Ένα μικρό νορβηγικό νησί λίγο βορειότερα από τον Αρκτικό Κύκλο, που επί γενιές λειτουργούσε ως καταφύγιο για όσους έβγαιναν εκτός πορείας στα άγρια νερά.
- Στο παλιό καταφύγιο ψαράδων λειτουργεί σήμερα το ξενοδοχείο της Εύας Αν Άντερσεν. Μεγαλωμένη στο Στετ, επέστρεψε εξουθενωμένη από την εταιρική καριέρα της στο Όσλο με όραμα να το μετατρέψει σε ησυχαστήριο από το σύγχρονο στρες.
- Από τη δεκαετία του 1980, τα σύγχρονα αλιευτικά σκάφη κατέστησαν τους σταθμούς ανεφοδιασμού περιττούς, οδηγώντας το Στετ στην παρακμή. Ο πληθυσμός κατέρρευσε από 120 σε 25 μόνιμους κατοίκους, αφήνοντας πίσω σιωπηλούς μάρτυρες της ιστορίας.
- Η Άντερσεν επενδύει στην αναβίωση του νησιού προσθέτοντας σύγχρονες τουριστικές δραστηριότητες, όπως καγιάκ, αρκτική σάουνα και δείπνο σε σήραγγες του Β' ΠΠ, ενώ μετατρέπει το παλιό ιχθυοεργοστάσιο σε πολυτελείς σουίτες.
- Απώτερος στόχος είναι η ανασύσταση της τοπικής κοινότητας μέσω νέων θέσεων εργασίας που θα κρατήσουν τους ντόπιους και θα προσελκύσουν νέους κατοίκους, όπως καλλιτέχνες, αξιοποιώντας την απαράμιλλη φυσική ομορφιά του αρκτικού τοπίου.
Για αιώνες, οι ψαράδες που πάλευαν με τις χειμωνιάτικες καταιγίδες της Νορβηγικής Θάλασσας είχαν να λένε μια ιστορία. «Κάποιες φορές πνίγονταν όλοι», όπως τη διηγήθηκε ένας ντόπιος καλλιτέχνης στη Βρετανίδα δημοσιογράφο του BBC, Λόρα Χολ. «Κάποιες φορές όμως ένα νησί ξεπρόβαλλε μέσα από την ομίχλη, σαν από μαγεία, για να σε σώσει». Το νησί αυτό έχει όνομα: Στετ. Πρόκειται για ένα μικροσκοπικό νησί στο νορβηγικό αρχιπέλαγος λίγο βορειότερα από τον Αρκτικό Κύκλο, που επί γενιές λειτουργούσε ως καταφύγιο για όσους έβγαιναν εκτός πορείας στα αγριεμένα νερά.
Το νησί μπορεί να ξαναγίνει καταφύγιο
Τα ψαροκάικα έβρισκαν απάγκιο στα βράχια του. Παράλληλα, ένας εμπορικός σταθμός στο Ίνερστετ, το μεγαλύτερο από τα τρία κατοικημένα νησιά του συμπλέγματος, εφοδίαζε τους αλιείς που ανέβαιναν βόρεια, προς τα πλούσια πεδία του αρκτικού μπακαλιάρου στα Λοφότεν. Σήμερα, στο ίδιο σημείο λειτουργεί το ξενοδοχείο «Στετ Μπρίγκε», που ανήκει στην οικογένεια της Εύας Αν Άντερσεν από το 1897. Η ίδια πιστεύει ότι το νησί μπορεί να ξαναγίνει καταφύγιο. Αυτή τη φορά όχι από τη φουρτούνα, αλλά από το άγχος, την υπερεργασία και τους ρυθμούς της σύγχρονης πόλης.
Ξέρει καλά για τι μιλάει. Μεγάλωσε στο Στετ, μετακόμισε στο Όσλο στα είκοσί της και έχτισε διεθνή καριέρα στον εταιρικό κόσμο. Το 2011, εξουθενωμένη, γύρισε στο νησί για να συνέλθει και είδε με άλλα μάτια τον τόπο που είχε αφήσει πίσω της. «Κανείς δεν πίστευε ότι θα έμενα», λέει σήμερα. «Όμως, όταν γύρισα, κουβαλούσα μαζί μου την ελπίδα».
