Αρχαία στιγμιότυπα από επισκέψεις σε βιβλιοπωλεία, τα οποία λειτουργούν σαν μικρά παράθυρα στην καθημερινότητα της ανάγνωσης και της κυκλοφορίας των κειμένων στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
Αν έμπαινες σε ένα βιβλιοπωλείο της αρχαιότητας, θα περίμενες ίσως κάτι εντελώς ξένο: σκοτεινούς χώρους, σπάνια χειρόγραφα μόνο για λίγους, μια αγορά περιορισμένη σε λόγιους και αριστοκράτες. Κι όμως, οι μαρτυρίες που διαθέτουμε δείχνουν μια εικόνα εκπληκτικά οικεία, με πάγκους, «εκδόσεις», διαφωνίες για την ποιότητα των αντιγράφων, ακόμη και ευκαιρίες για φθηνές αγορές. Ο Ρωμαίος συγγραφέας Αύλος Γέλλιος, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ., αφήνει πίσω του στιγμιότυπα από επισκέψεις σε βιβλιοπωλεία, τα οποία λειτουργούν σαν μικρά παράθυρα στην καθημερινότητα της ανάγνωσης και της κυκλοφορίας των κειμένων στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
Σε μία από τις πιο ζωντανές περιγραφές του, ο Γέλλιος αφηγείται πως καθόταν σε βιβλιοπωλείο στη Σιγγιλλάρια της Ρώμης μαζί με τον ποιητή φίλο του Ιούλιο Παύλο, όταν έπεσε πάνω σε ένα αντίγραφο των «Annales» του Κόιντου Φάβιου Πίκτορα, «παλαιό και αναμφίβολης ηλικίας», όπως το παρουσίαζε ο βιβλιοπώλης, διαβεβαιώνοντας μάλιστα ότι ήταν «χωρίς λάθη». Η σκηνή θυμίζει σύγχρονη αγορά σπάνιου βιβλίου: αυθεντικότητα, παλαιότητα, αξιοπιστία του αντιγράφου.
Μαρτυρίες που μοιάζουν εξαιρετικά σύγχρονες
Η συνέχεια γίνεται ακόμη πιο «σημερινή», όταν μπαίνει άλλος πελάτης και ξεσπά διαφωνία με τον έμπορο, επειδή ο πρώτος ισχυρίζεται πως εντόπισε «ένα λάθος» στο βιβλίο. Ο βιβλιοπώλης το αποκλείει, αλλά ο πελάτης φέρνει αποδείξεις και τελικά τον διαψεύδει. Η ανταλλαγή αυτή, πέρα από το χιούμορ της, δείχνει ότι υπήρχε κοινό που διάβαζε κριτικά, διεκδικούσε ποιότητα και θεωρούσε τα λάθη σημαντικό ζήτημα – μια πρώιμη μορφή «ελέγχου έκδοσης» σε μια αγορά όπου κάθε αντίγραφο ήταν και μια νέα πιθανότητα για παραδρομές.
Ο Γέλλιος δεν περιορίζεται στη Ρώμη. Σε άλλο σημείο περιγράφει πάγκους βιβλίων που συνάντησε όταν έφτασε με πλοίο στο Μπρουνδίσιο [το σημερινό Μπρίντιζι], στην Αδριατική. Τα βιβλία, λέει, ήταν ελληνικά και γεμάτα «θαυμαστές ιστορίες», πράγματα «απίστευτα» και «ακόμη ανήκουστα», γραμμένα από «αρχαίους» συγγραφείς «όχι ασήμαντης αυθεντίας». Κι όμως, τα ίδια αυτά βιβλία ήταν βρόμικα, παραμελημένα, σε κακή κατάσταση, αντιαισθητικά. Παρ’ όλα αυτά, ο Γέλλιος πλησίασε, ρώτησε την τιμή και, «γοητευμένος από την απίστευτη και απροσδόκητη φτήνια», αγόρασε πολλά «με μικρό ποσό».
Η εικόνα αυτή θυμίζει παζάρι ή ξεχασμένο στοκ: αναγνώσματα που αλλάζουν χέρια όχι μόνο σε επίσημες βιβλιοθήκες αλλά και σε λιμάνια, σε μεταβατικούς χώρους εμπορίου, εκεί όπου η ζήτηση συναντά την τύχη. Και, όπως θα έκανε κάθε ενθουσιώδης αναγνώστης, ο Γέλλιος στη συνέχεια περιγράφει με ενθουσιασμό τα «περίεργα» που ανακάλυψε μέσα τους, όπως την ιδέα ότι άνθρωποι στην Αφρική μπορούν να «ρίχνουν ξόρκια με τη φωνή και τη γλώσσα» και να προκαλούν θάνατο σε ανθρώπους, ζώα, δέντρα και σοδειές. Η ανάγνωση δεν ήταν μόνο υψηλή φιλολογία· ήταν και δέλεαρ για το παράδοξο, το εξωτικό, το θαυμαστό.
