Παγκοσμίως, οι κάτοχοι κρυπτονομισμάτων υπολογίζονται σε περίπου 560 εκατομμύρια. Καθώς η ιδιοκτησία διευρύνθηκε, διευρύνθηκε και το πεδίο δράσης των εγκληματιών.
Ραγδαία αύξηση παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια οι κλοπές κρυπτονομισμάτων, με ολοένα περισσότερους ιδιώτες επενδυτές να βρίσκονται εκτεθειμένοι σε απάτες και κυβερνοεπιθέσεις. Αν και οι συναλλαγές καταγράφονται δημόσια στο blockchain, η ανάκτηση των κεφαλαίων παραμένει εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη.
Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα βασανιστικό στην κλοπή κρυπτονομισμάτων: ακόμη κι όταν τα χρήματά σου φεύγουν από το πορτοφόλι σου και καταλήγουν σε ένα άλλο, μπορείς να τα βλέπεις να «ζουν» online, καταγεγραμμένα σε κοινή θέα. Όλες οι συναλλαγές αποτυπώνονται στο blockchain, άρα η διαδρομή των κλεμμένων κεφαλαίων είναι δημόσια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και ανακτήσιμη.
«Μπορείς να βλέπεις τα χρήματά σου εκεί, στο δημόσιο blockchain, αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις για να τα πάρεις πίσω» λέει μιλώντας στο BBC η Helen, η οποία έχασε περίπου 350.000 ευρώ (250.000 λίρες) από επιτήδειους. Η ίδια το περιγράφει σαν να παρακολουθείς έναν διαρρήκτη να στοιβάζει τα πιο πολύτιμα υπάρχοντά σου στην απέναντι πλευρά ενός απροσπέλαστου χάσματος.
Ήξεραν ότι το ρίσκο είναι υψηλότερο
Η Helen και ο σύζυγός της Richard (όχι το πραγματικό του όνομα), κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου, δεν ήταν... «κρυπτο-αριστοκράτες». Εκείνη εργάζεται ως προσωπική βοηθός, εκείνος είναι συνθέτης. Για επτά χρόνια αγόραζαν συστηματικά Cardano, ένα ψηφιακό asset που τους έδινε την αίσθηση ότι, σε αντίθεση με τις πιο συμβατικές μορφές αποταμίευσης, θα μπορούσε να εκτοξευθεί. Ήξεραν ότι το ρίσκο είναι υψηλότερο, αλλά πίστευαν πως ήταν προσεκτικοί. Κρατούσαν ασφαλή τα «κλειδιά» τους και θεωρούσαν ότι είχαν περιορίσει την έκθεσή τους σε απάτες. Ωστόσο, οι δράστες κατάφεραν να μπουν στον λογαριασμό cloud storage, όπου το ζευγάρι είχε αποθηκεύσει πληροφορίες για τα πορτοφόλια του και τον τρόπο πρόσβασης. Τον Φεβρουάριο του 2024, αφού πρώτα έκαναν μια μικρή δοκιμαστική μεταφορά, οι εγκληματίες έστειλαν όλα τα coins σε δικά τους ψηφιακά πορτοφόλια, σε μια επίθεση «γρήγορη και αθόρυβη».
Οικονομικό και ψυχολογικό σοκ
Από εκείνη τη στιγμή, το ζευγάρι βρέθηκε παγιδευμένο σε ένα παράδοξο που συνοδεύει την υπόσχεση της κρυπτο-οικονομίας: οι συναλλαγές είναι δημόσια ιχνηλάσιμες, αλλά οι χρήστες μπορούν να παραμένουν δημόσια μη ιχνηλατήσιμοι, εφόσον το επιλέξουν. Για μήνες, η Helen και ο Richard παρακολουθούσαν τα κλεμμένα χρήματα να μετακινούνται από πορτοφόλι σε πορτοφόλι, χωρίς πρακτικό τρόπο να σταματήσουν την αλυσίδα.
Ο Richard περιγράφει το οικονομικό και ψυχολογικό σοκ με φράση που δεν αφήνει περιθώρια εξωραϊσμού: «Εκτός από τους θανάτους των γονιών μου, αυτή η κλοπή είναι το χειρότερο πράγμα που μου έχει συμβεί». Η Helen, από την πλευρά της, ξεκίνησε μια επίμονη προσπάθεια ανάκτησης. Συγκέντρωσε αναφορές από αστυνομικές αρχές και από τους developers του Cardano.
