Πόσες φορές δεν έχετε βρεθεί σε μια συζήτηση όπου κάποιος υψώνει τη φωνή του, με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι να πιστέψουν ότι ίσως έχει θυμώσει; Οι ψυχολόγοι όμως λένε ότι αυτή η συνήθεια είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο μπορεί να φαίνεται.
Η ένταση της φωνής, άλλωστε, δεν αποτελεί πάντα συνώνυμο της επιθετικότητας. Μπορεί επίσης να συνδέεται με την προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου, το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε ή τη συναισθηματική κατάσταση που βιώνει σε μια δεδομένη στιγμή.
Η κατανόηση αυτών των παραγόντων βοηθά να ερμηνεύουμε καλύτερα ορισμένες δυναμικές της επικοινωνίας και να αποφεύγουμε να αποδίδουμε προθέσεις που στην πραγματικότητα μπορεί να μην υπήρχαν ποτέ.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι μιλούν δυνατά; Η παιδική ηλικία, τα συναισθήματα και το περιβάλλον διαμορφώνουν τον τρόπο επικοινωνίας μας
Ο τρόπος με τον οποίο ένα άτομο χρησιμοποιεί τη φωνή του αρχίζει να διαμορφώνεται ήδη από την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με διάφορες έρευνες στον τομέα της ψυχολογίας, όσοι μεγάλωσαν σε πολυμελείς οικογένειες ή σε περιβάλλοντα όπου έπρεπε διαρκώς να ανταγωνίζονται για να κερδίσουν την προσοχή μπορεί να ανέπτυξαν τη συνήθεια να μιλούν πιο δυνατά, ώστε να ακούγονται.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε όσους, κατά την παιδική τους ηλικία, ένιωθαν ότι δεν λάμβαναν αρκετή προσοχή από τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής τους.
Σε αυτή την εξήγηση προστίθεται και ένας πολιτισμικός παράγοντας. Σε χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα ή η Αργεντινή, οι καθημερινές συζητήσεις τείνουν να γίνονται με πιο υψηλή ένταση φωνής σε σύγκριση με πολλές αγγλοσαξονικές κοινωνίες, όπου επικρατούν πιο ήπιοι και ήρεμοι τρόποι επικοινωνίας. Αυτή η αντίθεση δείχνει ότι ο τόνος της φωνής επηρεάζεται και από κοινωνικούς κανόνες που έχουμε μάθει, και όχι μόνο από ατομικά χαρακτηριστικά.
Σημαντικό ρόλο στην αντίληψη των άλλων παίζει επίσης ο τρόπος με τον οποίο εκφραζόμαστε. Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Psychology Today επισημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο προφέρονται οι λέξεις μπορεί να έχει ακόμη μεγαλύτερη επίδραση από το ίδιο το περιεχόμενό τους. Εξαιτίας του λεγόμενου bias της αρνητικότητας (τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στα αρνητικά ερεθίσματα), ο εγκέφαλος τείνει να ερμηνεύει μια δυνατή φωνή ως πιθανό σημάδι απειλής, ενεργοποιώντας μηχανισμούς άμυνας ακόμη και πριν προλάβει να επεξεργαστεί το νόημα του μηνύματος.
Όταν η ένταση της φωνής αντανακλά την ένταση των συναισθημάτων
Τα συναισθήματα διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στην επικοινωνία. Διάφορες μελέτες δείχνουν ότι συναισθηματικές καταστάσεις όπως ο θυμός, ο ενθουσιασμός ή η έντονη συναισθηματική διέγερση συχνά οδηγούν, με απολύτως φυσικό τρόπο, σε αύξηση της έντασης της φωνής. Πρόκειται για μια ενστικτώδη αντίδραση, μέσω της οποίας ο οργανισμός προσπαθεί να ενισχύσει το μήνυμα και να διασφαλίσει ότι αυτό θα γίνει αντιληπτό.
Σημαντικό ρόλο παίζει και το περιβάλλον. Ένας ιδιαίτερα θορυβώδης χώρος συχνά μας αναγκάζει να υψώσουμε τη φωνή μας για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε μια συζήτηση, μια απολύτως φυσιολογική προσαρμογή που δεν σημαίνει απαραίτητα ότι βρισκόμαστε σε έντονη συναισθηματική κατάσταση.
Η American Psychological Association συνδέει επίσης τον τόνο της φωνής με τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επεξεργάζονται και εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Το να μιλά κάποιος δυνατά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θέλει να εκφοβίσει ή να επιτεθεί στον συνομιλητή του. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για ένα αυτόματο μοτίβο συμπεριφοράς, το οποίο το ίδιο το άτομο μπορεί να μην αντιλαμβάνεται καν.