Πώς φτάσαμε στη διάδοση βιβλίων και βιβλιοπωλείων;
Αυτές οι σκηνές οδηγούν αναπόφευκτα στο ευρύτερο ερώτημα: πώς φτάσαμε από τις πρώτες χαράξεις στη διάδοση βιβλίων και βιβλιοπωλείων; Στην αρχαιότητα πολλοί πίστευαν ότι η γραφή ήταν θεϊκή εφεύρεση – στην Αίγυπτο, για παράδειγμα, αποδιδόταν στον θεό Θωθ. Ωστόσο, οι απαρχές της γραφής παραμένουν αινιγματικές. Ένα από τα πιο πρώιμα ευρήματα που αναφέρονται είναι η ξύλινη πινακίδα του Δισπηλιού, από νεολιθικό λιμναίο οικισμό στην Ελλάδα, ραδιοχρονολογημένη πριν από το 5000 π.Χ., με γραμμικά σημάδια που δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί αλλά αρκετοί μελετητές θεωρούν ότι συνιστούν μορφή γραφής.
Παράλληλα, στοιχεία γραφής εμφανίζονται πολύ νωρίς και σε άλλες περιοχές: στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο πριν από το 3000 π.Χ., στην κοιλάδα του Ινδού περίπου την ίδια εποχή με γραφή που παραμένει αδιάβαστη, καθώς και στην Κίνα με πρώιμους χαρακτήρες που χρονολογούνται επίσης γύρω στο 3000 π.Χ. Το εντυπωσιακό είναι η ποικιλία των συστημάτων: η πρώιμη ελληνική γλώσσα, για παράδειγμα, καταγράφεται στη Γραμμική Β’, ένα συλλαβάριο άνω των 80 σημείων που χρησιμοποιήθηκε περίπου από το 1500 έως το 1200 π.Χ. και αποκρυπτογραφήθηκε μόλις το 1952. Γύρω στον 8ο αιώνα π.Χ., οι Έλληνες στράφηκαν σε αλφάβητο, όπου κάθε γράμμα αντιστοιχεί σε φωνήεν ή σύμφωνο, προσαρμόζοντας το φοινικικό σύστημα που είχε 22 γράμματα και ήταν σαφώς ευκολότερο στην εκμάθηση από τη Γραμμική Β’. Από τους Έλληνες πέρασε και στους Ρωμαίους, και από εκεί –μέσω ιστορικών διαδρομών– φτάνει έως το λατινικό αλφάβητο που αποτελεί τη βάση του αγγλικού.
Όμως βιβλίο δεν είναι μόνο η γραφή· είναι και το υλικό. Οι αρχαίοι χρησιμοποίησαν πολλά υποστρώματα: φύλλα φοίνικα, φλοιούς δέντρων, φύλλα μολύβδου για δημόσια έγγραφα, λινό ή κέρινες πινακίδες για ιδιωτικές χρήσεις, όπως αναφέρει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος. Στη Μεσόγειο, ωστόσο, κυριάρχησε ο πάπυρος, από το φυτό Cyperus papyrus, από όπου προέρχεται και η ίδια η λέξη «paper». Η κατασκευή του ήταν μια τεχνική διαδικασία: το εσωτερικό του φυτού κοβόταν σε λεπτές λωρίδες, πιεζόταν, ξηραινόταν και σχημάτιζε φύλλο κατάλληλο για γραφή. Τα φύλλα κολλούνταν σε μακριούς κυλίνδρους, που μπορούσαν να φτάσουν σε εντυπωσιακά μήκη – αναφέρονται ακόμη και ρολά άνω των 10 μέτρων, όπως ο πρόσφατα εντοπισμένος πάπυρος Waziri με αποσπάσματα από το «Βιβλίο των Νεκρών».
Οι κύλινδροι αποθηκεύονταν σε ράφια ή κιβώτια, με ετικέτες στις λαβές για να αναγνωρίζεται το περιεχόμενό τους. Ένα απόσπασμα από κωμωδία του Αλέξι (4ος–3ος αι. π.Χ.) αποδίδει μάλιστα μια σχεδόν «οδηγία χρήσης»: διάλεξε έναν κύλινδρο, διάβασέ τον με την ησυχία σου, καθοδηγούμενος από τις ετικέτες – και μέσα βρίσκεται από τον Ορφέα και τον Ησίοδο μέχρι τραγωδίες, Όμηρος και πραγματείες κάθε είδους. Παρότι ο πάπυρος φαίνεται εύθραυστος, αποδεικνύεται ανθεκτικός: πολλά κείμενα επιβίωσαν χιλιάδες χρόνια, προστατευμένα σε αγγεία, σαρκοφάγους ή θαμμένα στην άμμο.
