ακόμη έντονη η αίσθηση της γειτονιάς.
Είστε δύο άνθρωποι της τέχνης που μοιράζεστε το ίδιο σπίτι. Πώς διαμορφώσατε τον χώρο σας και ποιο ήταν το βασικό κριτήριο στις επιλογές σας;
Μ.Φ.: Και στους δύο αρέσει πολύ να συλλέγουμε αντικείμενα και κυρίως έπιπλα. Στην πραγματικότητα, δεν αγοράζουμε έπιπλα επειδή πρέπει να ντύσουμε ένα σπίτι. Τα αγοράζουμε από εμμονή, επειδή μας αρέσουν. Έτσι, στα σπίτια όπου έχουμε ζήσει καταλήγουμε πάντα να έχουμε περισσότερα έπιπλα από όσα πραγματικά χρειαζόμαστε. Και συνεχώς προκύπτει κάτι καινούργιο που, εκείνη τη στιγμή, μας φαίνεται απολύτως απαραίτητο! Δεν έχει να κάνει τόσο με τη χρηστικότητα όσο με την εμμονή που έχουμε με το design.
Α.Λ.: Έχουμε μεγάλη αγάπη για τον βιομηχανικό σχεδιασμό και κυρίως όχι για τον σύγχρονο, αλλά για τον ιστορικό. Μας ενδιαφέρουν αντικείμενα από τις αρχές του 20ού αιώνα, αρκετά από την εποχή του Bauhaus, ενώ έχουμε ιδιαίτερη αδυναμία στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Υπάρχουν επίσης κάποια αντικείμενα από τη δεκαετία του ’90, κυρίως φωτιστικά, πολλά από τα οποία προέρχονται από την Ιταλία.
Αυτή η αγάπη για τον σχεδιασμό ίσως είναι έμφυτη σε έναν άνθρωπο που ασχολείται με την τέχνη και αναπόφευκτα περνά και στον χώρο όπου ζει. Στη δική μας περίπτωση, πάντως, όλα έγιναν σταδιακά. Βλέπαμε κάτι που μας άρεσε, αρχίζαμε να το ψάχνουμε και μέσα από αυτή την αναζήτηση γεννήθηκε μια μεγαλύτερη αγάπη για τα ίδια τα αντικείμενα και την ιστορία τους.
Όταν ανακαλύπτετε ένα παλιό έπιπλο που σας ενδιαφέρει, μπαίνετε στον πειρασμό να το μεταποιήσετε και να του δώσετε τη δική σας αισθητική;
Μ.Φ.: Όχι, εκεί θεωρούμε ότι είναι σχεδόν ιεροσυλία! Υπάρχουν έπιπλα στα οποία έχει μεγάλο ενδιαφέρον να διατηρείται αυτούσια η αρχική τους μορφή. Υπάρχουν, βέβαια, και λαϊκά αντικείμενα που έχουν κατασκευαστεί από Έλληνες τεχνίτες, αλλά η δική μας κατεύθυνση δεν είναι τόσο προς το παραδοσιακό ελληνικό design. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, υπήρχαν πολλοί μαραγκοί που τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 κατασκεύαζαν αντικείμενα επηρεασμένα από το δανέζικο design. Εμάς, όμως, μας ενδιαφέρει να ανακαλύψουμε το συγκεκριμένο αντικείμενο του συγκεκριμένου σχεδιαστή. Εκεί ξεκινά η δική μας εμμονή: να ψάξουμε ποιος το σχεδίασε και ποια είναι η ιστορία του, όχι να το αλλάξουμε ή να επέμβουμε επάνω του.
Α.Λ.: Αν κάνουμε κάτι με τα χέρια μας σε ένα αντικείμενο, αυτό περιορίζεται κυρίως στη συντήρησή του, εφόσον μπορούμε να την κάνουμε μόνοι μας. Κάποτε είχε πέσει στα χέρια μας μια επιδαπέδια κρεμάστρα Thonet, την οποία είχαν περάσει με τρία συνεχόμενα χέρια λαδομπογιάς. Θυμάμαι ένα Πάσχα, πριν φύγουμε για την Τήνο, που περάσαμε τη Μεγάλη Εβδομάδα με ένα ξυράφι στο χέρι, ξύνοντας ολόκληρο το αντικείμενο για να εμφανιστεί ξανά το ξύλο. Μέχρι εκεί φτάνουμε: στη συντήρηση, όταν μπορούμε να την αναλάβουμε οι ίδιοι.
