Σας έχει τύχει ποτέ να ξυπνήσετε μέσα στη νύχτα, έχοντας πλήρη αίσθηση του περιβάλλοντος γύρω σας, αλλά να αδυνατείτε να κινηθείτε ή να μιλήσετε;
Όσοι έχουν βιώσει την παράλυση ύπνου περιγράφουν πως βίωσαν κάτι τρομακτικό.
Παρά την ένταση που προκαλεί, σύμφωνα με πληροφορίες από το εθνικό σύστημα υγείας της Βρετανίας (NHS), πρόκειται για ένα σχετικά συχνό φαινόμενο, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ενέχει κάποιο κίνδυνο για την υγεία μας.
Η κατανόηση των μηχανισμών που το προκαλούν αποτελεί βασικό βήμα για τον περιορισμό του άγχους και την αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας κατά τον ύπνο.
Τι είναι η παράλυση ύπνου
Η παράλυση ύπνου εμφανίζεται όταν ο εγκέφαλος ξυπνά πριν το σώμα εξέλθει πλήρως από τη φάση του ύπνου REM, κατά την οποία τα όνειρα είναι πιο έντονα.
Σε αυτό το στάδιο, ο εγκέφαλος απενεργοποιεί προσωρινά τους μυς, ώστε να αποτρέψει την αναπαραγωγή των κινήσεων των ονείρων. Το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτή η μυϊκή αναστολή συνεχίζεται για λίγα δευτερόλεπτα ή λεπτά μετά το ξύπνημα, δημιουργώντας την αίσθηση ότι το άτομο είναι ξύπνιο, αλλά παγιδευμένο στο σώμα του.
Πιο συνηθισμένα συμπτώματα
Τα επεισόδια δεν εκδηλώνονται με τον ίδιο τρόπο σε όλους, ωστόσο καταγράφονται συχνά συγκεκριμένα συμπτώματα: προσωρινή αδυναμία κίνησης ή ομιλίας, αίσθημα πίεσης στο στήθος, εντύπωση ασφυξίας χωρίς πραγματική έλλειψη οξυγόνου, έντονος φόβος ή άγχος, αίσθηση παρουσίας στον χώρο, οπτικές ή ακουστικές ψευδαισθήσεις, καθώς και αίσθηση αιώρησης ή αποσύνδεσης από το σώμα. Τα επεισόδια διαρκούν συνήθως από λίγα δευτερόλεπτα έως μερικά λεπτά και υποχωρούν αυτόματα ή έπειτα από εξωτερικά ερεθίσματα.
Παρά την αίσθηση πνιγμού που συχνά τη συνοδεύει, η παράλυση ύπνου δεν απειλεί τη ζωή. Η αναπνοή και οι ζωτικές λειτουργίες συνεχίζουν να λειτουργούν φυσιολογικά. Ωστόσο, όταν τα επεισόδια επαναλαμβάνονται συχνά, συνιστάται ιατρική αξιολόγηση, καθώς μπορεί να σχετίζονται με άλλες διαταραχές ύπνου, όπως η ναρκοληψία.
Πού οφείλεται
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι πρόκειται για μια παροδική ασυγχρονία μεταξύ εγκεφάλου και σώματος κατά τη μετάβαση από τον ύπνο στην εγρήγορση. Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος «ξυπνά», αλλά οι μύες καθυστερούν να επανενεργοποιηθούν.
Παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης είναι η έλλειψη ύπνου, τα ακανόνιστα ωράρια, το στρες και το άγχος, η κατανάλωση αλκοόλ ή διεγερτικών ουσιών, ο ύπνος σε ύπτια θέση και άλλες διαταραχές ύπνου. Μελέτες δείχνουν ότι 8% έως 20% του πληθυσμού θα βιώσει τουλάχιστον ένα επεισόδιο στη διάρκεια της ζωής του.
Τι να κάνετε κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου
Αν και η ψυχραιμία είναι δύσκολη, ορισμένες πρακτικές μπορούν να βοηθήσουν: υπενθύμιση ότι το φαινόμενο είναι προσωρινό και ακίνδυνο, προσπάθεια μικρών κινήσεων (όπως τα δάχτυλα), αργός και ελεγχόμενος ρυθμός αναπνοής και αποφυγή έντονης αντίστασης στο σώμα.
Πώς μειώνονται οι πιθανότητες εμφάνισης
Υπάρχουν φυσικά κάποιες συνήθειες που πρέπει να ακολουθούμε και άλλες που πρέπει να αποφεύγουμε, σύμφωνα με το NHS:
- Προσπαθήστε να κοιμάστε τακτικά από 7 έως 9 ώρες την ημέρα.
- Πηγαίνετε για ύπνο περίπου την ίδια ώρα κάθε βράδυ και ξυπνάτε την ίδια ώρα κάθε πρωί.
- Φροντίστε να κάνετε συστηματική σωματική άσκηση, αποφεύγοντας όμως την άσκηση 4 ώρες πριν από τον ύπνο.
Αποφύγετε:
- Να καταναλώνετε βαριά γεύματα, να καπνίζετε ή να πίνετε αλκοόλ ή καφεΐνη λίγο πριν από τον ύπνο.
- Να κοιμάστε ανάσκελα, καθώς αυτή η στάση μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης παράλυσης ύπνου.
Πότε χρειάζεται ιατρική βοήθεια
Η συμβουλή ειδικού ενδείκνυται όταν τα επεισόδια είναι συχνά, προκαλούν φόβο για τον ύπνο, συνοδεύονται από έντονη ημερήσια υπνηλία ή επίμονη αγχώδη συμπτωματολογία. Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στο ιστορικό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθούν εξειδικευμένες εξετάσεις.
Σημειώνεται πως δεν υπάρχει κάποια ειδική φαρμακευτική αγωγή για την παράλυση ύπνου. Η αντιμετώπιση επικεντρώνεται κυρίως στην πρόληψη και στη συνολική βελτίωση της ποιότητας του ύπνου.