Από τα αρχαιότερα σωζόμενα παραδείγματα αναφέρεται το «Ημερολόγιο του Μερέρ», περίπου του 2600 π.Χ., ένα είδος λογιστικού ημερολογίου επιθεωρητή κατά την κατασκευή της Μεγάλης Πυραμίδας του Χέοπα, με καθημερινές καταγραφές μεταφοράς λίθων και εργασιών. Ο πάπυρος, βέβαια, κινδύνευε από έντομα ή ποντίκια, γι’ αυτό υπήρχαν πρακτικές προστασίας, όπως η σύσταση του Πλίνιου ότι αν τα φύλλα μουσκέψουν σε έλαιο κίτρου, δεν τα τρώνε οι σκόροι.
Και αν ήσουν συγγραφέας στην αρχαία Ελλάδα ή Ρώμη;
Και αν ήσουν συγγραφέας στην αρχαία Ελλάδα ή Ρώμη; Η διαδικασία είχε μια πρακτική, σχεδόν «επαγγελματική» ροή. Θα αγόραζες φύλλα ή κυλίνδρους παπύρου· αν δεν μπορούσες, θα έγραφες στο πίσω μέρος ή στα περιθώρια παλαιότερων παπύρων, ή θα κατέφευγες σε άλλα υλικά. Ο Διογένης Λαέρτιος διηγείται ότι ο φιλόσοφος Κλεάνθης έγραφε πάνω σε όστρακα και ωμοπλάτες βοδιών επειδή δεν είχε χρήματα για πάπυρο.
Έπειτα χρειαζόσουν μελάνι – συνήθως μαύρο από αιθάλη ρητίνης ή πίσσας αναμεμειγμένη με φυτική κόλλα – που το αγόραζες σε σκόνη και το ανακάτευες με νερό. Θα έπαιρνες και γραφίδα από καλάμι, τον «κάλαμο», θα την ακόνιζες με μαχαίρι, και αν έκανες λάθος θα το έσβηνες με βρεγμένο σφουγγάρι. Κι όμως, δεν ήταν υποχρεωτικό να γράψεις ο ίδιος: μπορούσες να υπαγορεύσεις σε γραμματέα, όπως συμβούλευε ο ρήτορας Δίων Χρυσόστομος, που μάλιστα προέτρεπε να αποφεύγεται η γραφή «με το ίδιο το χέρι» παρά μόνο σπάνια.
Για να συμβουλευτείς άλλα έργα, θα δανειζόσουν από φίλους, θα ζητούσες από βιβλιοπώλες αντίγραφα, ή θα πήγαινες σε βιβλιοθήκη – αν βρισκόσουν κοντά σε κέντρα όπως η Αλεξάνδρεια, η Ρώμη ή η Αθήνα. Όταν ολοκλήρωνες, θα ακολουθούσε διόρθωση, αναθεώρηση, και έπειτα «έκδοση» με πολλαπλά αντίγραφα από γραφείς, που θα κατέληγαν σε φίλους και στην αγορά των βιβλιοπωλείων. Κάπως έτσι, ένα κείμενο μπορούσε να βρεθεί στο ράφι ενός εμπόρου, να προκαλέσει διαφωνία για ένα λάθος, να πουληθεί φθηνά σε ένα λιμάνι, ή να συναρπάσει έναν αναγνώστη με ιστορίες που σήμερα θα κατατάσσαμε στη ζώνη του φανταστικού.
Η αρχαία βιβλιαγορά, όπως προκύπτει από αυτές τις μαρτυρίες, δεν ήταν ένας αποστειρωμένος κόσμος λογίων. Ήταν ένα οικοσύστημα εμπορίου, αντιγραφής, υλικών τεχνών και αναγνωστικής περιέργειας, με πρακτικές που, σε βασικές τους γραμμές, μοιάζουν εκπληκτικά σύγχρονες: αναζήτηση τίτλων, αξιολόγηση ποιότητας, «ετικέτες», προέλευση, τιμές, ευκαιρίες και –πάνω απ’ όλα– η διαρκής ανάγκη των ανθρώπων να διακινούν ιστορίες, γνώσεις και ιδέες.