Νέα μελέτη ρίχνει φως στο αν το κρασί είναι πιο ωφέλιμο για την υγεία σε σχέση με την μπύρα ή άλλα αλκοολούχα ποτά.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν έχει σημασία μόνο η ποσότητα κατανάλωσης αλκοόλ, αλλά και το είδος του ποτού που επιλέγει κανείς. Η μελέτη, η οποία βασίστηκε σε δεδομένα περισσότερων από 340.000 ενηλίκων στη Βρετανία, αποκάλυψε ότι όσοι πίνουν κρασί διατρέχουν «σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου» από εκείνους που προτιμούν μπύρα, μηλίτη ή οινοπνευματώδη ποτά, ενώ και οι πιθανότητες να παρουσιάσουν καρδιακές παθήσεις είναι λιγότερες.
Τα συμπεράσματα της μελέτης για το αλκοόλ -Τι έδειξε για το κρασί
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της μελέτης, καθηγητή Zhangling Chen από το Central South University της Κίνας, τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν ότι οι επιπτώσεις του αλκοόλ στην υγεία δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από την ποσότητα, αλλά και από τον τύπο του ποτού. Όπως ανέφερε, ακόμη και χαμηλή έως μέτρια κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, μπύρας ή μηλίτη συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου, ενώ το κρασί μπορεί να ενέχει χαμηλότερο κίνδυνο.
Η έρευνα διήρκεσε 13 χρόνια και αξιοποίησε δεδομένα από το πρόγραμμα UK Biobank. Ως «μέτρια κατανάλωση» ορίστηκε η ημερήσια πρόσληψη 20 -40 γραμμαρίων αλκοόλ για τους άνδρες και 10 -20 γραμμαρίων για τις γυναίκες. Οι ποσότητες αυτές αντιστοιχούν περίπου σε ενάμιση έως τρία ποτήρια κρασιού των 150 ml την ημέρα για τους άνδρες και σε 0,75 έως ενάμιση ποτήρι για τις γυναίκες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι έκαναν μέτρια κατανάλωση κρασιού είχαν 21% χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακές παθήσεις, ενώ αντίθετα όσοι κατανάλωναν άλλα είδη αλκοόλ εμφάνιζαν 9% υψηλότερο κίνδυνο.
Ωστόσο, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι και παράγοντες του τρόπου ζωής ενδέχεται να επηρεάζουν τα αποτελέσματα, καθώς οι όσοι πίνουν κρασί συνήθως ακολουθούν πιο υγιεινή διατροφή, έχουν υψηλότερο εισόδημα και πιθανόν το καταναλώνουν μαζί με το φαγητό.
Τέλος, η μελέτη αποκάλυψε επίσης ότι όσοι καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ είχαν 36% περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν από καρκίνο, 24% περισσότερες πιθανότητες από οποιαδήποτε αιτία και 14% περισσότερες πιθανότητες από καρδιακές παθήσεις.
Οι συγγραφείς τόνισαν ότι απαιτούνται περαιτέρω δοκιμές για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα, καθώς η μελέτη τους βασίστηκε σε παρατήρηση και δεν αποδεικνύει άμεση σχέση αιτίας-αποτελέσματος.