Η διαδρομή ως εκεί έχει κάτι από τον παλιό θρύλο που λένε οι ντόπιοι. Η πτήση προσγειώνεται στο Μπόντο, όπου το αεροδρόμιο εξυπηρετείται από έναν μοναδικό ιμάντα αποσκευών. Στον σταθμό του πλοίου, αφίσες καλούν τους επιβάτες να αναφέρουν όσες φάλαινες εντοπίσουν.
Ακολουθεί περίπου μία ώρα με το ταχύπλοο, μέσα σε γκρίζα θάλασσα και χαμηλά σύννεφα φορτωμένα ψιχάλα, με απόκρημνους βράχους να ξεπετάγονται κάθε τόσο από την ομίχλη. Κάποια στιγμή το Στετ αναδύεται: χαμηλός γρανίτης, κόκκινες καλύβες και ψηλές ξύλινες σκαλωσιές όπου στεγνώνει ο μπακαλιάρος. Δυτικά, ως τη Γροιλανδία, δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά ανοιχτός ωκεανός.
25 κάτοικοι, ένα μαγαζί και ο ήλιος του μεσονυκτίου
Είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς σήμερα, αλλά κάποτε το νησί ήταν από τους πιο πολυσύχναστους σταθμούς στη βόρεια αλιευτική διαδρομή της Νορβηγίας.
«Οι ψαράδες ανέβαιναν τον χειμώνα για τον αρκτικό μπακαλιάρο στα Λοφότεν» εξηγεί η Άντερσεν, δείχνοντας τη σειρά των νησιών που διαγράφονται σαν σκοτεινές φιγούρες στον βόρειο ορίζοντα. «Το μαγαζί ήταν τότε πολύ σημαντικό. Έρχονταν εδώ για σύνεργα, ψωμί, ζάχαρη και αλεύρι, και για ένα ποτό, πριν συνεχίσουν βόρεια».
Το μικρό μουσείο αλιείας στον πάνω όροφο του ξενοδοχείου αφηγείται εκείνη την εποχή μέσα από ασπρόμαυρες φωτογραφίες και ξεθωριασμένα δίχτυα. Σε μία από αυτές, ο παππούς της Άντερσεν στέκεται σε ξύλινη βάρκα, βουτηγμένος ως τους αστραγάλους σε ασημένια ψάρια. Ένα παλιό φιλμ δείχνει άνδρες να τραβούν στις βάρκες τους τεράστιες ψαριές ρέγγας. Στο εστιατόριο, αφίσες εποχής και κατάστιχα καλύπτουν τους τοίχους, ενώ ο παλιός πάγκος του μαγαζιού έχει γίνει μπαρ.
Το συγκρότημα περιλαμβάνει ακόμη δύο κλασικές κόκκινες καλύβες ψαράδων, μια αναπαλαιωμένη αποθήκη και ένα ανοιχτοκίτρινο κτίριο που κάποτε ήταν φούρνος. Εκεί, οι δαντελένιες κουρτίνες και τα κορνιζαρισμένα αποκόμματα με ψαράδες που μπαλώνουν δίχτυα συνυπάρχουν με κάτασπρες προβιές στο δάπεδο και προϊόντα από φύκια των Λοφότεν στο μπάνιο. Τα 16 δωμάτια ξεκινούν από 1.990 νορβηγικές κορόνες (περίπου 155 λίρες) τη βραδιά για δίκλινο με πρωινό.
Η Άντερσεν έζησε από κοντά την παρακμή. Από τη δεκαετία του 1980, τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα σκάφη και οι μηχανότρατες έκαναν περιττές τις στάσεις σε σταθμούς σαν το Στετ. Η μικρή αλιεία κατέρρευσε και ο πληθυσμός έπεσε από περίπου 120 ανθρώπους στους 25 μόνιμους κατοίκους που μένουν σήμερα εκεί.
