Ο όρος «brainrot» έγινε viral συμπυκνώνοντας τις παρενέργειες που έχει η επί ώρες θέαση χαμηλής ποιότητας βίντεο που έχουν δημιουργηθεί με τεχνητή νοημοσύνη. Μήπως όμως το μυαλό μας όντως σαπίζει;
Ψεύτικα κουνέλια κάνουν τραμπολίνο. Ένα ανύπαρκτο πραξικόπημα στη Γαλλία. Τα προπαγανδιστικά βίντεο του Ντόναλντ Τραμπ. Αυτά τα βίντεο και πολλά άλλα, φτιαγμένα με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης (AI), έχουν γεμίσει τις οθόνες τους τελευταίους μήνες και έχουν γίνει αντικείμενο συζήτησης. Μπορεί αρκετοί άνθρωποι να βλέπουν τέτοια βίντεο με μια καχυποψία, αλλά είναι σχεδόν σίγουρο πως αρκετοί απλά τα κοιτούν χωρίς κριτήριο και φίλτρο, σκρολάροντας επί ώρες στο instagram ή το TikTok.
Κάπως έτσι προέκυψε ο όρος «brainrot», έγινε viral, και το Λεξικό της Οξφόρδης τον ανακήρυξε λέξη της χρονιάς για το 2024. Έχει εισβάλει στην ποπ κουλτούρα για να περιγράψει την ιδέα ότι η παρατεταμένη έκθεση σε αφθονία επιφανειακού περιεχομένου μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του εύρους της προσοχής ή σε εξασθένηση της νοητικής λειτουργίας.
Καρφωμένοι στην οθόνη του κινητού μας μετά από ώρες δουλειάς και με ανάγκη για κάτι που απαιτεί την ελάχιστη προσοχή, αρκετοί άνθρωποι μπορεί να «καιγόμαστε» βλέποντας μικρά βίντεο στο διαδίκτυο. Ίσως νιώθουμε κάποιες ενοχές γι' αυτό, ίσως κάνουμε πλάκα πως θα «σαπίσει ο εγκέφαλός μας», αλλά μάλλον δεν πιστεύουμε πως υπάρχει όντως ένας τέτοιος κίνδυνος. Έχουμε δίκιο;
Τι λέει η επιστήμη για το «brainrot»
Αρκετές μελέτες που έχουν γίνει από νευροεπιστήμονες ή ψυχολόγους, συμφωνούν ότι ορισμένοι τύποι χρήσης των ψηφιακών μέσων μπορούν να επηρεάσουν συγκεκριμένες γνωστικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της προσοχής, της μνήμης εργασίας και της ικανότητας διατήρησης της συγκέντρωσης.
Για παράδειγμα, μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2023 έδειξε ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε πολύ σύντομα βίντεο, όπως αυτά που υπάρχουν κατά κόρον στο TikTok, μπορεί να επηρεάσει την απόδοση σε μια μελλοντική εργασία μνήμης, δηλαδή την ικανότητα να θυμόμαστε να κάνουμε αυτό που είχαμε σκοπό να κάνουμε, ενώ κάτι άλλο εν τω μεταξύ μας έχει διακόψει. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτός ο τύπος επίδρασης συνδέεται με τη μορφή του περιεχομένου και τη συχνότητα των αλλαγών. Ωστόσο, δεν αποτελεί μη αναστρέψιμη δομική αλλοίωση του εγκεφάλου.
Σύνδεση του «brainrot» με κατάθλιψη και στρες
Πιο πρόσφατα, τον Σεπτέμβριο του 2025, μια δευτερογενής ανάλυση 71 μελετών, που περιελάμβανε σχεδόν 100.000 συμμετέχοντες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατανάλωση μεγάλου όγκου σύντομων βίντεο συσχετίστηκε με μείωση της γνωστικής λειτουργίας, ιδιαίτερα στο εύρος προσοχής και στον έλεγχο των παρορμήσεων. Αυτή η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Journal of the American Psychological Association, διαπίστωσε επίσης συνδέσεις μεταξύ της υψηλής κατανάλωσης αυτών των βίντεο και της αύξησης των συμπτωμάτων κατάθλιψης, άγχους, στρες και μοναξιάς.
Ένα άλλο άρθρο, που δημοσιεύθηκε αυτό το φθινόπωρο μετά από ανάλυση δεδομένων 14 μελετών σχετικά με τη χρήση σύντομων βίντεο, συνδέει επίσης την εντατική κατανάλωση με μικρότερο εύρος προσοχής και μειωμένη ακαδημαϊκή επίδοση.
Μια μελέτη, που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2023 στο επιστημονικό περιοδικό Nature, εξέτασε ευρύτερα τον αντίκτυπο της χρήσης ψηφιακών μέσων (τηλεόραση, smartphones, διαδίκτυο) σε δείγματα χιλιάδων παιδιών και εφήβων. Υποστηρίζει ότι η υψηλή έκθεση σε ψηφιακό «zapping» θα μπορούσε να συσχετιστεί με μαθησιακές δυσκολίες, δυσκολία στη λήψη αποφάσεων ή παρορμητικότητα. Όμως και αυτή η μελέτη δεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή η εγκεφαλική βλάβη είναι μη αναστρέψιμη.
Ένα πεδίο που δεν έχει μελετηθεί επαρκώς
Ενώ αυτά τα συμπεράσματα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, θα πρέπει να διευκρινιστούν, καθώς προς το παρόν μιλούν μόνο για μια συσχέτιση και μια σχέση αιτίου-αιτιατού μεταξύ της συχνής θέασης τέτοιου περιεχομένου και των παραπάνω διαταραχών.
Οι επιπτώσεις που περιγράφονται είναι επίσης μόνον αυτές που παρατηρούνται άμεσα, χωρίς οι επιστήμονες να έχουν ακόμα εικόνα τυχόν μακροπρόθεσμων επιπτώσεων, και αφορούν μόνο νεαρά άτομα που βρίσκονται ακόμη σε ανάπτυξη. Επιπλέον, οι ερευνητές μελετούν τη σημαντική έκθεση σε ψηφιακό περιεχόμενο, χωρίς όμως να καθορίζουν ένα ακριβές όριο πέρα από το οποίο η πρακτική θα ήταν επιβλαβής.
«Μπορεί να είναι πρόωρο να φωνάξουμε για λύκο» σημείωσε η δρ Νίντι Γκούπτα, αναφερόμενη στο γνωστό παραμύθι με τον ψεύτη βοσκό. Σε συνέντευξη που έδωσε στο NBC News, η Αμερικανίδα παιδοενδοκρινολόγος δήλωσε επιφυλακτική: «Η έρευνα για το αλκοόλ, τον καπνό και τα ναρκωτικά διήρκεσε 75 χρόνια ή περισσότερο» είπε, εκφράζοντας πάντως την πεποίθηση ότι στα επόμενα πέντε έως δέκα χρόνια είναι πιθανό να βρεθούν στοιχεία που δικαιολογούν τον μεγάλο ντόρο που έχει γίνει με το «brainrot».