Έχει στα χέρια της τη διεύθυνση του πορτοφολιού των δραστών, όμως αυτό δεν αρκεί για να «βγάλει μάσκα» σε κανέναν. Σχεδιάζουν να αποταμιεύσουν ώστε να προσλάβουν ιδιωτικούς ερευνητές, ελπίζοντας ότι κάπου στη διαδρομή θα υπάρξει ανθρώπινο ίχνος. «Σε αφήνει με ένα αίσθημα ανημπόριας», λέει, «αλλά θα συνεχίσω να προσπαθώ».
Η ιστορία τους εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα: την έκρηξη του εγκλήματος γύρω από τα crypto. Έρευνα που πραγματοποιήθηκε για την Financial Conduct Authority τον Αύγουστο του 2024 εκτιμούσε ότι περίπου το 12% των Βρετανών ενηλίκων είχε στην κατοχή του crypto-assets, δηλαδή γύρω στα επτά εκατομμύρια ανθρώπους.
Παγκοσμίως, οι κάτοχοι κρυπτονομισμάτων υπολογίζονται σε περίπου 560 εκατομμύρια. Καθώς η ιδιοκτησία διευρύνθηκε, διευρύνθηκε και το πεδίο δράσης των εγκληματιών. Η πανδημία συνδέθηκε με άνοδο των αξιών και, μαζί της, με «έκρηξη επιθέσεων» στη βιομηχανία. Το 2025, σύμφωνα με ερευνητές της εταιρείας blockchain analytics Chainalysis, οι συνολικές κλοπές ξεπέρασαν τα 3,4 δισ. δολάρια (2,5 δισ. λίρες), με το ετήσιο μέγεθος να κινείται περίπου στο ίδιο επίπεδο από το 2020.
Aύξηση επιθέσεων σε μεμονωμένους επενδυτές
Το μεγαλύτερο κομμάτι αυτών των ποσών προέρχεται από μεγάλες κυβερνοεπιθέσεις σε εταιρείες crypto, ανταλλακτήρια και πλατφόρμες. Ενδεικτικά, αναφέρεται η περίπτωση όπου hackers από τη Βόρεια Κορέα απέσπασαν 1,5 δισ. δολάρια από το ανταλλακτήριο Bybit τον Φεβρουάριο του 2025. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι απώλειες συχνά απορροφώνται από τις «βαθιές τσέπες» των εταιρειών, με μικρότερη άμεση επίπτωση στους ιδιώτες.
Όμως, η τάση αλλάζει: το 2025 καταγράφηκε αύξηση επιθέσεων σε μεμονωμένους επενδυτές. Έρευνα της Chainalysis αναφέρει ότι οι επιθέσεις σε ιδιώτες διπλασιάστηκαν, από 40.000 το 2022 σε 80.000 την προηγούμενη χρονιά. Το hacking, το scamming ή ο εξαναγκασμός ιδιωτών αντιστοιχούσε σε περίπου 20% της συνολικής αξίας που κλάπηκε, δηλαδή γύρω στα 713 εκατ. δολάρια (532 εκατ. λίρες), με την επιφύλαξη ότι πολλά περιστατικά δεν δηλώνονται ποτέ.
Σε αντίθεση με την παραδοσιακή χρηματοπιστωτική ζωή, όπου οι τράπεζες και τα συστήματα καρτών έχουν μηχανισμούς αποζημίωσης ή διαμεσολάβησης, η προστασία στα crypto παραμένει περιορισμένη.
«Τα crypto παραμένουν σε μεγάλο βαθμό μη ρυθμισμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο και υψηλού ρίσκου. Αν κάτι πάει στραβά, είναι απίθανο να προστατευτείτε, άρα πρέπει να είστε προετοιμασμένοι να χάσετε όλα τα χρήματά σας», υπενθυμίζει η FCA.
