Το μήνυμα που ανάρτησε ο Αμερικανός πρόεδρος από τον Εμανουέλ Μακρόνπροσφέρει μια σπάνια ματιά στο πώς η Ευρώπη, και ειδικά η Γαλλία, προσπαθεί να διαχειριστεί μια απρόβλεπτη Αμερική.
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ αποφασίζει να δημοσιοποιήσει ιδιωτικά μηνύματα με ξένους ηγέτες, το περιεχόμενο γίνεται καθρέφτης των πραγματικών ισορροπιών ισχύος.
Σε πρώτη ανάγνωση, το μήνυμα μοιάζει σχεδόν φιλικό. Προσφωνήσεις περί «φιλίας», κοινές θέσεις για τη Συρία και το Ιράν, πρόσκληση σε σύνοδο κορυφής και, φυσικά, δείπνο στο Παρίσι. Στη δεύτερη πιο προσεκτική ανάγνωση, όμως, αποκαλύπτεται ένα σύνθετο διπλωματικό παζλ, γεμάτο υπαινιγμούς, τακτικές κατευνασμού, αλλά και αγωνία για το μέλλον της διεθνούς τάξης, όπως καταγράφει το Politico σε ανάλυσή του.

«Φίλε μου»: μια εύθραυστη σχέση
Η επιλογή του Μακρόν να αποκαλέσει τον Τραμπ «φίλε μου» δεν είναι τυχαία. Ο Γάλλος πρόεδρος γνωρίζει καλά ότι ο Αμερικανός ομόλογός του λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό με προσωπικούς όρους.
Στην πράξη, η σχέση των δύο ανδρών είναι βαθιά ασταθής. Μόλις λίγες ώρες πριν από τη δημοσιοποίηση του μηνύματος, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι «κανείς δεν θέλει τον Μακρόν», αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο Γάλλος πρόεδρος βρίσκεται πολιτικά στο τέλος της διαδρομής του. Παράλληλα, απείλησε με δασμούς 200% στα γαλλικά κρασιά και τις σαμπάνιες.
Η «φιλία», λοιπόν, λειτουργεί εδώ ως διπλωματικό «καρότο, αντί για μαστίγιο», μια προσπάθεια να εξουδετερωθεί η επιθετικότητα του Τραμπ μέσω προσωπικής κολακείας.
Συρία: το σημείο σύγκλισης που κρύβει αποκλίσεις
Η αναφορά στη Συρία είναι ίσως το πιο «ασφαλές» κομμάτι του μηνύματος. Παρίσι και Ουάσιγκτον εμφανίζονται ευθυγραμμισμένα ως προς τη στήριξη του Αχμέντ αλ-Σάρα, παρά το αμφιλεγόμενο παρελθόν του. Για τον Μακρόν, η Συρία λειτουργεί ως κοινός παρονομαστής, ένα πεδίο στο οποίο μπορεί να προβληθεί εικόνα σύμπλευσης.
Ιράν: συμφωνία χωρίς κοινή στρατηγική
Όταν ο Μακρόν μιλά για «σπουδαία πράγματα» στο Ιράν, πατά σε λεπτό έδαφος. Ναι, Γαλλία και ΗΠΑ συμφωνούν στην ανάγκη πίεσης προς την Τεχεράνη, ειδικά μετά την αιματηρή καταστολή διαδηλώσεων. Όμως, οι κόκκινες γραμμές διαφέρουν δραματικά.
Η Γαλλία δεν στηρίζει στρατιωτική επέμβαση. Αντιθέτως, υπήρξε βασικός αρχιτέκτονας της πυρηνικής συμφωνίας, από την οποία ο Τραμπ αποχώρησε μονομερώς. Το μήνυμα του Μακρόν επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτό το κανάλι συνεννόησης, χωρίς όμως να υιοθετεί τη λογική της στρατιωτικής απειλής που προκρίνει -ή προέκρινε- ο Λευκός Οίκος.
Γροιλανδία: η ευφημιστική διαφωνία που ταράζει τον κόσμο
Η φράση «δεν καταλαβαίνω τι κάνετε στη Γροιλανδία» είναι ίσως το πιο φορτισμένο σημείο του μηνύματος. Πίσω από τον ήπιο τόνο κρύβεται μια από τις σοβαρότερες κρίσεις των διατλαντικών σχέσεων των τελευταίων δεκαετιών.
Οι απειλές του Τραμπ για προσάρτηση της Γροιλανδίας και επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκές χώρες έχουν σημάνει συναγερμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο Μακρόν έχει πιέσει για ενεργοποίηση του «εμπορικού μπαζούκα» της ΕΕ, ενώ η Γαλλία έχει ήδη στείλει στρατιωτικό απόσπασμα στην περιοχή.
G7, Ευρώπη και γεωπολιτική πραγματικότητα
Η πρόταση για σύνοδο της G7 στο Παρίσι δεν είναι τυχαία. Επιτρέπει, πέρα από την ΕΕ, τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου και του Καναδά, κρίσιμων παικτών για ζητήματα ασφάλειας και Αρκτικής.
Βέβαια, η ιδέα πρόσκλησης Ρώσων, ακόμη και στο περιθώριο μιας συνάντησης της G7, προκαλεί ανησυχία. Για πολλούς Ευρωπαίους, κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με πρόωρη «αποκατάσταση» της Μόσχας, την ώρα που οι βομβαρδισμοί στην Ουκρανία συνεχίζονται.
Ο Μακρόν, ωστόσο, επιμένει ότι η Ευρώπη θα πρέπει αργά ή γρήγορα να μιλήσει ξανά με τον Πούτιν. Το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε και με ποιους όρους.
«Διπλωματία δείπνου»
Η πρόσκληση σε δείπνο στο Παρίσι συμπυκνώνει τη φιλοσοφία Μακρόν απέναντι στον Τραμπ. Πολυτέλεια, τελετουργία, προσωπική προσοχή. Οι Ευρωπαίοι έχουν παρατηρήσει ότι η κολακεία συχνά αποδίδει περισσότερο από τη σύγκρουση.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτής της «διπλωματίας δείπνου» είναι αβέβαια.
Ο Μακρόν έχει χρησιμοποιήσει αυτό το διπλωματικό εργαλείο συχνά με τον Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας για να μπορεί να τον κρατήσει προσδεδεμένο στο ευρωπαϊκό άρμα, έστω να γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ τους. Το ίδιο θα ήθελε να πετύχει με τον πολύ πιο απαιτητικό Τραμπ.