Το σαλόνι μοιάζει να είναι ένας από τους χώρους όπου πραγματικά ζει το σπίτι. Είναι το σημείο όπου περνάτε και τον περισσότερο χρόνο σας;
Α.Λ.: Είναι ένα μέρος του σπιτιού όπου μαζευόμαστε αρκετές φορές μέσα στην εβδομάδα.
Μ.Φ.: Μας αρέσει πολύ να έχουμε κόσμο στο σπίτι και να κάνουμε τραπέζια. Θέλουμε το σπίτι μας να γεμίζει με ανθρώπους που αγαπάμε. Έρχονται οι φίλοι μας, φυσικά η οικογένειά μας, και σίγουρα μία φορά την εβδομάδα θα μαζευτούμε όλοι εδώ.
Άρα, στο σπίτι σας επιβιώνει ακόμη η παράδοση του κυριακάτικου τραπεζιού;
Μ.Φ.: Οπωσδήποτε! Κάθε Κυριακή είτε θα έρθουν φίλοι μας για να φάμε και να πούμε τα νέα της εβδομάδας είτε θα μαζευτούμε με την οικογένειά μας. Κρατάμε αυτή την ωραία ιεροτελεστία. Μας αρέσει πολύ να περνάμε τις Κυριακές γύρω από ένα τραπέζι με τους ανθρώπους που αγαπάμε.
Α.Λ.: Από την άλλη, μας αρέσουν και οι μικρότεροι χώροι του σπιτιού, ειδικά το βράδυ.
Έχετε, μάλιστα, ένα μικρότερο δωμάτιο που μου περιγράψατε χαριτολογώντας ως «δωμάτιο ψυχανάλυσης». Τι συμβαίνει εκεί;
Μ.Φ.: Ναι, έχουμε το δωμάτιο της ψυχανάλυσης - έχουμε και την κατάλληλη καρέκλα.
Α.Λ.: Εκεί συνήθως συζητάμε τι συνέβη μέσα στην ημέρα. Είναι μια πιο ήσυχη γωνιά του σπιτιού, την οποία προτιμάμε όταν είμαστε μόνοι μας. Καθόμαστε, χαλαρώνουμε με ένα ποτήρι κρασί και κάπως έτσι κλείνει η ημέρα μας.
Για τον χειμώνα έχετε δημιουργήσει και μια πιο ζεστή γωνιά γύρω από το τζάκι. Είναι το δικό σας χειμερινό καταφύγιο;
Μ.Φ.: Ακριβώς. Ο χώρος με το τζάκι είναι περισσότερο χειμερινός. Είναι το σημείο όπου θα καθίσουμε με μια κουβέρτα και θα χαζέψουμε μια ταινία. Είναι το χειμερινό μας στέκι.
Ένα ακόμη στοιχείο που κυριαρχεί στο σπίτι είναι τα βιβλία. Υπάρχουν παντού, ακόμη και στην κουζίνα. Τι θα ανακαλύψει κάποιος στις βιβλιοθήκες σας;
Α.Λ.: Υπάρχουν βιβλία λαϊκής τέχνης και παράδοσης, βιβλία τέχνης, φιλοσοφίας, λογοτεχνίας, αρκετά ιστορικά, αλλά και συλλεκτικές εκδόσεις.
Μ.Φ.: Εκτός από τη συλλογή επίπλων, έχουμε τρέλα και με τη συλλογή βιβλίων. Υπάρχουν ακόμη και βιβλία που μπορεί να μην μπορώ εγώ να διαβάσω λόγω γλώσσας. Για παράδειγμα, δεν γνωρίζω γερμανικά, αλλά αν βρω ένα βιβλίο με ιδιαίτερη ιστορική αξία, θα το αγοράσω και θα το διαβάσει ο Αλέξανδρος που γνωρίζει τη γλώσσα. Αγαπάμε πολύ το διάβασμα.
Πόσο σημαντικός είναι τελικά ο χώρος στον οποίο ζείτε για δύο ανθρώπους που ασχολούνται καθημερινά με την τέχνη; Μπορεί ένα σπίτι να επηρεάσει τη διάθεση ή ακόμη και τη δημιουργικότητά σας;
Α.Λ.: Ο χώρος αντανακλά κάθε φορά τη φάση στην οποία βρισκόμαστε. Όταν τρέχουμε και οι δουλειές μάς προλαβαίνουν, αυτό φαίνεται και στο σπίτι. Γενικά θέλουμε να αισθανόμαστε οικεία και άνετα στον χώρο μας. Άλλοτε το σπίτι έχει την αναστάτωσή του και άλλοτε είναι τακτοποιημένο. Δεν είναι κάτι σταθερό ή μόνιμο. Είναι σαν κι εμάς: αλλάζει.