Το κενό αυτό γίνεται πιο αισθητό όταν ο χρήστης επιλέγει «self custody», το μοντέλο του «να είσαι η δική σου τράπεζα». Η λογική είναι απλή: έχεις πλήρη έλεγχο, άρα δεν εξαρτάσαι από εταιρείες που μπορούν να παγώσουν λογαριασμούς ή να ζητούν εξηγήσεις για κινήσεις χρημάτων. Το κόστος, όμως, είναι ότι όταν κάτι κλαπεί, δεν υπάρχει κανένας «πάγκος εξυπηρέτησης» για να απευθυνθείς.
Η νέα πραγματικότητα έχει και φυσική διάσταση
Πέρα από τις ψηφιακές απάτες, η νέα πραγματικότητα έχει και φυσική διάσταση. Κλοπές, διαρρήξεις και επιθέσεις με στόχο τα κλειδιά και τις συσκευές αποθήκευσης έχουν γίνει τόσο συχνές ώστε η κοινότητα μιλά πλέον για «wrench attacks», έναν ωμό όρο που παραπέμπει σε απειλές με λοστούς ή κλειδιά.
Παραδείγματα που αναφέρονται περιλαμβάνουν απόπειρα εξαναγκασμού στην Ισπανία, όπου θύμα πυροβολήθηκε στο πόδι και κρατήθηκε όμηρος, έως περιστατικά στη Γαλλία, όπως η απαγωγή του David Balland, συνιδρυτή της Ledger, με αποκοπή δαχτύλου στο πλαίσιο εκβιασμού, αλλά και σύλληψη έξι ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά από επίθεση σε αυτοκίνητο μεταξύ Οξφόρδης και Λονδίνου, με απαίτηση μεταφοράς κρυπτονομισμάτων, αξίας 1,5 εκατ. λιρών.
Οι ειδικοί βλέπουν μια σύγκλιση: ομάδες που ήδη κινούνταν στον χώρο της βίας και της «παραδοσιακής» εγκληματικότητας βρίσκουν στα crypto έναν στόχο με υψηλή απόδοση, εφόσον υπάρχει διαδρομή για ξέπλυμα ή ρευστοποίηση. Παράλληλα, η αφθονία κλεμμένων δεδομένων από μεγάλα breaches διευκολύνει την επιλογή θυμάτων.
Ένας εκπρόσωπος του χώρου περιγράφει ωμά την τάση: «Τα δεδομένα είναι κοινό πρόβλημα καθώς οι "bitcoin millionaires" γίνονται όλο και πιο συχνοί και οι κλεμμένες βάσεις δεδομένων εμπλουτίζουν συνεχώς τη λίστα στόχων».
Στην πράξη, οι εγκληματίες μπορούν να διασταυρώνουν λίστες με στοιχεία επικοινωνίας με άλλα δεδομένα που υποδεικνύουν οικονομική δυνατότητα, στήνοντας στοχευμένες απάτες, όπου ο χρήστης πείθεται ότι μιλά με ανταλλακτήριο ή υπηρεσία υποστήριξης και τελικά μεταφέρει ο ίδιος τα coins στον δράστη.
Για την Helen και τον Richard, το πλήγμα δεν ήταν μόνο οικονομικό αλλά και υπαρξιακό, καθώς μεγάλο μέρος των χρημάτων προερχόταν από την πώληση του σπιτιού της μητέρας του Richard μετά τον θάνατό της. «Τα χρήματα της μητέρας μου χάθηκαν», λέει. «Όλος ο κόπος της για το μέλλον μου, και το έκλεψαν». Η συνέχεια ήταν σκληρή: αναγκάστηκαν να πουλήσουν μουσικά όργανα και το αυτοκίνητό τους και, όπως αναφέρουν, για ένα διάστημα βρέθηκαν ακόμη και χωρίς σταθερή στέγη.
Κι όμως, παρά τη συντριβή, δεν εγκαταλείπουν πλήρως την ιδέα των crypto. Αν κάποτε πάρουν πίσω τα χρήματά τους ή ξαναχτίσουν αποταμίευση, σκοπεύουν να επιστρέψουν στις επενδύσεις. Είναι μια επιλογή που συμπυκνώνει το δίλημμα της εποχής: η υπόσχεση ελευθερίας και αυτονομίας παραμένει ελκυστική, αλλά το τίμημα, σε μια αγορά που ακόμη ωριμάζει θεσμικά, μπορεί να είναι ολοκληρωτικό.