Μια βόλτα με ποδήλατο αρκεί για να γνωρίσει κανείς το νησί: ήσυχοι δρόμοι, εξοχικά σπίτια και ένα μόνο μαγαζί με τα απολύτως βασικά. Ο πιο εντυπωσιακός σταθμός είναι το παλιό γερμανικό παράκτιο οχυρό, όπου μετά την κατάληψη του 1941 στρατωνίστηκαν περίπου 200 στρατιώτες. Τσιμεντένια πολυβολεία, σήραγγες σκαμμένες στην πλαγιά, υπόγειο νοσοκομείο, αποθήκες πυρομαχικών και θέσεις πυροβόλων στέκουν ακόμη στη θέση τους. Από την κορυφή του, ένας λευκοουραίος θαλασσαετός εμφανίζεται σαν να περίμενε τη σειρά του και βουτά ξανά στην κοιλάδα.
Η Άντερσεν όμως κοιτάζει μπροστά. «Πολλοί θέλουν αυτή την αίσθηση του ανεξερεύνητου», λέει. «Έχει να κάνει με τη σύνδεση με τη γη και τη γνωριμία με τους ντόπιους». Γι' αυτό πρόσθεσε στο πρόγραμμα καγιάκ, αρκτική σάουνα, εκδρομές με φουσκωτό στον παγετώνα Σβάρτισεν και δείπνο μέσα σε μία από τις σήραγγες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα, μετατρέπει το παλιό ιχθυοεργοστάσιο σε πολυτελείς σουίτες, με στόχο να προσελκύσει περισσότερους ξένους επισκέπτες και να δώσει στους ντόπιους δουλειά όλο τον χρόνο.
Πάνω από ένα κλασικό νορβηγικό πρωινό, με ρέγγα μαριναρισμένη, τουρσί, και πασπαλισμένη με πάπρικα, μιλά για τις φιλοδοξίες της. «Ο μεγαλύτερος στόχος μου είναι να ξαναχτίσω την κοινωνία αυτού του νησιού», λέει. Θέλει οι νέες θέσεις εργασίας να δώσουν στους κατοίκους λόγο να μείνουν, και ίσως σε άλλους λόγο να επιστρέψουν. Έχει στο μυαλό της το παράδειγμα των Λοφότεν στα βόρεια, που ο τουρισμός τα έκανε δημοφιλή. Ελπίζει ότι το ίδιο μπορεί να φέρει στο Στετ καλλιτέχνες και συγγραφείς και να ζωντανέψει μια περιοχή ξεχασμένη εδώ και πολύ καιρό.
Η κόρη της, η Μπενεντίκτε, σπουδάζει στο Όσλο και περνά το καλοκαίρι στο νησί. Οδηγεί ομάδες με καγιάκ ανάμεσα στις βραχονησίδες, πάνω από τιρκουάζ νερά και δίπλα σε ανοιχτόχρωμες αμμουδιές με κοχύλια και λευκά κοράλλια. «Τη φύση εδώ δεν τη νικάει τίποτα», λέει. «Το Όσλο έχει τόσο άγχος, ενώ εδώ μπαίνεις σε κατάσταση ζεν. Δεν σκέφτεσαι να πας γυμναστήριο. Σου αρκεί να βγεις έξω και να δεις τα βουνά».
Την άνοιξη φτάνουν τα αποδημητικά πουλιά και μαζί τους οι λάτρεις της παρατήρησης. Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο ο ήλιος του μεσονυκτίου δεν δύει ποτέ, και αργά τη νύχτα οι χήνες βόσκουν αμέριμνες στο γκαζόν κάτω από σύννεφα που περνούν αργά. Από τον Νοέμβριο ως τον Φεβρουάριο, τη σκυτάλη παίρνουν το Βόρειο Σέλας και ο έναστρος αρκτικός ουρανός.