Ανάμεσα σε τόσα αντικείμενα και έργα, μου έκανε εντύπωση ότι σχεδόν δεν υπάρχουν προσωπικές φωτογραφίες. Υπάρχει μόνο μία, της γιαγιάς της Μάρως. Είναι συνειδητή επιλογή;
Μ.Φ.: Δεν είναι ακριβώς άποψη. Απλώς πιστεύω ότι καμία φωτογραφία δεν μπορεί πραγματικά να αντιπροσωπεύσει έναν άνθρωπο. Δεν έχω βρει, για παράδειγμα, μία φωτογραφία που να αντιπροσωπεύει τον Αλέξανδρο. Επιπλέον, πλέον οι φωτογραφίες και γενικότερα ο τρόπος ζωής μας έχουν γίνει τόσο ψηφιακά, ώστε δύσκολα μπαίνουμε στη διαδικασία να τις τυπώσουμε. Μπορεί να έχω εκατοντάδες φωτογραφίες στο αρχείο μου. Τη φωτογραφία της γιαγιάς μου, όμως, την τυπώσαμε ειδικά για να βρίσκεται εδώ. Ήταν ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μας και έτσι προέκυψε να είναι η μοναδική φωτογραφία μέσα στο σπίτι.
Α.Λ.: Κι ενώ και οι δύο μεγαλώσαμε σε σπίτια γεμάτα κορνίζες, προσωπικά δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να έχω μπροστά μου τη φωτογραφία κάποιου για να τον θυμάμαι. Με τη γιαγιά της Μάρως ήταν διαφορετικά. Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσαμε πολύ και θέλαμε, κατά κάποιον τρόπο, να βρίσκεται στον χώρο μαζί μας. Γι’ αυτό υπάρχει η φωτογραφία της.
Με αφορμή την έκθεση του Αλέξανδρου, θέλω να μου πείτε πόσο σημαντικό ρόλο παίζει ο φωτισμός στο σπίτι μας; Ισχύει ότι ο κακός φωτισμός μπορεί να σου χαλάσει μέχρι και τη διάθεση;
Α.Λ.: Είναι το σημαντικότερο. Το φως είναι ο ρυθμιστής. Δε γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον φωτισμό και ρυθμίζουν όλο το βιολογικό μας ρολόι. Τουλάχιστον, μία ώρα πριν πέσουμε για ύπνο πρέπει να έχει κατέβει πάρα πολύ η ένταση και ο χρωματισμός. Θεωρείται ιδανικός χρωματισμός ο ερυθρός -όσο πιο απαλός φωτισμός τόσο καλύτερος για την ξεκούραση του εγκεφάλου. Είναι πολύ σοβαρό το θέμα του φωτισμού. Εμείς, το βράδυ όταν θα καθίσουμε να ξεκουραστούμε κατεβάζουμε πολύ το φωτισμό.
Μ.Φ.: Ο φωτισμός παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Υπάρχουν μελέτες που έχουν δείξει ότι μπορούμε να γίνουμε πιο παραγωγικοί, πιο χαλαροί ανάλογα τον φωτισμό που έχουμε στο σπίτι μας. Την ημέρα είμαστε πιο παραγωγικοί πρέπει να υπάρχει το φως. Όσο κυλούν οι ώρες και έρχεται το βράδυ εκεί το φως πρέπει να μειώνεται.
Info: «Το Αόρατο Νήμα υφαίνει» Αγάπη Τήνου, 9 – 25 Οκτωβρίου 2026. Μια μοναδική έκθεση σπουδαίων καλλιτεχνών συναντά το οικοσύστημα φροντίδας του νησιού Το έργο συνοπτικά αναπτύσσεται σε 3 Σαββατοκύριακα: 9-11/10 εγκαίνια έκθεσης. 10-11,17-18 & 24-25/10 Περιηγήσεις στην έκθεση και Βιωματικά εργαστήρια με επισκέψεις στο αγροτικό τοπίο της Τήνου. 17 &25/10 Δράσεις γευσιγνωσίας-γαστρονομίας για την ανάδειξη της παραδοσιακής τυροκομίας της Τήνου & των Κυκλάδων ευρύτερα. 18 &24/10 Δράσεις γνωριμίας με τη γαστρονομία της Ιταλίας. 17-18 & 24/10 Επιστημονικές συζητήσεις σε τρεις θεματικούς άξονες: το τοπίο, τον άνθρωπο και την κοινότητα. 25/10 Επίσημη δράση λήξης, με performance, γαστρονομία (Κοινό τραπέζι στην κοινότητα) & συζήτηση.